Ήταν μια φορά ένας δάσκαλος

Ήταν μια φορά ένας δάσκαλος

Του Θανάση ΜΠΟΛΟΥ

Κι’ έτσι μπορούμε να αρχίσομε, σαν θέλομε να γράψομε για ένα δάσκαλο των πενήντα και άνω χρόνων πριν: «Ήταν μια φορά ένας δάσκαλος». Μοιάζει λιγάκι με το «Μια φορά κι έναν καιρό» των παραμυθιών, όμως δεν έχει καμιά σχέση με το παραμύθι. Να αραδιάζεις στο χαρτί τις μνήμες σου για τη συμπεριφορά του δάσκαλού σου, που σ’ έμαθε την αλφαβήτα και την προπαίδεια, ποτέ δεν είναι παραμύθι. Αντίθετα είναι σωστή ιστορία.

Αν ένας καλός γιατρός, με μια σωστή διάγνωση και θεραπεία σώζει τη ζωή ενός αρρώστου, ένας καλός δάσκαλος, με άρτια κατάρτιση και σωστή διδασκαλία, προφυλάσσει ταυτόχρονα δεκά­δες άτομα από τις μολύνσεις και τις αρρώστιες, όχι μόνον του σώματος, μα και του πνεύματος, και της συνείδησης. Δηλαδή, μια καλή διδασκαλία ενός δάσκαλου, εξοπλισμένου με σωστές επιστημονικές γνώσεις, που διατυπώνονται σωστά με το στόμα του και ξεκινούν από την εγκάρδια επιθυμία του να συμπληρώσει με επιστημονικό νέκταρ τα κενά και άγραφα πεδία της εγκεφαλικής μεμβράνης των μαθητών, θα συμβάλει κατά πολύ στο να μείνει αύριο, αυτός ο καλός γιατρός, χωρίς πολύ δουλειά. Κι όχι μονάχα ο γιατρός, μα θα προξενήσει «ανεργία» στα δικαστήρια και θα συμβάλει στην ποιοτική ανύψωση της κοινωνίας. Θα προκαλέσει «συνοστισμό» στα εργαστήρια επιστημονικών ερευνών, στα κέντρα τεχνολογικής ανάπτυξης και στους κλάδους ευρεσιτεχνίας.

Και ποιος δάσκαλος δε θα το θέλει να συγκαταλέγεται σε κατάλογο τέτοιων δασκάλων, που να κλείνουν τις θύρες των νοσοκομείων και των δικαστηρίων και να ανοίγουν πόρτες και παράθυρα στην επιστήμη; Όλοι το θέλουν. Όλοι το θέλουν μα λιγότεροι το πετυχαίνουν. Γιατί; Είναι τόσο δύσκολο να γίνεις τέτοιος δάσκαλος; Καθόλου δύσκολο δεν είναι. Χρειάζεται μονάχα επιστημονική κατάρτιση, την οποία νομίζουν πως έχουν όλοι εφόσον κρατούνε δίπλωμα(!). Χρειάζεται επαγγελματική τέχνη και συνείδηση. Χρειάζεται και μια μετρημένη και ελεγμένη δασκαλική «σχολαστικότητα», την οποία εγώ θα ’λεγα δασκαλικό μεράκι, πράγμα που πολλοί το αποφεύγουν για να μη θεωρηθούν σχολαστικοί(ί). Το βασικότερο όμως που είναι απαραίτητο για να σε αναδείξει τέτοιο δάσκαλο, είναι να «ερωτευτείς». Να ερωτευτείς; Με ποιον; Ναι! Να ερωτευτείς με τους μαθητές, που μακριά τους να θεωρείς τον εαυτό σου στο κενό! Τέτοιος ακριβώς ήταν ο δάσκαλος Βασίλης Χήτος, από την πόλη του Αργυροκάστρου, που μας άφησε ανεξίτηλα ίχνη στη συνείδησή μας.

