Έτσι… η πρώτη ημέρα του αλβανικού ζυγού βάφτηκε με Δρυμαδιώτικο αίμα

Έτσι… η πρώτη ημέρα του αλβανικού ζυγού βάφτηκε με Δρυμαδιώτικο αίμα

Από τις σελίδες του βιβλίου του Κώστα Ν. Δέδε: «ΔΡΥΜΑΔΕΣ ΧΕΙΜΑΡΡΑΣ» που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις «ΣΕΙΡΙΟΣ» το 1978.

«…Εποχή Φαν Νόλι

α)Τα τρία πρώτα χρόνια στον αλβανικό ζυγό

Τον Αύγουστο του 1921 οι Αλβανοί πάτησαν οριστικά τη Χειμάρρα και έτσι πήρε τέλος η Ανεξαρτησία της. Διοικητής του αλβανικού τάγματος που μπήκε στο χωριό μας , ήταν ο περιβόητος και τρομερά μισέλληνας Αζίζ Τσάμης, από την Τσαμουριά. Οι κάτοικοι του χωριού μας βλοσυροί και απαθείς παρακολούθησαν το πρώτο αλβανικό ασκέρ – μπουλούκ που έμπαινε στο χωριό μουδιασμένο, φοβισμένο και δισταχτικό, από την κρύα ατμόσφαιρα υποδοχής. Πήρε λίγο θάρρος άμα αντίκρυσε την αλβανική σημαία ψηλά στην ελιά του φιλαλβανού συμπατριώτη μας Νικολάκη Γιάννη. Ο στρατός καταστάλαξε στο προαύλιο του Σχολείου και τόρριξε στο γλέντι που το συνόδευαν συνεχή σμπάρα.

Γιόρταζαν την κατάληψη της Χειμάρρας! Και μάλιστα χωρίς αντίσταση… Τα αδέσποτα βλήματα είχαν σαν αποτέλεσμα να πληγωθεί στην κοιλιακή χώρα θανάσιμα ο εξαίρετος συμπατριώτης μας Θανάσης Γκικούριας.

Μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Υπόκυψε στο βαρύ του τραύμα και άφησε την τελευταία του πνοή στο όμορφο νησί των Φαιάκων, που το είχε τόσο αγαπήσει. Η Χειμάρρα έκλαψε άλλο ένα παλληκάρι και η οικογένεια του τον στοργικό προστάτη. Ακέριος χαρακτήρας, τίμιος και αφάνταστα κοινωνικός. Είχε μεγάλη δημοτικότητα και ο πατριωτισμός του δεν γνώριζε όρια. Προαισθάνθηκε το θάνατο του. Καλός ερμηνευτής της ωμοπλάτης, είχε παρατηρήσει μια απ’ αυτές και δεν του άφησε καμιά αμφιβολία για το μοιραίο που προμήνυε και που αφορούσε αυτόν τον ίδιο. Τις ανησυχίες του και την βεβαιότητα του για το τέλος της ζωής του είχε εκμυστηρευτεί σ’ ένα θείο του. Έτσι η πρώτη ημέρα του αλβανικού ζυγού βάφτηκε με Δρυμαδιώτικο αίμα. Ο κόσμος με την παλλαϊκή του συμμετοχή στο μεγάλο αυτό πένθος αδιαφόρησε για την παρουσία των Αλβανών.

Τα δύο πρώτα χρόνια κύλησαν με μια παθητική στάση των Χειμαρριωτών στις κινήσεις και ενέργειες του νέου καταχτητή. Κρατούσαν καθολική αποχή από τη δημόσια ζωή. Ελάχιστοι οι Χειμαρριώτες που κινήθηκαν από καθαρά συμφεροντολογικά κίνητρα και υπάκουαν στις δελεαστικές αλβανικές προτάσεις και έπιασαν θέσεις κυβερνητικές στο νεοσύστατο κράτος.

