ΆΙΝΤΕ ΜΗΤΣΟ ΜΠΙΡΜΠΙΛΙ, ΆΙΝΤΕ

ΆΙΝΤΕ ΜΗΤΣΟ ΜΠΙΡΜΠΙΛΙ, ΆΙΝΤΕ

(Πού είναι εκείνος ο παλιός δημογέροντας;!)

Έδυσε ο καιρός του παλιού δημογέροντα που, όταν καθόταν κι έλεγε δυο κουβέντες, όλοι γύρω του γίνονταν αυτί και μάτι. Άλλος, για ν’ αρθρώσει λέξη μπροστά του, μετριόταν καλά. Μετά άνοιγε στόμα. Έλεγε κι αυτός κάτι.

Έπραττε ο δημογέροντας. Άρπαζε το πρόβλημα από τα «κέρατα», σαν ταύρο και το ‘βαζε κάτω. Το ‘λυνε. Αυτό το προτέρημα, η εξαίρεση, η δύναμη της αλάνθαστης σκέψης και πράξης του, τον έκανε πρώτο. Ξεχωριστό άνδρα του χωριού.

Ομολογούν στο κεφαλοχώρι, τη Δερβιτσάνη, για ένα τέτοιο πρόσωπο. Που, δυστυχώς, εμείς οι νεότεροι, δεν ψάξαμε να του δούμε ακόμα ούτε το πρόσωπο σε φωτογραφία. Όχι και να μάθουμε τις πράξεις του, τα κατορθώματά του. Και να τον μιμηθούμε.

Ελάχιστοι γνωρίζουν την ιστορία του Μήτσιου Σταμούλη, που εκτέλεσε χρέη δημογέροντα σε χαλεπούς καιρούς. Όταν οι γείτονες αλλοεθνείς, πέρα στη «φωλιά» τους, ετοίμαζαν ύπουλα σχέδια. Απόπειρες για εκτόπιση των συνόρων στο βουνό. Ήθελαν τη «Μουσιαγιάδα» όλη δική τους. Ανηφόρησαν οι άντρες του χωριού κι έγινε το «έλα να δεις». Δάρθηκαν, ξεσκίστηκαν. Μόνο που δεν σκοτώθηκαν. Τους έλειπαν τα ντουφέκια. Κατέβηκαν, μετά από ώρες, κάτω στο «Νταμπόρι», αιματοβαμμένοι…

Ενήργησε ο μυαλωμένος δημογέροντας στα δικαστήρια και τους χάλασε τα σχέδια. «Όχι», είπε πεισματικά. Κανείς δεν μπορεί να τα βγάλει εις πέρας, εκτός από μένα. Το δικαστήριο δεν κερδίζεται με ψυχρά λόγια δικηγόρου, μα μ’ αληθινά λόγια καρδιάς πραγματικού αγωνιστή. Με ψυχραιμία και υπομονή κερδίζεται η μάχη.

Ενώ άρχισε να μιλάει, να υπερασπίζεται την υπόθεση, άφησε άφωνους εισαγγελείς, δικαστές και παρευρισκόμενους στην αίθουσα. Δεν μίλησε. Κελάηδησε. Ακόμα κι ο Λιαζαρατινός αντίδικος, που έχασε το δικαστήριο, ψιθύρισε: «Άιντε, Μήτσο Μπιρμπίλι, άιντε».

Δανειζόμαστε από το ημερολόγιο του αξιόλογου ιστορικού – γλωσσολόγου μας, Φίλιππα Λίτσιου, αποσπάσματα που κάνουν λόγο για την διοργανωτική ευχέρεια και τον πρωτοφανή συλλογισμό του Μήτσου Σταμούλη, κατά την αντίσταση των γυναικών στους τζαντάρηδες το 1938 στο «Παραλίβαδο», που επιχείρησαν να πάρουν τα μη καταγεγραμμένα ζώα του χωριού. Να τα προωθήσουν στο σφαγείο:

«Μεσημέρι. Το επιτελείο συνεδρίαζε ακόμα. Οι στιγμές κρίσιμες…! Τότε σηκώνεται στο πόδι ο Μήτσος Σταμούλης. Ένας από τους λίγους εξόριστους στην Κρούγια εξαιτίας της σχολικής απεργίας. Τετραπέρατος. Με πέντε τάξεις Δημοτικού, μα που μπορούσε να τα βγάλει πέρα και με τους καλύτερους δικηγόρους, σαν τον Βασίλη Ζιώγκο και τον Γιάννη Διαμάντη. Ο πιο διακεκριμένος πρόεδρος της Δερβιτσάνης! Ένα αξέχαστο ταλέντο της γενιάς μας! Μπορούμε να πούμε και του αιώνα μας!

– Ακούστε χωριανοί! – τους λέει. Ενάντια στους τζαντάρηδες να στείλουμε τις γυναίκες! Τους άντρες μπορεί και να τους πυροβολήσουν. Δεν ξέρουμε τι διαταγές έχουν! Μα τις γυναίκες δεν μπορούν να τις πυροβολήσουν ποτέ! Μάλιστα, δεν θα το έχουν σκεφτεί καθόλου ένα τέτοιο στρατήγημα. Να τους επιτεθούμε με τις γυναίκες».

Για την αντίσταση που έληξε με επιτυχία, ο αφηγητής περιέγραψε:

«Στον πλάτανο του χωριού, που σιμά του ήταν το Χάνι και το καφενείο του Σταμούλη, τσούρμο κόσμος. Όχι μόνον τα τραπέζια, μα και όλοι οι γύρω σοφάδες, γεμάτοι από άντρες και νέους. Χαρωπά πρόσωπα. Όλοι κάτι ήθελαν να πουν. Πιο συγκεκριμένα οι δημογέροντες του χωριού. Χαμογελούν περήφανα για το στρατήγημά τους.

Απότομα επικράτησε μια πλέρια σιωπή. Σηκώθηκε ο μπαρμπα – Μήτσιος με το ποτήρι στο χέρι. Κι αμέσως σηκώνονται όλοι και στα τραπέζια και στους σοφάδες. Ήταν μια συγκινητική στιγμή. Άκουσαν μόνο λίγες λέξεις, που θα μείνουν αλησμόνητες σ’ όλη τους τη ζωή:

-Να ζήσουν οι Αμαζόνες της Δερβιτσάνης! -Να ζήσουν! – αντήχησε σε όλο το χωριό».

Τώρα χάσαμε τη σειρά του διαλόγου. Την αυτοσυγκράτηση. Μιλάμε όλοι απανωτά και δεν ακούει κανένας. Δεν σεβόμαστε τον μεγαλύτερο, τον μορφωμένο, τον ειδικό…, να μας πει περισσότερα. Μπαίνουμε ο ένας στο χωράφι τ’ άλλου. Φυτρώνουμε εκεί που δεν μας σπέρνουν.

Με τα μυαλά που κουβαλάμε, μια ζωή θα σερνόμαστε. Θα χάνουμε διαρκώς. Εμείς και τα παιδιά μας.

Κανείς, μα κανείς μέχρι σήμερα, που ανέλαβε πρωτοβουλία ν’ ασχοληθεί με τα κοινά, δεν έδειξε σοβαρός, μετρημένος. Εκμεταλλεύτηκε την εκτίμηση, την εμπιστοσύνη του κόσμου, μόνο για δικό του βόλεμα.

Γιώργος Μύτιλης