1935. Σεπτέμβριος. Έναρξη της σχολικής χρονιάς ύστερα από μια μεγάλη ανάπαυλα, ύστερα από τη σχολική απεργία, που έγινε στα χωριά μας ένα χρόνο γρηγορότερα. Στο ορεινό Χλωμό μας μάς ήρθαν τότε τρεις δάσκαλοι και μια δασκάλα. Ήμασταν 130 μαθητές και μαθήτριες στο Πλήρες, τότε, Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο Όλοι οι δάσκαλοι αγαπητοί και αξιοσέβαστοι. Μα εμάς των μικρών μας έκανε εντύπωση ένας νέος δάσκαλος που θα ήταν στα είκοσι με εικοσιδυό του χρόνια. Μέτριος στο ανάστημα, με ίσια καστανά μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω, σχετικά πλατύ το μέτωπο και το μάλλον λευκό πρόσωπό του. Περίπου γαλανά τα μάτια του. Τα χείλη του ήξεραν μόνο να χαμογελούν σοβαρά, προδίνοντας έτσι την αγαθή ψυχική του διάθεση.

Κρατούσε γραβάτα το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι, το ανοιγμένο του πουκάμισο στο πρώτο του κουμπί εξέθετε ένα πλατύ, σχετικά δασύ στήθος. Τα φορέματά του, περίπου πάντοτε γκρίζα, κατέληγαν σε ένα πλατύ παντελόνι των 29-30 πόντων, όχι όμως στενεμένο στα γόνατα. Χρησιμοποιούσε χασκόλ. Καπέλο μόνο σε επισημότητες και τα παπούτσια του πλατιά με στρογγυλεμένες τις «μύτες». Πόση εντύπωση κάνει στα παιδιά η παρουσία του δάσκαλου, πόσο μάλλον η συμπεριφορά του, και ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού! Ήμουν τότε τρίτη τάξη. Εννιά χρονών. Τί δε θυμούμαι! Ας αναφέρω μονάχα μερικές στιγμές από τα μαθηματικά, από τα τεχνικά μαθήματα και τον αθλητισμό. Ενώ από τις ελεύθερες ώρες αξίζει να θυμηθούμε πώς περνούσαμε τα απογεύματα και στους περιπά­τους. Και μια πρωτότυπη εκδήλωση αποτελούσε το «Μαθητικό Δικαστήριο».

Διάλεξα τα μαθηματικά γιατί συνήθως είναι «δύσκολο» σε πολλούς μαθητές και χρειάζεται να το χειριστεί κατάλληλα ο δάσκαλος έχοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κάθε μαθητή. Ο δάσκαλός μας αυτός είχε αυτή την ικανότητα και τη δεξιοτεχνία. Κι εγώ ήμουν ένας δύσκολος μαθητής στα μαθηματικά. Δεν τα «άρπαζα» γρήγορα. Έπρεπε να σκεφτώ. Αυτό όμως δεν τον εκνεύριζε αυτόν το δάσκαλο όπως άλλους δασκάλους προηγούμε­να. Απεναντίας τον υποχρέωνε να βρει τρόπους και μέθοδες να μάθει αριθμητική κι εμένα με τη συντροφιά μου. Ένα παράδειγμα: Όπως φάνηκε, την άλλη βδομάδα θα μας εξηγούσε τη« μέθοδο των τριών». Πολλές μέρες πριν, σε κάποιο διάλειμμα, κατά τα οποία βρίσκονταν συνήθως μεταξύ μας, μάς ρώτησε:

«Ποιος ξέρει πόσα μέτρα είναι αυτό το κυπαρίσσι;» και μας έδειξε ένα από τα πολλά κυπαρίσσια που στολίζουν το αυλόγυρο.