Είχε τούτο τρομερή έλλειψη μορφωμένων στελεχών για να διοργανώσει τις δημόσιες υπηρεσίες. Οι Χειμαρριώτες τότε, όπως και άλλα βορειοηπειρωτικά τμήματα, εκτός της Κορυτσάς – περιφρόνησαν τις προσκλήσεις των Αλβανών. Η στάση αυτή ήταν απόρροια του συνθήματος της γενικής αποχής των ηγετών του τόπου και που προέρχονταν από κακή και εσφαλμένη εκτίμηση της τραγικής κατάστασης. Ενώ τα μηνύματα από την ελεύθερη πατρίδα ήταν αντίθετα και συμβούλευαν τον κόσμο να εκμεταλλευτούν την προσφορά σαν πολύ συμφέρουσαν. Η τακτική της αποχής αποδείχτηκε πολύ επιζήμια για τα συμφέροντα του τόπου γενικά. Αλλά αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Στα πρώτα αυτά χρόνια το νέο κράτος ζούσε σε φοβερή αβεβαιότητα. Το συγκλόνιζαν τρομερές πολιτικές ταραχές. Αγώνες συνεχείς μεταξύ φατριών, ποια να επικρατήσει, με πρωταγωνιστή πάντα τον τρομερό λαοπλάνο Μαυρομάτη ή Φαν Νόλι, ψευτοεπίσκοπο, που είχε τάξει σκοπό παράλληλα με την κομουνιστικοποίηση της Αλβανίας και τον αφανισμό της ελληνικής ορθοδοξίας. Όλα δε τα δεινά που έπεσαν στον αλβανικό χώρο, στα πρώτα βήματα της συγκρότησης του νέου κράτους προήλθαν από το πρόσωπο αυτό. Ας αφήσουμε σημαίνοντα πρόσωπα της χώρας αυτής, που είχαν την ατυχία να τον γνωρίσουν, να παρασυρθούν απ’ αυτόν και να συνεργαστούν, να τον χαρακτηρίσουν όπως του ταιριάζει. Τους χαρακτηρισμούς αυτούς τους αναφέρει ο Ν.Γ. Αργυροκαστρίτης στην πετυχημένη και άριστα τεκμηριωμένη ιστορική πραγματεία, για τον αλβανικό χώρο με τον τίτλο «Οι υιοί των μισθοφόρων», (σελ. 21 και 25) και είναι παρμένα από τα δημοσιεύματα των αλβανικών εφημερίων «ΒΑΤΡΑ» και «ΝΤΙΕΛΙ¨.

Ο Φαήκ Κονίτσα γράφει: «Μας κοροϊδεύει ένας ξένος, τον οποίο δεν γνωρίζουμε καθόλου, παρά μόνον από τα παραμύθια, τα οποία αυτός ο ίδιος μας έλεγε ως δήθεν χριστιανός και Αλβανός και με το ψευδώνυμο Φαν Νόλι… Φθάσαμε μέχρι του σημείου να μας διασπάσει ένας βρωμερός, ο οποίος πιθανόν να είναι Τούρκος ή Αρμένιος ή Αράπης ή οτιδήποτε άλλο, αλλά μόνο Αλβανός δεν δύναται να είναι…». Και πιο κάτω συνεχίζει: ‘Όταν ψάλλουν εις την Εκκλησίαν δια τον (Επίσκοπον) Φαν Νόλι ας λέγουν δια αυτόν… Αφορισμένος να είσαι… ώ πράκτορα του Λένιν, ο οποίος επρόδωσες την Θρησκείαν και το Έθνος και με το προσωπείον της Θρησκείας διακηρύσσεις την αιματοχυσίαν και αδελφοκτονίαν μεταξύ των Αλβανών…». Τέλος ο αλβανός συγγραφέας Τ. Σελενίτσα λέγει: «ήτο φιλελεύθερος κληρικός, συντηρητικός, κομουνιστής, μπολσεβίκος, εθνικιστής, διεθνιστής, αναρχικός και οτιδήποτε άλλο υπήρχε εις τον κόσμο το οποίον να είχε θρόνον και αξίωμα…».

Στο χρονικό διάστημα της διακυβέρνησής του ο κόσμος ζούσε σε μια διαρκή αγωνία και σε συνεχείς πιέσεις. Μια ζωή για τους σκλάβους αδελφούς αφόρητη. Έτσι κάποτε φτάσαμε και στα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν και που περιγράφονται πιο κάτω.

β) Πρώτη απόπειρα κατάργησης των Προνομίων

Το 1924 κυβερνούσε την Αλβανία ο μισέλληνας και εχθρός της Ελληνικής μειονότητας Φαν Νόλης. Το ποιόν του ανθρώπου το σκιαγραφήσαμε στο κεφάλαιο «περί θρησκείας». Ένα από τα μελήματά του, που κυριολεκτικά τον απορροφούσε, ήταν η κατάργηση των προνομίων της Χειμάρρας. Όταν πλησίαζε ο τρύγος, έβγαλε σχετική διαταγή κατάργησης των προνομίων και διέταξε να εφαρμοσθεί αμέσως ο απαραίτητος έλεγχος στη συγκομιδή, από απεσταλμένους ειδικούς υπαλλήλους καταγραφής των εισοδημάτων και ταυτόχρονα η εφαρμογή φορολογίας του δεκάτου, κάνοντας αρχή από τη συγκομιδή των σταφυλιών. Όσο για τον λεγόμενο (σιτέ) φόρο στα οινοπνευματώδη ποτά, θα ρυθμίζονταν με το σφράγισμα των καζανιών και τη σχετική άδεια της αποσφράγισης μπροστά σε εφοριακό υπάλληλο. – Κατά τον Ιούλιο μήνα οι πρόκριτοι της Επαρχίας κλήθηκαν στη διοίκηση της Χειμάρρας και υποχρεώθηκαν να υπογράψουν την κατάργηση των προνομίων, για να αποφύγουν τις αυστηρές κυρώσεις. – Οι πρόκριτοι απέρριψαν με αγανάκτηση τον κυβερνητικό εκβιασμό κι αρνήθηκαν την υπογραφή του. Η διοίκηση τότε συλλαμβάνει τους πρόκριτους και τους οδηγεί σε εκτόπιση με προορισμό τον Αυλώνα.

Οι εξορισθέντες ήσαν: Γιάννης Κονόμος (Παλάσσα), Κόλια Μούτσος (Δρυμάδες), Δημ. Γκιομέμος (Βούνο), Δημ. Λάππας (Πύλιουρι), ιατρός Τσάνες (Κούδεσι), Νάκε Λέκκας (Κηπάρον) και Γ. Μπολάνος, Θ. Μπολάνος και Αρ. Γκόρος (Χειμάρρα).

Η εκτόπιση των προκρίτων είχε σκοπό να τσακίσει την αγωνιστική διάθεση των Χειμαρριωτών. Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε αυστηρή κυβερνητική απαγορευτική διαταγή για τη συγκομιδή των σταφυλιών. Και πάρθηκαν για το σκοπό αυτό δρακόντεια μέτρα.

Κινητοποιήθηκε ολόκληρη η δύναμη της Χωροφυλακής της περιοχής Αυλώνα και στάλθηκε στη Χειμάρρα για να ενισχύσει την εκεί τζανταρμαρία. Ενισχύθηκαν και με τμήματα του στρατού. Όλη αυτή η δύναμη σκορπίστηκε στην Επαρχία κι έπιασε τα επίκαιρα σημεία στους αμπελώνες και στους οδικούς κόμβους των κοινοτήτων. Τα σταφύλια όμως σε μερικές περιοχές είχαν ωριμάσει και υπήρχε κίνδυνος καταστροφής της παραγωγής. Τα χωριά βρίσκονταν σε συνεχή επαφή και σε πρωτοφανή δραστηριότητα. Πάρθηκε τότε κοινή απόφαση να αρχίσει ο τρύγος με κάθε τρόπο και άρχισαν απ’ τους Δρυμάδες.

γ) Ο τρύγος του θανάτου – Ηρωίδες Χειμαρριώτισσες.

Έτσι, στις 20 Αυγούστου 1924, άρχισε ο τρύγος δοκιμαστικά από τα αμπέλια της τοποθεσίας Λαγκαδάκια «μεγάλη χώρα» και στους αμπελώνες των Μπιφσαίων. Τον τρύγο ανέλαβαν υπεύθυνα μόνο γυναίκες με επικεφαλής δύο γεροδεμένες συννυφάδες της οικογένειας Μπίφσα, την Τσάντω και την Ουρανία. Μάζεψαν κανονικά τα σταφύλια και φορτωμένες με τις κόφες και τραγουδώντας αδιάφορα, πήραν το δρόμο προς τη συνοικία τους. Πριν φτάσουν στον προορισμό τους κατέφθασε δύναμη Χωροφυλακής και τμήμα στρατού και τις εμπόδισε να προχωρήσουν. Επικεφαλής στο άγημα ήταν ο Ενωμοτάρχης Βαγγέλης Γιάννης. Τόσο αυτός όσο και οι άλλοι άντρες κακοποιήθηκαν από τις λεβεντογυναίκες και διώχτηκαν. Ο Βαγγέλης Γιάννης βρέθηκε σε αδυναμία να τα βάλει με τις γυναίκες και στράφηκε να συλλάβει τους άντρες της συνοικίας, αλλά δεν κατάφερε τίποτε, γιατί οι τελευταίοι είχαν εξαφανισθεί απ’ την περιοχή. Την άλλη μέρα κλήθηκαν σε γενική συγκέντρωση οι άντρες του χωριού.