Εμείς κοιταχτήκαμε μεταξύ μας, απορέσαμε γιατί δε μπορούσαμε να καταλάβομε πώς θα γίνονταν να κρατήσομε τη μεζούρα από την κορυφή του κυπαρισσιού κι ως τη ρίζα του για να το μετρήσομε, και είπαμε:

«Και ποιος μπορεί, κύριε, να ανεβεί ως εκεί πάνω;»

Όχι, χωρίς να ανεβούμε εκεί. Από δω κάτω να το μετρήσομε.

Άλλη παραξενιά μεταξύ μας. Μα το ενδιαφέρον μας για να μετρήσομε το κυπαρίσσι έγινε τόσο μεγάλο, ώστε ανυπομονούσαμε πότε θα περάσει η βδομάδα να μάθομε το μυστηριώδικο μέτρημα. Κι εγώ κι οι σύντροφοι μου που είχαμε την αριθμητική σωστή αγγάρια, περιμέναμε την ώρα της με ενδιαφέρον. Κι η ώρα ήρθε. Το μάθημα θα γίνονταν έξω. Παράξενο! Γίνεται μάθημα στην αυλή; Ναι, γίνεται μάθημα στην αυλή!

Ο δάσκαλος πήρε μια βέργα. Τη μέτρησε με το μέτρο και τη βρήκε 100 πόντους. Την έστησε ορθή και μέτρησε τη σκιά της. Τη βρήκε 130 πόντους. Μέτρησε και τη σκιά του κυπαρισσιού και τη βρήκε 11 μέτρα.

Και τώρα, παιδιά, όλοι στην τάξη.

Έξω ήλιος δυνατός. Μέσα το σχολειό λιγότερο φωτισμένο. Ο δάσκαλος μας βοηθούσε και σε τέτοια δευτερεύοντα ζητήματα του καθήκοντος του, να μη δυσκολευτούμε π.χ., στην όραση σαν μπαίναμε στην αίθουσα. Μας έλεγε: Κρατείστε λιγάκι κλειστά τα μάτια σας τώρα που μπαίνετε στην τάξη.

Όλοι γύρω στον πίνακα ανυπομονούσαμε να μάθομε πόσα μέτρα έναι το τόσο δικό μας κυπαρίσσι, που δεν του ξέραμε το μπόι.

Ο δάσκαλος άρχισε να εξηγάει και να κατατάσσει το πρόβλημα: 130 πόντους σκιά δίνει μια βέργα 100 πόντων οι 1100 πόντοι σκιά του κυπαρ. σε πόσο X; ύψος αντιστοιχούν;

Ύστερα αιτιολόγησε τα ποσά και κατέληξε στο συμπέρασμα: «Ο άγνωστος X; ισούται με τον υπεράνω αυτού αριθμόν επί το κλάσμα αντεστραμμένων».

δηλαδή: 100 X 1100/130 =8, 46μ.

Ας μην συνεχίσαμε την ώρα της αριθμητικής. Η ουσία είναι ότι όλα τα παιδιά μάθαμε να αγαπούμε τόσο πολύ την τόσο «δύσκολη» αριθμητική, ώστε περιμέναμε την ώρα της καλύτερα κι από το τραγούδι.

Τα τεχνικά μαθήματα απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα και δεξιοτεχνία από το δάσκαλο. Κι αυτή τη δεξιοτεχνία την είχε ο κύριος Χήτος. Στην ώρα της μουσικής θα είχε μαζί του χωρίς άλλο και το μαντολίνο. Κι αυτό παράξενο για μας. Μουσικά όργανα τότε κρατούσαν μοναχά οι λαλητάδες. Τί χρειάζονταν το μαντολίνο στο δάσκαλο; Πολύ τον χρειάζονταν. Με το μαντολίνο μας έδωσε την πρώτη μελωδία του πρώτου τραγουδιού που μας έμαθε. Ύστερα μας είπε να το τραγουδήσομε κι εμείς. Μα εμείς αναρωτιόμασταν ποιο τραγούδι να τραγουδούσαμε. Δεν είχαμε ακούσει καμιά λέξη τραγουδιστά.

Ακούσατε, είπε, από το μαντολίνο.

Δεν ξέρομε τα λόγια, κύριε.

Τα λόγια; Όχι με λόγια. Μόνο τη μελωδία. Θα το τραγουδήσομε όλοι μαζί έτσι, μπουσσφερμέ!

Δεν αργήσαμε να μάθομε και την πρώτη αυτή γαλλική φράση που ακούσαμε στη ζωή μας και θα πει «με κλεισμένο στόμα».

Σε μισή ώρα η μελωδία καταχτήθηκε. Περίσσεψε το τέταρτο της ώρας να μάθομε τα λόγια του τραγουδιού. Και τα μάθαμε. Τα θυμούμαστε και τώρα, ύστερα από πενήντα και περισσότερα χρόνια Το πρώτο αυτό τραγούδι ήταν τραγούδι για την Πατρίδα:

Για σε Πατρίδα πάλι,
που τόσον αγαπώ,
τ’αχείλι μου θα ψάλλει
τραγούδι με καημό.

Κι η γη του Παραδείσου
μου είναι ερημιά
τη χάρη τη δική σου
δεν έχει γη καμιά.

Καημένε δάσκαλε. Παινεμένε και αξιοσέβαστε. Το πρώτο τραγούδι που μας έμαθες ήταν τραγούδι αγάπης προς την Πατρί­δα. Ύστερα ακολούθησαν άλλα. Για τη φύση, για την εργασία, ακόμα και για το δροσερό μελτέμι. Και στο τέλος προσάρμοσες κάποιο άλλο για το νησί με το χωριό μας και μας έμαθες το τραγούδι της ιδιαίτερης Πατρίδας μας:

Χλωμάκι μου όμορφο,
καμαρωμένο,
στα ξένα κι αν μένω
δε σε ξεχνώ.

Τη νύχτα είμαι κοντά σου
ξάφνω σιμά σου
στην πιο γλυκιά γωνιά σου
που τόσο λαχταρώ(!)

Βέβαια δε θα ήσουν και ποιητής. Μα κάτι προσπάθησες να κάμεις κι εδώ. Και το πέτυχες με το παραπάνω. Τότε μας ενθουσίαζες, τώρα μας συγκινείς μ’ αυτά τα ενθύμια της σχολικής μας ζωής. Μας συγκινείς πολύ.

Μήπως είναι λιγότερες οι θύμησες από τις ώρες της ιχνογραφίας; Δεν χρησιμοποιούσε κοινές κιμωλίες για το σχεδιασμό κάποιου αντικείμενου στον πίνακα. Είχε εφοδιάσει το σχολειό με έγχρωμες κιμωλίες. Και πόσο μας προσήλκυαν τα χρώματα στο συνηθισμένο και κάπως ζοφερό φόντο του μαυροπίνακα. Εκτός αυτού το χέρι του δεν υστερούσε να παρουσιάσει αρκετά τέλεια, αντικείμενα που δεν υπήρχαν στο ορεινό Πωγώνι, όπως τη φραγκοσυκιά, όπως τα καΐκια στη θάλασσα, όπως το άσπρο γουρούνι που τότε ήταν άγνωστο σε μας.

Νομίζω φθάνουν αυτά για να καταλάβομε πώς κατόρθωνε αυτός ο δάσκαλος να μας επιβάλει με τόση καλοσύνη την αγάπη και το ενδιαφέρον μας προς τα άλλα μαθήματα, την ανάγνωση, τη γραμματική, τη γεωγραφία, ακόμα και προς αυτή την ορυκτολο­γία, που, στ’ αλήθεια, ήταν ένα μάθημα στριφνό για μας και δυσνόητο.

Και τώρα οι ελεύθερες ώρες. Εκείνα τα χρόνια το σχολικό ωράριο καθόριζε τέσσερις ώρες μάθημα ως τις 12 το μεσημέρι και δυο ώρες το απόγευμα. Μα και μετά απ’ αυτές τις δυο ώρες υπήρχε χρόνος και για διάβασμα και για χασομέρια. Ο δάσκαλος βρήκε τον τρόπο να μας απομακρύνει απ’ αυτή τη χασομέρια και τα περιττά τρεξίματα. Εκτός από άλλες πρωτόφαντες για τότε δραστηριότητες, οργάνωσε με μας «Κύκλους Χειροτεχνίας», όπου μαθαίναμε να δουλεύομε με πολύ μικρά πριονάκια στο κοντραπλακέ, μαθαίναμε χαρτοπλεχτική με ένα ειδικό χόρτο ή ασχολούμασταν με οργανω­μένα παιχνίδια τραπεζιού και στη φύση.

Μια σοβαρή απασχόληση στις ελεύθερες ώρες ήταν οι δοκιμές που κάναμε για τις θεατρικές παραστάσεις που δίναμε στα χειμωνιάτικα πασχαλόγιορτα και στο τέλος της σχολικής χρο­νιάς. Δε μπορώ να ξεχάσω δυο απ’ αυτές: Την πρώτη που έγινε κατά τις 20-21 Δεκέμβρη 1935 κι είχε σαν υπόθεση τη γέννηση του Χριστού, και κάποιο άλλο παρόμοιο δημιούργημα με τον τίτλο «Ο Μικρός Καμπούρης», το ρόλο του οποίου έπαιζα εγώ, και για να παριστάνω τον καμπούρη μού είχαν περάσει ένα προσκεφαλάκι κάτω από το πουκάμισο πίσω στις πλάτες. Ενώ στο τέλος της ίδιας σχολικής χρονιάς η δεύτερη παράσταση είχε σαν υπόθεση τον Τρωικό Πόλεμο με τον τίτλο «Έκτορας και Ανδρομάχη». Το ρόλο του Έκτορα έπαιζε ο Σταύρος Κωτσιαρέλης και της Ανδρομάχης η Μαριγώ Μπιζούκα. Θυμούμαι και τώρα ακόμα τα λόγια της Ανδρομάχης προς τον Έκτορα:

«Έκτορα κακορίζικε, η ορμή σου θα σε χάσει! Δε λυπάσαι ετούτο το μικρό μωρό σου, και μένανε την άμοιρη που θα μ’ αφήσεις χήρα.

«Το φόντο της σκηνής φιλοπονούσε ο νέος τότε ζωγράφος Κώστας Ζωγράφος. Στις παραστάσεις αυτές δεν έμενε μαθητής χωρίς να περνάει από τη σκηνή και να απαγγέλλει κάποιο ποιηματάκι.

Εκείνο που θα θυμούμαστε πάντα σα σταθμό στα παιγνίδια μας είναι ο καιρός που πρωτόειδαμε ένα μεγάλο τόπι, μεγαλύτερο κι από τα κεφαλάκια μας, να ’ναι τόσο ελαφρό και να πηδάει τόσο ψηλά. Είναι ακριβώς αυτή η σχολική χρονιά 1935-1936, που ο περίεργος αυτός δάσκαλος έπεισε τους γονείς μας για τις ανάγκες μας, κι εκείνοι διέθεσαν ό,τι είχαν. Αγοράστηκαν έτσι τα πρώτα τόπια: Οι μπάλες με τις σαμπρέλες και τα καλύματα, που φούσκωναν με ένα παράξενο για μας εργαλείο. Ένα μεγάλο στενόμακρο δίχτυ για το βόλεϊ μας το είπε «φιλέ». Τα ξύλα με τους σιδερένιους κύκλους της καλαθόσφαιρας για το μπάσκετ.

Ίσαμε τότε εμείς ξέραμε να κυνηγούσαμε τον αντίπαλο στο «Μεσιό» με το μπαλωματένιο τόπι. Μα τη μπάλα δε μπορούσαμε να τη ρίξομε σαν εκείνο, γι’ αυτό κι αρχίσαμε να την κλωτσούμε όπως- όπως. Πάλι ο περίεργος αυτός δάσκαλος βγήκε στη μέση: Όχι παιδιά, μη βιάζεστε. Με τη μπάλα θα μάθομε άλλα, καινούρια παιγνίδια.

Το χωριό μας ορεινό και κατηφορικό, δεν ευνοούσε την εκμάθηση του ποδόσφαιρου. Το τόπι, με ένα καλό σουτάρισμα, έφθανε στο ποτάμι. Ο δάσκαλος μας οδήγησε πολύ ομαλά στο χειρισμό της μεγάλης αυτής μπάλας με τα χέρια. Ύστερα μας έμαθε τους κανονισμούς του βόλεϊ και του μπασκετ-μπωλ. Χαράξαμε στον αυλόγυρο του σχολείου ένα μικρό γήπεδο, στήσαμε στη μέση το δίχτυ και, σιγά-σιγά, γίναμε επιδέξιοι παίχτες στο βόλεϊ. Δημιουργήθηκε στο χωριό νέα παράδοση. Σάββατο απόγευμα και Κυριακή είχαμε οργανωμένες συναντήσεις. Σιγά-σιγά το γήπεδό μας έγινε αξιοθέατο κέντρο από παρήλικες και νεότερους του χωριού.

Τα άλλα απογεύματα; Τα άλλα απογεύματα είχαμε λιγότερο χρόνο στη διάθεσή μας, γι’ αυτό και παίζαμε σύντομα παιγνίδια, εκείνα που είχαμε κληρονομήσει από τους προηγούμενους. Η μπάλα και το βόλεϊ δεν έγιναν πάθος μας αλλά αγαπημένη απασχόληση, που πλούτυνε την ποικιλία των παιγνιδιών κι έφερε καινούρια χαρά στην παιδική μας ζωή. Γι’ αυτό κι εμείς που είχαμε την τύχη να πέσομε στα χέρια ενός τέτοιου δάσκαλου, λέμε γι’ αυτόν τα καλύτερα λόγια…

Δεν το φαντάζομαι να είναι κανένας δάσκαλος, απ’ όσους πέρασαν ως τότε, που να διεκδικεί την πρωτοβουλία για τις οργανωμένες ολοήμερες εκδρομές μαθητών και δασκάλων στα τόσο γραφικά τοπία του χωριού μας. Όχι, δεν υπάρχει! Σ’ αυτόν οφείλεται κι αυτή η εκδήλωση των κοινών περιπάτων και των κοινών γευμάτων στη φύση.

Μας ήταν δύσκολο να συγκαθίσομε τότε, τρώγοντας μαζί, εξήντα κι εβδομήντα αγόρια και κορίτσια. Μ’ όλα ταύτα τα κατάφερε θαυμάσια ο σύγχρονος αυτός δάσκαλος υποκινώντας την επικοινωνία ανάμεσά μας σαν χωριατόπουλά και ανάμεσα στα αγόρια και κορίτσια. Την επόμενη βδομάδα μετά την πρώτη τέτοια εκδρομή, στις ελεύθερες ώρες μας οργάνωσε και μια διάλεξη με τίτλο και περιεχόμενο: «Ιντιβιντουαλισμός και κολεκτιβισμός». Από τότε, μικρούλια, μάθαμε και δυο πολύ ξένες και παράξενες λέξεις σαν κι αυτές. Έμεινε τίποτε μέσα μας από εκείνα που ακούσαμε για τον ιντιβιντουαλισμό και τον κολεκτιβισμό; Ασφαλώς όχι. Μόνον οι λέξεις. Όμως μια τέτοια διάλεξη ήταν κάτι σαν το ελαφρύ όργωμα των χωραφιών τον Αύγουστο, για να ξαναοργωθούν και να σπαρθούν την κατάλληλη εποχή. Αυτό έπρεπε να κάμει τότε ο δάσκαλος με μας, το ελαφρύ όργωμα. Και το ’καμε με επιτυχία και προς όλες τις κατευθύνσεις.

Σαν μεγαλώσαμε και λίγο και πήγαμε στην τέταρτη τάξη, άρχισε να δείχνει πως μας είχε αρκετή εμπιστοσύνη όσον αφορά τα σχολικά μας καθήκοντα. Στην ώρα του μαθήματος του πολλές φορές γίνονταν θεατής κατά των έλεγχο των γνώσεων. Καθόριζε στο ρόλο του δάσκαλου έναν από τους μαθητές. Κι ο μαθητής- «δάσκαλος» ρωτούσε τους συμμαθητές του τί ξέραμε από το χθεσινό μάθημα. Ο κύριος Χήτος όμως δεν ήταν απλός θεατής. Παρακολουθούσε λεπτομερειακά τη διαδικασία του ελέγχου των γνώσεων και έλεγχε ταυτόχρονα και το μαθητή-δάσκαλο με τις ερωτήσεις που μας απηύθυνε και τους υπόλοιπους με τις απαντήσεις που δίναμε. Ο τρόπος αυτός, βέβαια, απαιτούσε αρκετά ανώτερο επίπεδο μαθητικής συνείδησης και διαπαιδαγώγησής μας, γι’ αυτό δεν αποτελούσε κανόνα, αλλά μια ταχτική για την αποφυγή της καθημερινής μονοτονίας, και για έναν πιο ευρύ έλεγχο όχι μονάχα των γνώσεών μας αλλά και της συνείδησης και της ειλικρίνειάς μας. Έφθανε να μας έλεγε μονάχα μια φορά:

Κρίμα σας! Κι εγώ σας εμπιστεύομαι σαν συντρόφους μου. . !

Και το τελευταίο που έχω να πω για τον αξέχαστον αυτό δάσκαλο, είναι η οργάνωση του «Μαθητικού Δικαστηρίου». Σαν παιδιά που ήμασταν, είχαμε και τα τρωτά μας, τις αδυναμίες μας. Και λάθη κάναμε. Και τρέλες της ηλικίας. Και τσακωνόμασταν. Αυτά όμως έπρεπε να καταδικαστούν. Και την «καταδίκη» θα έπρεπε να την αποφασίσομε εμείς οι μαθητές. Όχι η απόλυτη κρίση του δάσκαλου.

Οργανώσαμε έτσι το περιβόητο Μαθητικό Δικαστήριο, το οποίο αποτελούνταν από τον πρόεδρο, το γραμματέα και τρία μέλη -όλοι μαθητές. Μια φορά την εβδομάδα συγκεντρωνόμασταν στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου και παρακολουθούσαμε την εκδίκαση των παραπτωμάτων και απειθαρχιών των συμμαθητών μας από το Δικαστικό Σώμα.

Τα παραπτώματα των μαθητών γράφονταν στο Βιβλίο Παραπό­νων, ένα τετράδιο που βρίσκονταν εκτεθειμένο στο διάδρομο του σχολείου καθ’ όλη την εβδομάδα, από οποιονδήποτε μαθητή που θα διαπίστωνε οποιαδήποτε αταξία σε οποιονδήποτε συμμαθητή του. Και ποιες ήταν οι αξίες του Μαθητικού Δικαστηρίου;

Η πρόοδος στα μαθήματα, η συμπεριφορά μας στο δρόμο και γενικά στο χωριό, οι καλές σχέσεις μεταξύ μας, η συμπεριφορά αγοριών-κοριτσιών, ο σεβασμός και η συμπεριφορά μας προς τους μεγαλύτερούς μας συγχωριανούς, γονείς και δασκάλους, ο σεβασμός των κανονισμών στη μελέτη ή και στο παιχνίδι μας -όλα αυτά αποτελούσαν γενική δική μας υπόθεση. Δηλαδή το καθήκον των δασκάλων για τον έλεγχο των παραπτωμάτων μας διευρύνονταν, όσο μπορούσε κι έφθανε ως εμάς. Γίνονταν αλληλοέλεγχος. Προσέχαμε πιο πολύ τη συμπεριφορά μας.

Βέβαια προσέχαμε γιατί κάθε Τρίτη απόγευμα θα απολογούμασταν μπροστά σε συμμαθητές και δασκάλους, κάποτε και μπροστά σε συγχωριανούς ακροατές. Εκείνο ήταν όλο. Η απολο­γία. Και ο πιο απείθαρχος μαθητής θα προτιμούσε την ερβαρτιανή βέργα στα κρυφά, παρά να βγει να ομολογήσει το οποιοδήποτε παράπτωμά του σε 140 άτομα μπροστά.

Μέχρι τότε ήταν μόνον ο δάσκαλος που μας έλεγχε τις αταξίες. Κι αν τύχαινε και μας τσάκωνε απροετοίμαστους στο μάθημα, ή θα μας άκουγε τα «άταχτα λόγια», και πολύ σπάνια ή ποτέ δα θα μπορούσε να μάθει τις αταξίες μας στο δρόμο ή αλλού. Το Μαθητικό Δικαστήριο πολλαπλασίασε τα μάτια ελέγχου και η μαθητική κοινότητα του σχολείου μας, από . . «δασκαλική απολυταρχία» μετατράπηκε σε «μαθητική δημοκρατία».

Δε θέλω να απολυτοποιήσω το δάσκαλο για το σπάνιο ενδιαφέ­ρον και τη μεγάλη του αγάπη προς τα παιδιά, για τον . . . «έρωτά» του προς αυτά. Δε μπορώ όμως να το αποφύγω. Υπάρχει ένα ντοκουμέντο που δε θα εκλείψει ποτέ από το χωριό: Το αθλητικό γήπεδο.

Ασφαλώς το γήπεδο αυτό δεν το ’φερε εκείνος στην πλάτη του. Είναι φκιασμένο στον κατηφορητόν αυλόγυρο της εκκλησίας. Όμως έγινε με την υποκίνηση και το ενδιαφέρον αυτού του δάσκαλου, για να αγωνίζονται στο τρέξιμο, στα άλματα, στις σκυταλοδρομίες, να παίζουν βόλεϊ και μπάσκετ-μπώλ όλοι οι μαθητές του χωριού, όσοι και αν είναι, ταυτόχρονα.

Τους πρώτους κασμάδες για την ισοπέδωσή τους ρίξαμε τότε εμείς, μαθητές και δάσκαλοι, κι ύστερα ανέλαβαν τις εργασίες οι γονείς μας, τις οποίες τελείωσαν την άλλη χρονιά. Στις 30 Μάη 1937 έγιναν τα εγκαίνια. Η τελετή είναι απαθανατισμένη σε φωτογραφίες από τη «ΡΕΚΑΝΙΑ» του κυρίου Χήτου.

Για όλα αυτά, και για τα περισσότερα που δε μπορούν να συμπεριληφθούν σ’ αυτή μου την ανάμνηση, η ευγνωμοσύνη μας προς τους γονείς μας, προς όλους τους δασκάλους μας, μα ιδιαίτερα προς τον υποκινητή και οργανωτή όλων αυτών των καινοτομιών, τον Αργυροκαστρίτη δάσκαλο ΒΑΣΙΛΗ ΧΗΤΟ, είναι πολύ μεγάλη, πολύ βαθιά και θα είναι παντοτινή.

Με βαθιά εκτίμηση προς τον
αξέχαστο δάσκαλό μου – 1989

Β Χ
Βασίλης Χήτος και Αλέξης Μπόλος, Χλωμό 1937.

Γιώργος Μύτιλης