Κρατήθηκαν 22 από τους προκρίτους, με επικεφαλής τους Προέδρους Σπύρο Κουμή και Κοσμά Ντούνη και οδηγήθηκαν στη Χειμάρρα όπου και φυλακίστηκαν. Μεταξύ εκείνων που πιάστηκαν ήταν και οι: Κίτσος Βασίλη, Γεράσιμος Ντούνης, Νικολάκη Ρούτσης και άλλοι. Στις φυλακές της Χειμάρρας βρήκαν φυλακισμένους σχεδόν όλους του Χειμαρριώτες, ακόμα και παιδιά από 14 ετών και άνω, που είχαν συλλάβει οι τοπικές αρχές προληπτικά. Το επεισόδιο των Δρυμάδων είχε τονώσει περισσότερο τη μαχητική διάθεση των Χειμαρριωτών. Ήταν καιρός πια να κινητοποιηθεί το κέντρον της Επαρχίας, η Χειμάρρα. Δέκα μέρες μετά τα γεγονότα των Δρυμάδων, η Χειμάρρα όρισε σαν μέρα για δράση την 1η του Σεπτέμβρη.

Οργάνωσαν μυστικά τις ομάδες από όλες γενικώς τις γυναίκες της Χειμάρρας, 15 σε κάθε ομάδα και επί κεφαλής τοποθέτησαν γυναίκες ηλικιωμένες και με κύρος. Τα ξημερώματα αυτής της μέρας σκορπίστηκαν στους αμπελώνες. Άρχισαν το συμβολικό τρυγισμό με τραγούδια και η ατμόσφαιρα στην ύπαιθρο πήρε κείνο το πρωινό πανηγυρικό χαρακτήρα. Και αφού μάζεψαν μια μικρή ποσότητα σταφυλιών στις κόφες τους κρατώντας ραβδιά στα χέρια πήραν το δρόμο του γυρισμού στην πόλη. Βάδιζαν αργά – αργά, ομάδες – ομάδες. Μόλις πλησίασαν στο Διοικητήριο, η ένοπλη δύναμη του προσπάθησε να εμποδίσει το πέρασμα τους.

Οι γυναίκες ατάραχες προχώρησαν κι άρχισαν να αντιμετωπίζουν θαρραλέα τις ξιφολόγχες με τα ραβδιά τους. Και ήταν τέτοια η ορμή τους και η αγωνιστική μανία τους, ώστε απώθησαν τους στρατιώτες μέσα στην αυλή του Διοικητηρίου και τόλμησαν ακόμα μανιασμένες να μπουν στο οίκημα. Τότε δόθηκε το σύνθημα στους σκοπούς να πυροβολήσουν. Από τους πυροβολισμούς που ακολούθησαν χτυπήθηκαν δύο γυναίκες, η Αθηνά Κίτσο Δημογιάννη 30 χρονών και η Ελένη Καλούση 50 χρονών. Πανικόβλητοι οι στρατιώτες έκλεισαν αμέσως τις πόρτες και ταμπουρώθηκαν πίσω τους. Η άνανδρη αυτή ενέργεια των αλβανικών οργάνων εξαγρίωσε τις γενναίες Χειμαρριώτισσες. Προμηνύονταν μεγάλο κακό. Η ψυχραιμία όμως των πιο ηλικιωμένων, συγκράτησε τις πιο θερμόαιμες και περιορίστηκε το κακό ως εκεί.

Περήφανες σήκωσαν τις χτυπημένες ηρωίδες στους ώμους τους και συνέχισαν την πορεία προς το σπίτι των πληγωμένων. Τότε συνέβη το εξής: Με το επεισόδιο έκαμε την εμφάνιση του έξω από το Διοικητήριο ο ατρόμητος Χειμαρριώτης Κίτσο Πάνος (Δημογιάννης), σε έξαλλη κατάσταση και περιφρονώντας τα όργανα της τάξης, φώναξε και ζήτησε από τα παιδιά που ήταν γύρω, να τρέξουν να πάρουν τα όπλα τους και να χτυπήσουν τους φρουρούς. Αλλά δυστυχώς δεν καταλάβαινε ότι αποτεινόταν σε παιδιά αμούστακα του Δημοτικού Σχολείου…

Το αιματηρό αυτό επεισόδιο, συντάραξε όλη την Αλβανία και φυσικά την Κυβέρνηση. Αμέσως μετάφεραν τους εξόριστους πρόκριτους Χειμαρριώτες από τον Αυλώνα και το Φίερι για λόγους προληπτικούς. Η Χειμάρρα ήταν ανάστατη και έβραζε απ’ άκρη σ’ άκρη σαν σ’ ένα μεγάλο καζάνι. Το αίμα που χύθηκε των αθώων γυναικών προχωρούσε θύελλα φοβερή. Τούτο το γνώριζε η Κυβέρνηση και τα κατάφερε να το αποφύγει υποχωρώντας. Αναγκάστηκε να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τη Χειμάρρα. Απαραίτητος όρος όμως των ατρόμητων Χειμαρριωτών για τις διαπραγματεύσεις ήταν η άμεση αποφυλάκιση των Χειμαρριωτών και η επιστροφή των προκρίτων. Ο όρος αυτός έγινε δεκτός χωρίς συζήτηση. Η συμφωνία, που ακολούθησε, ήταν μια περιφανή νίκη και πλήρη επικράτηση των Χειμαρριώτικων απόψεων.

Τα προνόμια θα διατηρούνταν και όλη η Χειμάρρα θα πλήρωνε μόνο συμβολικό φόρο – κάπου 1000 ναπολεόνια αλβανικά και τίποτα παραπάνω. Έτσι έκλεισε άλλη μια ωραία και απαράμιλλη σελίδα της Χειμαρριώτικης ιστορίας, που σφραγίστηκε με το χυμένο αίμα των ηρωίδων της. Η λαϊκή ποίηση απαθανάτισε το γεγονός με στίχους. Θα αναφέρω μερικούς απ’ αυτούς:

Ditën e Protostatorit (= Την πρώτη του Σεπτέμβρη)

të Hënën në saba ( = τη Δευτέρα το πρωί)

doll’ Himarra për të vjelur (= βγήκε η Χειμάρρα να τρυγήσει)

Qeveria nuk e la (= την εμπόδισε η Αρχή)

Qeveria s’ e bëre mirë (= Κυβέρνηση δεν έκανες καλά)

që bëre luftë me gra (=που έκαμες πόλεμο με γυναίκες)

Με την αποφυλάκιση των Χειμαρριωτών πρώτη ενέργεια των κατοίκων ήταν να σκοτώσουν το Διοικητή της Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής. Αλλ’ αυτός θρασύδειλος και με συνοδεία κατέφυγε στην πατρίδα του κατευθείαν. Η Κυβέρνηση τον αντικατέστησε. Αλλά για καιρό πολύν η περιοχή βρισκόταν σε επιφυλακή για την αποφυγή αντιποίνων.

δ)Ο απαίσιος Διοικητής Αζήζ Τσάμης

Τελειώνοντας προσθέτουμε το πορτραίτο του Διοικητού Αζήζ Τσάμη. Ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Ένας φανατικός μισέλληνας, ένας θρασύδειλος φονιάς. Η Κυβέρνηση της εποχής βρήκε στο πρόσωπο του το κατάλληλο όργανο για να πετύχει το σκοπό της. Η πολιτεία αυτού του απαίσιου ανθρώπου καταφάνηκε αργότερα, και στα γεγονότα του 1940.

Όταν παρουσιάστηκε στους Ιταλούς και ζήτησε να του δώσουν άδεια να συγκροτήσει σώμα εθελοντικό για πολεμήσει στο πλάι των Ιταλών κατά των Ελλήνων. Πράγμα που έγινε και ακολούθησε ο δουλοπρεπής αυτός τύπος τα Ιταλικά στρατεύματα. Με την προσωρινή προέλαση των Ιταλικών δυνάμεων στον παραλιακό τομέα, όταν άρχισαν οι επιχειρήσεις έφθασε με τους ληστοσυμμορίτες του και μέχρι την Ηγουμενίτσα. Με την άτακτη οπισθοχώρηση των Ιταλών εξαφανίστηκε για να ξαναεμφανιστεί τον Ιούνιο 1941 με το ασκέρι του και να θρονιαστεί για καλά στην ταλαίπωρη Θεσπρωτία. Εκεί επιδόθηκε σε όργιο και εγκλήματα σε βάρος των Θεσπρωτών. Τέλος, το 1943 βρήκε τραγικό θάνατο, όπως του ταίριαζε και μάλιστα από ένα γύφτο.

Τις 24 του Δεκέμβρη 1924 ήρθε και η πτώση του περιβόητου Φαν Νόλη και η κατάληψη της εξουσίας από τον Αχμέτ Ζώγκου. Ο τελευταίος επικύρωσε τη συμφωνία της Κυβερνήσεως Χειμάρρας, αναγνωρίζοντας τα προνόμια της».

Σχετικά άρθρα: