Αλβανία και Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν

Αλβανία και Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Πριν από λίγες ημέρες η Αλβανική κυβέρνηση, αποφάσισε να προβεί στη διακοπή των διπλωματικών της σχέσεων με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν,[1] κατηγορώντας το για σειρά επικίνδυνων κυβερνοεπιθέσεων, που εν προκειμένω, είχαν ως στόχο την «καταστροφή των ψηφιακών υποδομών»[2] της χώρας.

Η Αλβανική κυβέρνηση,[3] έσπευσε[4] άμεσα να εφαρμόσει μία πολιτική ‘αντιποίνων,’ αποφασίζοντας την πλήρη διακοπή των διπλωματικών της σχέσεων[5] με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, θεωρώντας πως μόνο μία τέτοια στρατηγική επιλογή[6] (διακοπή διπλωματικών σχέσεων με το επιθετικό και ‘ιταμό’ Ιράν),[7] ανταποκρίνεται πλήρως στο εύρος της απειλής που δέχθηκαν η χώρα[8] και οι ψηφιακές υποδομές της.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως στα πλαίσια της ληφθείσας απόφασης, δεν ζητήθηκε η επιστροφή του Αλβανού[9] πρέσβη από την Τεχεράνη και η παραμονή του για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα στην Αλβανία,[10] αλλά, το εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ‘άδειασμα’ της πρεσβείας του Ιράν στα Τίρανα από το σύνολο των υπαλλήλων που υπηρετούν εκεί, ανεξαρτήτως βαθμού και χρόνου υπηρεσίας.

Τυπολογικά, έχουμε να κάνουμε με μία ιδιαίτερη μορφή ‘κυβερνοπολέμου,’ για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Κωνσταντίνου Παναγιώτου,[11] με στόχο την πρόκληση βλάβης στα ηλεκτρονικά συστήματα ή αλλιώς, στις ψηφιακές υποδομές[12] της γειτονικής χώρας, οι διμερείς σχέσεις της οποίας με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν,[13] δεν έχουν παραγάγει ένταση και αστάθεια με αντίκτυπο στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής,[14] στο εγκάρσιο σημείο όπου, οι σχέσεις αυτές ναι μεν ήσαν υπαρκτές, από την άλλη όμως δε, δεν υπήρχε κάποια αμοιβαία πρόθεση για την σύσφιξη και την εμβάθυνση τους.

Ιδιαίτερο ρόλο ως προς αυτό, διαδραμάτισε η διαμόρφωση συνθηκών διπλωματικής έντασης πριν από περίπου τέσσερα χρόνια (2018). Τότε η Αλβανική κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην απέλαση από τη χώρα του Ιρανού πρεσβευτή και άλλων τριών διπλωματικών υπαλλήλων, επικαλούμενη λόγους ‘εθνικής ασφαλείας.’

Υπό αυτό το πρίσμα, το Ιρανικό, θεοκρατικό καθεστώς έχει αναπτύξει στο πρόσφατο παρελθόν, ένα ‘ιστορικό’ κυβερνοεπιθέσεων προς διάφορους δρώντες (η κυβερνοεπίθεση, τυπολογικά, μπορεί να ενταχθεί στην ευρύτερη κατηγορία του ‘υβριδικού πολέμου’), προς διάφορους δρώντες, κρατικούς και μη-κρατικούς, έχοντας φθάσει έως του σημείου (όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Αλβανίας),της πραγματοποίησης συστηματικών και μαζικών ‘κυβερνοεπιθέσεων,’ με διακύβευμα, όχι μόνο την πρόκληση σημαντικών βλαβών στις ψηφιακές εγκαταστάσεις της χώρας,[15] αλλά, και την πρόκληση ενός πανικού ο οποίος, με τη σειρά του, δύναται να αποπροσανατολίσει (προφανώς, η Αλβανία θεωρήθηκε ως πλέον ‘εύκολος στόχος,’ υπενθυμίζοντας το πως η Ρωσία, τους πρώτους μήνες της στρατιωτικής εισβολής της στην Ουκρανία, είχε στοχοποιήσει την Βουλγαρία, αποφασίζοντας την διακοπή της παροχής φυσικού αερίου), και να ‘καθηλώσει’ πολιτικά και ψυχο-συναισθηματικά. Προκαλώντας ρήγματα και στο εσωτερικό της κυβέρνησης.

Παραβλέποντας όμως το ό,τι η Αλβανία,[16] όντας χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, έχει λάβει ψηφιακή τεχνογνωσία και για περιπτώσεις ‘κυβερνοεπιθέσεων’ όπως αυτή που δέχθηκε από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το να καταστεί περισσότερο ανθεκτική ψηφιακά.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Η Αλβανία[17] διέρρηξε τις σχέσεις της με το Ιράν, κατηγορώντας την Τεχεράνη για μαζικές κυβερνοεπιθέσεις, ανακοίνωσε ο Αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα.
«Το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε την διακοπή με άμεση ισχύ των διπλωματικών σχέσεων με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν», δηλώνει ο Έντι Ράμα σε βιντεοσκοπημένη δήλωσή του που εστάλη στα μέσα ενημέρωσης.
Η πρεσβεία του Ιράν στα Τίρανα έλαβε επίσημη ειδοποίηση με την οποία απαιτείται το σύνολο του προσωπικού, διπλωματικό, τεχνικό, διοικητικό και προσωπικό ασφαλείας (σ.σ: θα αντιδράσει το Ιράν με τον ίδιο τρόπο; ) να εγκαταλείψει το αλβανικό έδαφος σε 24 ώρες.
Ο Έντι Ράμα κατηγορεί το Ιράν για μεγάλη κυβερνοεπίθεση κατά των ψηφιακών υποδομών της αλβανικής κυβέρνησης με στόχο την καταστροφή τους που εκδηλώθηκε στις 15 Ιουλίου. «Εμπεριστατωμένη έρευνα μας έδωσε την αδιαμφισβήτητη απόδειξη» ότι η κυβερνοεπίθεση αυτή είχε «ενορχηστρωθεί και είχε σπόνσορα» την Τεχεράνη.
«Η εν λόγω επίθεση απέτυχε… Οι βλάβες μπορούν να θεωρηθούν ελάχιστες σε σχέση με τους στόχους της επίθεσης. Όλα τα συστήματα αποκαταστάθηκαν πλήρως και δεν υπήρξε ανεπανόρθωτη αφαίρεση δεδομένων».[18]

Η συγκεκριμένη πολιτική-διπλωματική αντίδραση της Αλβανίας, αναδεικνύει εναργώς πως πλέον θεωρεί το Ιράν ‘στρατηγική απειλή’ για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της, την στιγμή όπου δεν έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής των Ιρανών διπλωματικών υπαλλήλων στη χώρα, δείγμα και αυτό της σοβαρότητας και της σημασίας που αποδίδει στην ‘κυβερνοεπίθεση’ που δέχθηκε. Ευρύτερα ομιλώντας, θα πούμε πως και για τέτοιες περιπτώσεις (σειρά επιθέσεων σε ψηφιακές υποδομές) αποφασίσθηκε η ένταξη των μετα-κομμουνιστικών χωρών στο ΝΑΤΟ.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Αλβανία: Διακόπτει τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν – Κατηγορίες για κυβερνοεπιθέσεις,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 07/09/2022, Αλβανία: Διακόπτει τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν – Κατηγορίες για κυβερνοεπιθέσεις | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr) Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων μηνών, που η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν υιοθετεί επιθετικές τακτικές. Είχε προηγηθεί η από αέρος έφοδος σε δύο τάνκερ ελληνικών συμφερόντων που έπλεαν στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, και η σύλληψη του πληρώματος των δύο πλοίων, από μέλη των ‘Φρουρών της Επανάστασης.’

[2] Βλέπε σχετικά, ‘Αλβανία: Διακόπτει τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν – Κατηγορίες για κυβερνοεπιθέσεις…ό.π. Κάποιες ισχυρές μεταβλητές που διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στην εκδήλωση, σε αυτή τη συγκυρία (εδώ οφείλουμε να δούμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, πως ανακύπτει μία χαμηλή συσχέτιση, μεταξύ αυτής της επίθεσης, έτσι όπως εκδηλώθηκε, και της αλλαγής της στάσης των χωρών που συν-αποτελούν την ομάδα ‘5+1’ ως προς το πυρηνικό πρόγραμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και τις προσπάθειες εξεύρεσης λύσης/Δεν έχει διαφανεί, παρά την εμπλοκή του Ιράν σε όχι λίγες εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο, πως οι Δυτικές χώρες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης όσον αφορά τον έλεγχο του Ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, λαμβάνουν υπόψιν σε σημαντικό βαθμό την συμβολή του Ιράν στην παραγωγή περιφερειακής αστάθειας, αποφασίζοντας, κατόπιν τούτου, την απόσυρση τους από τις διαπραγματεύσεις και την παύση αυτών), της Ιρανικής ΄κυβερνοεπίθεσης,’ δύνανται να είναι οι εξής: Η πρώτη μεταβλητή, άπτεται ενός γεγονότος το οποίο δεν έχει καταστεί ευρύτερα γνωστό (δεν υπάρχουν  αναφορές του εγχώριου τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, σε αυτό το γεγονός, το οποίο έχει επηρεάσει επί τα χείρω την εξέλιξη των διμερών σχέσεων μεταξύ Αλβανίας και Ιράν την τελευταία δεκαετία/Δεν θα πρέπει να αποδώσουμε την απουσία, από την εν Ελλάδι «πολυστρωματική δομή δημοσιότητας», σύμφωνα με την αναλυτική του Hjarvard, αναφορών σε αυτό το γεγονός, στην έλλειψη ανταποκριτών τόσο στην Τεχεράνη όσο και στα Τίρανα, οι οποίοι δημιουργούν «πολυάριθμες ‘’ιστορίες’’ πάνω στα γεγονότα συνδυάζοντας τις ποικίλες μονάδες αφήγησης και τους κώδικες που είναι διαθέσιμοι στο πολιτισμικό τους ρεπερτόριο», κατά τους Carstarphen & Coman∙ Απεναντίας, μία τέτοια δημοσιογραφική-ειδησεογραφική απουσία, η ύπαρξη της οποίας έχει συμβάλλει στη συγκρότηση ενός δημοσιογραφικού ‘κενού,’ οφείλεται, αφενός μεν στο μειωμένο ενδιαφέρον, αρχικά των ίδιων των ατόμων που καταπιάνονται με τη διαμόρφωση της θεματολογίας, για το πεδίο και την  εξέλιξη των διμερών σχέσεων Αλβανίας-Ιράν, εκεί όπου αυτές προσλαμβάνονται οι διμερείς σχέσεις που δεν παραγάγουν γεγονότα, και, αφετέρου δε, στην ύπαρξη μίας δημοσιογραφικής άγνοιας για το ό,τι οι δύο χώρες, από τις απαρχές της δεκαετίας του 1990 και την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, έχουν συνάψει επίσημες διπλωματικές σχέσεις/Και αυτή η άγνοια διαπερνά ακόμη και καταρτισμένους δημοσιογράφους που απασχολούνται επί σειρά ετών με τη διεθνή ειδησεογραφία). Το 2013, η Αλβανία συναίνεσε στο να φιλοξενήσει στο έδαφος της, Ιρανούς αντιφρονούντες οι οποίοι ανήκουν στην αντιπολιτευτική ‘Οργάνωση Μουτζαχεντίν του Λαού,’ που έχει τεθεί εκτός νόμου στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν από το 1981. Στρεφόμαστε στις λίγες αλλά αρκούντως κατατοπιστικές, πληροφορίες που μας δίδει το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της ‘Καθημερινής’: «Η Οργάνωση των Μουτζαχεντίν του Λαού υποστήριξε τον αγιατολάχ Χομεϊνί κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1979 που ανέτρεψε τον Σάχη. Όμως η οργάνωση ετέθη εκτός νόμου το 1981, όταν κατηγορήθηκε για βομβιστική επίθεση με 74 νεκρούς, ανάμεσά τους και ο δεύτερος στην ιεραρχία του ιρανικού καθεστώτος. Οι μουτζαχεντίν ουδέποτε ανέλαβαν την ευθύνη για την επίθεση αυτή, αντίθετα με άλλες». Άρα, θεωρούμε πως η Ιρανική ψηφιακή ‘κυβερνοεπίθεση’ (δεν θεωρούμε, γλωσσικά, πως ο όρος ‘κυβερνοεπίθεση’ που χρησιμοποιείται και ευρύτερα, είναι δόκιμος για να αποδώσει επαρκώς το είδος της επίθεσης που πραγματοποιήθηκε, καθότι καθίσταται ιδιαίτερα αφηρημένος, αφήνοντας να ενννοηθεί πως είναι η κυβέρνηση αυτή καθαυτή, ως φορέας άσκησης εξουσίας, που δέχεται την επίθεση, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο/Προκρίνουμε, την αντικατάσταση αυτού του γλωσσικά αφηρημένου όρου, από τον όρο ‘επίθεση κατά συγκεκριμένων ψηφιακών υποδομών ή εγκαταστάσεων του κράτους,’ ή εναλλακτικά, από τον όρο ‘ψηφιακή επίθεση’), έλαβε χώρα, πρώτον, για να αποφορτισθεί ή να αποκενωθεί, ψυχο-συναισθηματικά, το συσσωρευμένο ‘φορτίο’ αγανάκτησης που διακατέχει ένα σημαντικό τμήμα της Ιρανικής πολιτικής ηγεσίας, για ό,τι εκλαμβάνει ως ‘εχθρική ενέργεια’ προς το Ιράν και τα συμφέροντα του: Ήτοι, για τη φιλοξενία επί Αλβανικού εδάφους, ατόμων (‘τρομοκρατών’)  που μπορούν με περισσή ευκολία να σχεδιάσουν τρομοκρατικές επιθέσεις για να πλήξουν την σταθερότητα του καθεστώτος (μία τέτοια εκτίμηση όμως δεν ευσταθεί, καθότι, όπως έχει διαφανεί, τα μέλη της οργάνωσης δεν έχουν θέσει στο επίκεντρο της δράσης τους την οργάνωση επιθέσεων κατά στόχων του καθεστώτος, εντός και εκτός Ιράν, ακριβώς διότι δεν επιθυμούν να εμπλακούν σε κάτι τέτοιο/Επίσης, ανασταλτικός παράγοντας για την ενδεχόμενη οργάνωση και εκδήλωση επιθέσεων κατά του θεοκρατικού καθεστώτος, καθίσταται το γεγονός της συνεχούς παρακολούθησης τους από τις υπηρεσίες του Αλβανικού κράτους). Δεύτερον, για να εκφράσει (το Ιρανικό καθεστώς), τη δυσαρέσκεια του για την διαρκή παραμονή των μελών της οργάνωσης επί Αλβανικού εδάφους. Σε αυτό το σημείο, θα διατυπώσουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, την κάτωθι υπόθεση εργασίας: Ιδιαίτερη νευρικότητα προκαλεί στο καθεστώς, όχι μόνο η ήδη δεκαετής σχεδόν παραμονή μελών της οργάνωσης στην Αλβανία (σε μία πόλη που έχει κατασκευασθεί ειδικά για αυτόν τον σκοπό, ήτοι για τη φιλοξενία των Ιρανών αντιφρονούντων, οι οποίοι, δεν είναι γνωστό σε ποιο και σε τι βαθμό, έχουν δημιουργήσει ένα νέο ‘βιογραφικό’ ζωής στην Αλβανία/Θα ενείχε ιδιαίτερο θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον, η πραγματοποίηση μίας έρευνας η οποία θα εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν οι Ιρανοί αντιφρονούντες με τους Αλβανούς κατοίκους των γύρων περιοχών, εάν και σε ποιον βαθμό έχουν προσαρμοσθεί σε ένα νέο κοινωνιο-γλωσσικό και αξιακό περιβάλλον, αρκετά μακριά από το Ιράν, εάν έχουν λάβει χώρα μεικτοί γάμοι, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, κατά πόσον έχουν ενσωματωθεί στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς της χώρας και στην αγορά εργασία της/Εάν δε, ο βαθμός ενσωμάτωσης τους στην Αλβανική αγορά εργασίας και στην Αλβανική εκπαίδευση παραμένει χαμηλός, τότε, έχουμε να κάνουμε ίσως με ένα μοντέλο εγκατάστασης και φιλοξενίας που προσομοιάζει με το ελληνικό/Όπως είναι γνωστό, το ελληνικό μοντέλο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών, εγγράφει  εντός του ύπαρξη μαζικών χώρων φιλοξενίας που σταδιακά μετεξελίχθηκαν σε πολυ-χώρους φιλοξενίας που συμπεριλαμβάνουν πρόχειρες ιατρικές και εκπαιδευτικές μονάδες, δραστηριότητες που ωθούν στην παραμονή εντός του χώρου, ώστε η κοινωνική, αξιακή και πολιτισμική διεπίδραση με τον γηγενή πληθυσμό να διεξάγεται συγκεκριμένες ώρες και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, διαπνεόμενο παράλληλα από μία αίσθηση ‘προσωρινότητας’: Ήτοι, από το ό,τι οι χώροι αυτοί διαμορφώθηκαν με γνώμονα το ό,τι η παραμονή προσφύγων και μεταναστών στη χώρα, τουλάχιστον της πλειοψηφίας αυτών, θα είναι προσωρινή), αλλά ή άρνηση της Αλβανικής κυβέρνησης να δεχθεί οποιαδήποτε συζήτηση, είτε για την έκδοση κάποιων εξ αυτών στο Ιράν, σε περίπτωση που κατηγορούνται επίσημα από τις αρχές του καθεστώτος, είτε την οριστική απομάκρυνση τους από τη χώρα. Είναι η νευρικότητα, ως καθαυτό αρνητικό συναίσθημα (εδώ συνυπολογίζουμε δραστικά την κλίμακα μέτρησης των θετικών και αρνητικών συναισθημάτων που ανέπτυξαν οι Watson, Clark & Tellegen), που δεν βοηθά στη λήψη αποφάσεων με ψυχραιμία και ωριμότητα, που συσκοτίζει (αυτή η γενικότερη συσκότιση απέτρεψε από το να καταστεί αντιληπτό πως η Αλβανία θα αντιδρούσε και μάλιστα, θα αντιδρούσε δυναμικά, σε περίπτωση που το Ιράν έθετε εν κινδύνω την ασφάλεια της/Μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα του καθεστώτος, σχημάτισε την εντύπωση και η επίθεση, εύκολα ή δύσκολα θα συντελεσθεί, αλλά, και πως η Αλβανική κυβέρνηση δεν θα είναι σε θέση να αντιδράσει, στερούμενη των αναγκαίων πόρων για κάτι τέτοιο, κάτι που μας ωθεί στο να διατυπώσουμε μία άλλη υπόθεση εργασίας: Για αυτή τη μερίδα του καθεστώτος, και εδώ συμπεριλαμβάνουμε και αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών, δεν κατέστησαν βαθύτερα αντιληπτοί, οι  μετασχηματισμοί που έχουν λάβει χώρα εντός Αλβανίας τα τελευταία χρόνια, το πως δηλαδή, αθόρυβα και ανεπαίσθητα, κάτι που ήσαν επιλογή και των διαδοχικών Αλβανικών κυβερνήσεων, η Αλβανία εξελίχθηκε, μετά την ένταξη στο ΝΑΤΟ, σε έναν αξιόπιστο Νατοϊκό εταίρο και σύμμαχο στο νότιο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου, με ό,τι θετικά αποτελέσματα ενείχε κάτι τέτοιο για την ασφάλεια της και την ενίσχυση αυτής, παρά το γεγονός πως κάποια προβλήματα διατηρούνται στις σχέσεις της με την Ελλάδα, που είναι ένα παλαιό μέλος του ΝΑΤΟ/Η Αλβανία, από την πρώτη στιγμή της ένταξης της στο εσωτερικό της συμμαχίας, δεν απείλησε ποτέ με χρήση βέτο, κάτι που έγινε ευμενώς αποδεκτό και από την ηγεσία του οργανισμού και από τα υπόλοιπα μέλη), και συνδράμει επίσης, στο να μην συνειδητοποιηθεί το προφανές που μόνο το Ιράν αρνείται να αντικρίσει: Το ό,τι δηλαδή τα μέλη της οργάνωσης, δεν συνιστούν ‘μείζονα απειλή’ για το ίδιο. Η δεύτερη μεταβλητή, έχει να κάνει εμπρόθετα, με τον δρώντα που ακούει στο όνομα Ισραήλ. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως, η πρόσφατη σύσφιξη των διμερών, διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Αλβανίας και του Ισραήλ, που εκφράσθηκε μέσω της πρόθεσης των κυβερνήσεων των δύο χωρών να υπογράψουν συμφωνία αμυντικής συνεργασίας, ‘ενόχλησε’ το Ιράν, το οποίο εκτιμά πως σε περίπτωση που προχωρήσει η διαδικασία σύσφιξης των Αλβανο-ισραηλινών σχέσεων, είναι πιθανό το Ισραήλ να επιχειρήσει να διεισδύσει στο εσωτερικό της οργάνωσης ‘Μουτζαχεντίν του Λαού,’ πράγμα που μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ασφάλεια του (ο φόβος πλέον, είναι αντίστροφος: Οι ανώτεροι αξιωματούχοι του Σιιτικού καθεστώτος, ανησυχούν πως, τη παρουσία του Ισραήλ, οι εγκαταστάσεις Ιρανικών συμφερόντων στην Αλβανία, και ιδίως η Ιρανική πρεσβεία, μπορεί να καταστούν στόχος επίθεσης ή και κατάληψης από μέλη της οργάνωσης, τα οποία θα συνεπικουρούνται από Ισραηλινούς/Η έκφραση αυτού του φόβου, συνιστά ισχυρή ένδειξη της ειρωνικής διάστασης της ιστορίας, αρκεί να θυμηθούμε, προς επίρρωση αυτού του επιχειρήματος, την επιχείρηση κατάληψης της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τεχεράνη, στα 1979/Η κινηματογραφική ταινία ‘Argo,’ του Μπεν Άφλεκ, αποτυπώνει, αν και δεν εκ-λείπουν κάποιες στερεοτυπικές προσεγγίσεις, το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα που επικρατούσε το Ιράν της πρώιμης μετεπαναστατικής περιόδου, επενδύοντας, προκειμένου, να επιτύχει κάτι τέτοιο, συμβολικούς-κινηματογραφικούς και ερμηνευτικούς πόρους, προς την κατεύθυνση του πως προσλαμβάνουν  διπλωμάτες  της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τεχεράνη, την κατάληψη της/Αυτή η κινηματογραφική τεχνική, επιτυγχάνει, με άξονα τη δράση μίας ομάδας ανθρώπων, να αναδείξει στην επιφάνεια, το ρευστό όσο και τεταμένο κλίμα εκείνων των ημερών, προσεγγίζοντας το Ιρανικό πλήθος που συγκεντρώνονταν γύρω από την πρεσβεία, ως ‘φορέα ιδεών/Σε αυτή την περίπτωση, η ταινία ‘Argo,’ μπορεί να χαρακτηριστική ως ταινία που ανήκει στον «κινηματογράφο ιδεών», για να στραφούμε στη θεώρηση της Ελένης Τραγέα, και όχι στο είδος εκείνο που θα αποκαλέσουμε ως ιστορικό, από την στιγμή όπου η ταινία δεν περιστρέφεται γύρω από την προσπάθεια να επεξηγήσει με αφορμή την κατάληψη της Αμερικανικής πρεσβείας, τους λόγους για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η Ισλαμική Επανάσταση/ Η σκηνοθετική ματιά σπεύδει να συγκροτήσει πολλαπλά επίπεδα κινηματογραφικής αφήγησης, εκεί όπου χωρούν και το στοιχείο της δράσης, ευδιάκριτο στις κινήσεις και στις ενέργειες των διπλωματών, των οποίων οι δια-προσωπικές σχέσεις δεν παίζουν κάποιο ρόλο στην ‘οικονομία’ της ταινίας, το πολιτικό στοιχείο, σχετικό με το πως η κυβέρνηση των ΗΠΑ σχεδιάζει να επιτύχει την απελευθέρωση των διπλωματών, με τις αντιθέσεις και τις αντιπαραθέσεις που εκδηλώνονται, να είναι κάτι παραπάνω από ορατές, το στοιχείο της πονηρίας, στοιχείο που καθίσταται ίσως το πρωταρχικό ‘αντίδοτο’ όταν απέναντι τίθενται αποφασισμένοι ‘για όλα’ ιδεολόγοι/Κατ’ αυτό τον τρόπο, υπεισέρχονται στο προσκήνιο οι επιρροές που δέχθηκε ο σκηνοθέτης της ταινίας από την Ομηρική, μυθολογική αφήγηση του ‘Δούρειου Ίππου’, επιλέγοντας την ‘πονηρία’ έναντι και της ιδεολογίας και της ισχύος).  Οι ανησυχίες που εκφράζει η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, περιστρέφονται κατά κύριο λόγο γύρω από ζητήματα ασφάλειας, δίχως να σχετίζονται με την Ισραηλινή στρατηγική επιδίωξη εμβάθυνσης των σχέσεων του με χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και με την ίδια την Ένωση. Η τρίτη μεταβλητή, αφορά την επιθυμία του Ιράν να δείξει και προς την Αλβανία και προς τους συμμάχους της (ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), πως δεν θα διστάσει να μετέλθει οποιουδήποτε μέσου για την ‘υπεράσπιση των συμφερόντων του,’ υπενθυμίζοντας στην Αλβανική κυβέρνηση πως απαραίτητη προϋπόθεση για τη βελτίωση των σχέσεων του με τη χώρα είναι η λήψη μέτρων κατά της οργάνωσης ‘Μουτζαχεντίν του Λαού.’ Άρα, όχι μόνο επιδεικνύει την αποφασιστικότητα του να ‘πράξει ό,τι χρειασθεί,’ αλλά, μπορεί και επιφυλάσσεται για το μέλλον. Χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής επισήμανσης το γεγονός πως το Ιράν δεν διεκδίκησε και δεν διεκδικεί, ηθικά, την συγγνώμη μελών της οργάνωσης, προς τους συγγενείς των νεκρών της βομβιστικής επίθεσης του 1981, για την οποία κατηγορεί επισήμως τους μουτζαχεντίν,  που  αρνούνται οποιαδήποτε ανάμειξη. Βλέπε σχετικά, Τραγέα, Ελένη., ‘Κινηματογράφος ιδεών: αναπαραστάσεις σώματος και παιχνίδια του μυαλού στον David Cronenberg,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 2010, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Κινηματογράφος ιδεών: αναπαραστάσεις σώματος και παιχνίδια του μυαλού στον David Cronenberg – Κωδικός: 28387 (ekt.gr) Βλέπε και, Watson, D., Clark, L.A., & Tellegen, A., ‘Development and validation of brief measures of positive and negative effect: The PANAS Scale,’ Journal of Personality and Social Psychology, 54, 6, 1988, σελ. 1063-1070. Βλέπε επίσης, Hjarvard, S., ‘News Media and the Globalization of the Public Sphere,’ στο: Hjarvard, S., (επιμ.), ‘News in Globalized Society,’ Goteborg, Sweden, Nordicom, 2001. Και, Carstarphen, M.G., & Coman, M., ‘Foreign Correspondents: Necessary mythmakers,’ στο: Gross, P., & Kopper, G.G., (επιμ.), ‘Understanding foreign correspondence: A Euroamerican Handbook of concepts,’ Methodologies & Theories, New York, Peter Lang, 2011, σελ. 115-128.

[3] Εκτιμούμε, σε ένα θεωρητικό-επιστημολογικό επίπεδο, πως η εν γένει διαδικασία πρόσδεσης της χώρας με καθαυτό Δυτικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, επηρέασε με θετικό τρόπο την εξέλιξη των διμερών Ελληνο-αλβανικών σχέσεων, συμβάλλοντας και στη βελτίωση τους, αλλά και στην προσεκτική εμβάθυνση τους. Και λέμε προσεκτικής, διότι ακόμη ενυπάρχουν θέματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο προστριβών, όπως είναι η μη κατάργηση του καθεστώτος του εμπολέμου (σε αυτό, η συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να είναι σημαντική, από την στιγμή μάλιστα όπου η Αλβανία είναι υποψήφια για ένταξη στην Ένωση/Η  παρούσα ελληνική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια της θητείας της, δεν επέδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο συγκεκριμένο ζήτημα, με την, από ένα σημείο και έπειτα, διαρκή ενασχόληση με τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, να έχει ως αποτέλεσμα το να παραμένουν στάσιμες οι διμερείς σχέσεις της χώρας με γειτονικά κράτη όπως η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία, αν και οι προοπτικές ‘απελευθέρωσης’ της δυναμικής και της περαιτέρω εμβάθυνσης είναι μεγάλες ), η  οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), που εκκρεμεί, μετά την εν τοις πράγμασι κανονιστική κατάργηση της από το Αλβανικό Συνταγματικό Δικαστήριο (η εξέλιξη αυτή, αποτέλεσε ‘πισωγύρισμα’ για τις διπλωματικές σχέσεις των δύο γειτονικών χωρών, χωρίς όμως να τις καταφέρει να τις ‘εκτροχιάσει’ πλήρως/Οι εμπορικές-οικονομικές σχέσεις, οι ανθρώπινες ανταλλαγές, συνεχίσθηκαν απρόσκοπτα/Μάλιστα, μεταξύ των δύο χωρών, έχει διαμορφωθεί μία νόμιμη οδός μετανάστευσης, μέσω της οποίας εισέρχονται στην Ελλάδα Αλβανοί που επιθυμούν να εργασθούν ως εποχικοί εργάτες στη συγκομιδή αγροτικών προϊόντων όπως το ροδάκινο και η ελιά, επιστρέφοντας στη χώρα τους μετά το πέρας των εργασιών), το ζήτημα των Τσάμηδων το οποίο τίθεται από καιρού εις καιρόν, κυρίως από την Αλβανική πλευρά, όντας ως επί το πλείστον ζήτημα το οποίο σχετίζεται με την πρόσληψη και τη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης στις δύο χώρες, μη έχοντας κάποια άμεση εμπράγματη αξία. Η ύπαρξη αυτών των ζητημάτων δεν εμπόδισε την εμπλοκή των δύο χωρών σε μία διαδικασία προσεκτικής εμβάθυνσης, με την προηγούμενη δεκαετία να κυλά υποδειγματικά, σε διπλωματικό επίπεδο, καθότι, πέραν του ζητήματος της οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης των δύο χωρών, το οποίο δεν τίθεται με επιτακτικό και συγκρουσιακό τρόπο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπως συμβαίνει ενίοτε με το ζήτημα της οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης Ελλάδας και Τουρκίας, ακριβώς διότι δεν περιβάλλεται με τον μανδύα των ιστορικά ‘φορτισμένων’ σχέσεων, δεν προέκυψε κάποιο άλλο ζήτημα που να επέδρασε επί τα χείρω τις διμερείς σχέσεις, εκεί όπου, η Αλβανία, εκφράζει την ικανοποίηση της, πολιτικά και ψυχο-συναισθηματικά, για την υποστήριξη της Ελλάδας ως προς το ενδεχόμενο ένταξης της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και, η δε Ελλάδα (το αυτό συνέβαινε και με την προηγούμενη κυβέρνηση), αισθάνεται επίσης ικανοποίηση για ό,τι η Αλβανία έχει επίσημα τροχοδρομήσει, παρά τις κατά καιρούς λεκτικές-διπλωματικές εξάρσεις, στην κατεύθυνση επίλυσης των εκκρεμών ζητημάτων (το μοντέλο που ακολουθείται, είναι αυτό που ακολουθήθηκε και στην περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας: ‘Μηδενικά προβλήματα’). Δύναται να σημειώσουμε πως, μέχρι τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 2000, η Ελλάδα, παρά την ύπαρξη διαδοχικών μεταναστευτικών ‘κυμάτων’ από την Αλβανία που είχαν ως προορισμό τους και την Ελλάδα (σε αυτά τα μεταναστευτικά ‘ρεύματα’ της δεκαετίας του 1990, μπορούμε να εντάξουμε και τη μετακίνηση ατόμων από την Βόρεια Ήπειρο, όπου διαβεί η επίσημα αναγνωρισμένη ελληνική μειονότητα, προς την Ελλάδα, με διάφορες περιοχές της Βορείου Ελλάδος να είναι αυτές που υποδέχθηκαν έναν σχετικό μεγάλο αριθμό Αλβανών μεταναστών/Αρκετοί εκ των οποίων απορροφήθηκαν από τον αγροτικό τομέα, που ήσαν ιδιαιτέρως ανθηρός σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, συνεισφέροντας, τόσο στην καλλιέργεια βάμβακος, ζαχαρότευτλων και άλλων εδώδιμων προϊόντων, όσο και στη συγκομιδή τους/Θεωρητικά-επιστημολογικά, θα θίξουμε ένα άλλο ζήτημα: Το ό,τι δηλαδή, η απασχόληση των Αλβανών μεταναστών και οι διακυμάνσεις της απασχόλησης τους, ακολουθούσαν τις τάσεις ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, και ιδίως τις τάσεις ανάπτυξης που παρατηρούνταν σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας: Εάν για τις πρώτες γενεές των Αλβανών μεταναστών, προνομιακοί ‘τόποι’ απασχόλησης ήσαν ο αγροτικός τομέας ακολουθούμενος από τον κατασκευαστικό, τότε, σταδιακά, για άτομα των μετέπειτα γενεών, στις διαθέσιμες επιλογές απασχόλησης, εντάχθηκαν το εμπόριο διαφόρων ειδών, ο τουρισμός και συναφή επαγγέλματα, οι μεταφορές, δίχως βέβαια, να μπορούμε να κάνουμε λόγο για τη διαμόρφωση του φαινοτύπου του ‘Αλβανού delivery’/Δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη ερευνητική έμφαση, στο γεγονός πως δεν ήσαν λίγοι οι Αλβανοί μετανάστες που εργάσθηκαν με σε βιομηχανίες επεξεργασίας τροφίμων, καταλαμβάνοντας μία σημαντική θέση στον καταμερισμό εργασίας που αναπτύσσονταν εκεί/Αξίζει όμως να αναφερθεί, θεωρητικά-επιστημολογικά, το ό,τι Αλβανοί μετανάστες που απασχολούνταν ως εργάτες γης, δεν βρήκαν θέση στο εργοστάσιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, στο Πλατύ Ημαθίας, κάτι που ίσχυε, όχι μόνο για την πρώτη γενεά Αλβανών μεταναστών, αλλά για τις επόμενες, και εδώ συμπεριλαμβάνουμε και συγγενείς των ατόμων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990, ακολουθούμενοι, μετά την εγκατάσταση τους, από άτομα του συγγενικού τους περιβάλλοντος/Η διοίκηση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης επεδείκνυε ιστορικά, προτίμηση στο ντόπιο εργατικό δυναμικό που αποτελούνταν, κύρια ως προς τους εποχικούς εργάτες, από κατοίκους του Πλατέος, σε ένα λεπτό σημείο όπου πάνω σε αυτό το εργασιακό μοτίβο, διαμορφώθηκε σταδιακά η στρατηγική ανάπτυξης του εργοστασίου/ Οι λόγοι για τους οποίους συνέβαινε αυτό, ήσαν οι εξής: Πρώτον, λόγω της δημιουργίας του εργοστασίου επεξεργασίας ζαχαρότευτλων και παραγωγής ζάχαρης στο Πλατύ Ημαθίας∙ Οι διοικήσεις της εταιρείας, ωσάν τμήμα μίας άτυπης συμφωνίας θετικού αθροίσματος, αντάλλασσαν την εμπιστοσύνη που έλαβαν από την τότε κοινοτική αρχή αλλά και από κατοίκους του χωριού, ως προς την δημιουργία του εργοστασίου σε περιοχή ευθύνης του, με την παροχή της συναίνεση τους στην πρόσληψη εργατικού δυναμικού από το Πλατύ/Μάλιστα, η στρατηγική αυτή, κατέστη δια-γενεακή, με πλείστα άτομα με καταγωγή από το Πλατύ Ημαθίας, να αποκτούν τα πρώτα τους εργασιακά βιώματα απασχολούμενοι στο εργοστάσιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης/Δεύτερον, λόγω της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και σημαντικών επαγγελματικών-εργασιακών δεξιοτήτων, από τους ντόπιους εργάτες, εξέλιξη που τους κατέστησε απαραίτητους και μη εύκολα αντικαταστάσιμους από πρόθυμα, για την παροχή εργασίας, υποκείμενα όπως ήσαν οι Αλβανοί μετανάστες/ Άτομα παλαιότερων γενεών, έσπευδαν, και μέσω οπτικής και ψυχο-συναισθηματικής επαφής, επαφής που προέκυπτε ως απόρροια της επίσκεψης στο εργοστάσιο των παιδιών τους ή άλλων στενών συγγενών, οι οποίοι έτσι μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στο χώρο εργασίας του,  και μέσω προφορικών αφηγήσεων και του δια-μοιρασμού εμπειριών,  να μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες τους στους επιγόνους, διαδικασία που συνέβαλλε στη δόμηση ενός γνωστικού κεφαλαίου ή μίας γνωστικής κουλτούρας που στάθηκε αρωγός στη μεγέθυνση του κύκλου εργασιών του εργοστασίου /Η σημαντική αύξηση της προσβασιμότητας των κατοίκων του χωριού στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αύξηση που εκκινεί ουσιαστικά, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, είχε ως αποτέλεσμα το να καταστεί αυτό το ήδη συσσωρευθέν κεφάλαιο, πιο εξειδικευμένο, με αρκετούς νεο-εισερχόμενους στην παραγωγή εργάτες, να είναι αρκούντως καταρτισμένοι, αξιοποιούμενοι σε θέσεις οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια δεν ήσαν εύκολα προσβάσιμες από κατοίκους του χωριού/Τρίτον, λόγω του ό,τι, η έλευση των Αλβανών μεταναστών στη χώρα, συνέπεσε με την ύπαρξη ενός διαμορφωμένου μοντέλου εργασίας όπως αυτό λειτουργούσε εντός του εργοστασίου, το οποίο μάλιστα, η διεύθυνση του δεν ήσαν διατεθειμένη να αλλάξει, όχι μόνο δραστικά αλλά και εν μέρει, εκεί όπου εκτιμήθηκε πως κάποιος προσληφθείς Αλβανός θα χρειασθεί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα προσαρμογής για να κατανοήσει το πως λειτουργεί το εργοστάσιο και τι απαιτείται από τον ίδιο/Έχουμε κατά νου πως η κινητικότητα αρκετών Αλβανών μεταναστών, υπήρξε «κάθετη», κατά τους Castles & Kosack, που σημαίνει πως μπορούσαν να κατευθυνθούν οπουδήποτε θεωρούσαν πως μπορεί να έχουν περισσότερες ευκαιρίες, τόσο για τους ίδιους όσο και για τις οικογένειες τους), παρέμεινε εν μέρει καχύποπτη απέναντι στις τότε Αλβανικές κυβερνήσεις (στα μάτια ενός σημαντικού τμήματος του τότε ελληνικού πολιτικού προσωπικού, η Αλβανία αναπαρίστατο ως ο ‘εξωτικός άλλος’/Οι Αλβανικές κυβερνήσεις και κάποια εκ των μελών τους, θεωρούνταν ό,τι μπορούν να συμβάλλουν στην πρόκληση περιφερειακής αστάθειας που θα έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην Ελλάδα), και στη στάση τους, κάτι που είχε ως συνέπεια το να αποφεύγουν οι ελληνικές κυβερνήσεις (εδώ αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και στην αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου), να εμπλακούν σε ένα διπλωματικό εγχείρημα εμβάθυνσης των διμερών σχέσεων, γεγονός που άρχισε να μεταβάλλεται επί κυβερνήσεως του Κώστα Σημίτη. Ήσαν τότε που η στρατηγική του εξευρωπαϊσμού της εξωτερικής πολιτικής της χώρας (επί  θητείας του Γιώργου Παπανδρέου στο υπουργείο Εξωτερικών), συνοδεύθηκε με ένα διπλωματικό άνοιγμα της χώρας προς χώρες των Βαλκανίων και μεταξύ αυτών, ευρίσκονταν και η Αλβανία. Περίπου δέκα χρόνια πριν την πολιτική-διπλωματική στροφή (και όχι άνοιγμα) προς την κατεύθυνση μίας ουσιαστικής εκκίνησης των σχέσεων της χώρας με το Ισραήλ, ήσαν πάλι ο Γιώργος Παπανδρέου, από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών τότε, αυτός που σημασιοδότησε το άνοιγμα προς μίας σειρά Βαλκανικών χωρών. Βλέπε σχετικά, Castles, S., & Kosack, G., ‘Immigrant Workers and Class Structure in Western Europe,’ Oxford University Press, London, 1973.  Δύναται να κάνουμε λόγο, όσον αφορά το περιώνυμο καθεστώς του εμπόλεμου, για την οιονεί διαμόρφωση συνθηκών ανισορροπίας: Δηλαδή, για το γεγονός πως παρά την αμοιβαία ύπαρξη του, δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος για την εκδήλωση μίας πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας. Οι συγκεντρωθείσες ιστορίες μετανάστευσης Αλβανών προς την Ελλάδα (και μία εξ αυτών των παράλληλων και ‘πυκνών’ ιστοριών, είναι και αυτή της επικοντίστριας Ελίνας Τζένγκο,  η οποία κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου που διεξήχθη στο Βερολίνο/Η συγκρότηση της σύνθετης ταυτότητας καθίσταται το ιδιαίτερο ‘προϊόν’ της συνύφανσης ή της διεπίδρασης μεταξύ της επαφής της με την χώρα καταγωγής, που είναι όμως περισσότερο μνημονική και ψυχο-συναισθηματική και βιωματική,  καθότι και οι γονείς της και η ίδια διαμένουν στην Ελλάδα, δίχως την εκδήλωση οποιασδήποτε πρόθεσης επιστροφής στη χώρα καταγωγής που είναι η Αλβανία, της από μικρή ηλικία, ενσωμάτωσης της στο εγχώριο εκπαιδευτικό σύστημα και του αντίκτυπου που αυτή η διαδικασία ενείχε για την συμπεριφορική, νοοτροπιακή, κοινωνική και γλωσσική της εξέλιξη, της κοινής χρήσης της Ελληνικής και της Αλβανικής γλώσσας, κάτι που την εντάσσει αυτομάτως στην κατηγορία της διγλωσσίας, της συμβίωσης με Έλληνες σε διάφορα περιβάλλοντα, ένα εκ των οποίων καθίσταται το αθλητικό στο οποίο και δραστηριοποιείται από μικρή ηλικία, και, της ένταξης της στην ελληνική, εθνική ομάδα του στίβου, εξέλιξη που συνεπάγεται την συμβολική-τελετουργική εμβάπτιση της στα νάματα μίας σχεδόν φυσικής ‘ελληνικότητας’: Τι σημαίνει το ό,τι φοράω τα εθνικά χρώματα και αγωνίζομαι για εμένα και για την Ελλάδα, εάν όχι το ό,τι αισθάνομαι Ελληνίδα;’ Με μία τέτοιου τύπου ανάλυση μπορούμε να αντιληφθούμε πληρέστερα τις δηλώσεις της που εμπεριέχουν ευθείες αναφορές στην καταγωγή της και  μπορούν να αποδοθούν ως εξής: ‘Η Ελλάδα είναι η χώρα μου, που σημαίνει πως ανακύπτει εναργώς και ‘φορτισμένα’ στην επιφάνεια,  γλωσσικά και ψυχο-συναισθηματικά, η πρόθεση ένταξης σε ένα ελληνικό σύστημα αξιών, το οποίο ενστερνίζεται και είναι εξίσου πρόθυμη να το δια-μοιραστεί και να συζητήσει για αυτό στη δημόσια σφαίρα, και, ‘είμαι από την Αλβανία’, με την συγκεκριμένη γλωσσική αναφορά να λειτουργεί ως στοιχείο υπενθύμισης της καταγωγής της, και, στρατηγικής πρόθεσης επίδειξης του προσήκοντα σεβασμού και στους γονείς της, και στους προγόνους της: ‘Κατάγομαι από την Αλβανία που είναι η χώρα προέλευσης των γονέων και των παππούδων μου’), συγκλίνουν με τις αντίστοιχες ελληνικές μεταναστευτικές ιστορίες (λαμβάνουμε υπόψιν, θεωρητικά-επιστημολογικά, την μετανάστευση Ελλήνων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, τη Γερμανία), πρωταρχικά ως προς το ό,τι τα μεταναστευτικά υποκείμενα πρώτης γενεάς, εγκαταστάθηκαν και προσαρμόσθηκαν (στον πυρήνα της μετανάστευσης, υπεισέρχεται και η παράμετρος του ‘μιμητισμού’: ‘Μεταναστεύω διότι το έπραξαν πριν από εμένα φίλοι και γνωστοί και μάλιστα με επιτυχία. Οπότε είναι πιθανό να με βοηθήσουν’/Ταυτόχρονα, λειτουργεί το μικρο-κίνητρο του άτυπου ανταγωνισμού που παρακινεί και ωθεί στην ψυχο-συναισθηματική και συμπεριφορική υπέρβαση των εμποδίων’: ‘Θα τα καταφέρω σε μία διαφορετική χώρα αποδεικνύοντας πως έκαναν λάθος όσοι δεν με εμπιστεύτηκα’/Το μικρο-κίνητρο του ανταγωνισμού βρίσκει ιδιαίτερη εφαρμογή θεωρούμε στην περίπτωση των ατόμων που μετανάστευσαν στο εξωτερικό την περίοδο της κρίσης: ‘Μεταναστεύοντας και πετυχαίνοντας σε ένα απαιτητικό επάγγελμα, θα αποδείξω την  αξία μου, στηλιτεύοντας παράλληλα την παρωχημένη νοοτροπία που διέπει αρκετούς Έλληνες εργοδότες και την  έλλειψη ευκαιριών που επικρατεί στη χώρα’), κύρια ως προς το ό,τι τα άτομα πρώτης γενεάς που μεταναστεύουν οικοδομούν ένα βιογραφικό ζωής σταθερά προσανατολισμένο στην προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών και της ποιότητας ζωής των επιγόνων τους στη χώρα προορισμού,  οι οποίοι (δεν είναι όλες οι μεταναστευτικές ιστορίες παραπλήσιες), ‘δεν πρέπει να συναντήσουν τις δυσκολίες και τα προβλήματα που συναντήσαμε εμείς.’

[4] Η ελληνική μειονότητα που διαβεί στη Βόρεια Ήπειρο, εμπίπτει, τυπολογικά, στην κατηγορία της «γλωσσικής μειονότητας». Σύμφωνα με τον Δημήτρη Χριστόπουλο, «η ύπαρξη μειονοτικών γλωσσών δεν καθιστά μηχανιστικά υπαρκτή τη γλωσσική μειονότητα, εφόσον τα άτομα που μιλούν τη μειονοτική γλώσσα δεν διεκδικούν τίποτε περισσότερο από το να χρησιμοποιούν  τη γλώσσα τους».  Περισσότερο στοχευμένος, στη δική μας θεωρητική οπτική, φαντάζει ο ορισμός της «γλωσσικής μειονότητας» που προσφέρει ο Trudgill: Γλωσσική μειονότητα καθίσταται «μία κοινωνική ομάδα εντός ενός κράτους-έθνους ή μιας άλλης οργανωμένης ομάδας, της οποίας η γηγενής γλώσσα είναι διαφορετική από τη μητρική γλώσσα του πολυπληθέστερου τμήματος του λαού του εν λόγω κράτους ή μονάδας». Ακόμη και οι κύριες διεκδικήσεις των μειονοτικών πολιτικών κομμάτων της περιοχής (στον εγχώριο πολιτικό-δημοσιογραφικό, η ελληνική ή ελληνόφωνη μειονότητα της περιοχής, είθισται να αποκαλείται ως ‘μειονότητα της Βόρειας Ηπείρου’∙ Πρέπει να στοχαστούμε αρκετά για να αντιληφθούμε πως μία φαινομενικά ‘αθώα’ γλωσσική επιλογή αυτού του τύπου, εμπεριέχει εντός της επαρκείς ποσότητες εθνο-κεντρισμού, με την γεωγραφική περιοχή όπου κατοικούν οι μειονοτικά ελληνόφωνοι, να προσλαμβάνεται ως προέκταση της ‘ελληνικής Ηπείρου,’ κάτι που λειτουργεί και ως δηλωτικό της καταγωγής και της εθνικής συνείδησης των κατοίκων της, και όχι ως τμήμα ενός κυρίαρχου κράτους, κάτι που θα ‘επέβαλλε σιωπηλά,’ την χρήση του όρου ‘Νότια Αλβανία’ αντί της ‘Βόρειας Ηπείρου’/ Αν και δεν θα σπεύσουμε, ελαφρά τη καρδία, να κάνουμε λόγο για την ύπαρξη ‘υπολειμμάτων’ ελληνικού αλυτρωτισμού, δεν θα παραλείψουμε, παρ’ όλα αυτά, να υπογραμμίσουμε πως αυτή η γλωσσική επιλογή, ιστορικά, αναγνωρίζει τον γεωγραφικό προσδιορισμό και τις χρήσεις, την ίδια στιγμή όπου, εξόχως αντιφατικά, για χρόνια, ήσαν ουσιαστικά μη ανεκτή η χρήση, από το γειτονικό κράτος της Μακεδονίας και νυν Βόρειας Μακεδονίας, κάποιου γεωγραφικού προσδιορισμού που θα παρέπεμπε στην ‘ελληνική Μακεδονία,’ δημιουργώντας σύγχυση ως προς την ‘ελληνικότητα’ της/Ο όρος ‘Βόρεια Ήπειρος’ χρησιμοποιείται με περισσή ευκολία από δημοσιογράφους, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς ως τεκμήριο μίας ιδιοκτησιακής αντίληψης περί ‘ελληνικότητας’ της Ηπείρου και αδιάσπαστης συνέχειας της,  με την Νότια Αλβανία ως όρος και ως περιοχή, να καθίσταται ‘αόρατη,’ αποκτώντας υπόσταση μόνο στις αφηγήσεις των Αλβανών/Με τον ίδιο τρόπο, η Τουρκική Θράκη, αποκαλείται ως ‘Ανατολική Θράκη,’ με τις γλωσσικές πρακτικές, σε αυτή την περίπτωση, να λειτουργούν ως παράγοντες ‘ανακούφισης’ από τις επώδυνες μνήμες του παρελθόντος και από το ‘άχθος’ της ιστορίας, η οποία έτσι, καθίσταται μία «μεγάλη σκηνή», για να δανεισθούμε τον όρο του Dickey, χωρώντας ό,τι οι επίσημες αρχές της χώρας επιθυμούν να χωρέσει), διαρθρώνονται γύρω από το διακύβευμα της χρήσης της ελληνικής γλώσσας στις καθημερινές επιτελέσεις των κατοίκων, στην εκπαιδευτική διαδικασία, στις οδικές σημάνσεις, με το στόχο της διεκδίκησης μεγαλύτερου βαθμού αυτονομίας να μην τίθεται στο προσκήνιο. Δεν διαθέτουμε στοιχεία ώστε να τεκμηριώσουμε εμπειρικά, την άποψη του Trudgill, σύμφωνα με τον οποίο (την παράθεση της άποψης του κάνει η Μαρία Ρομποπούλου), «όταν η εθνική μειονότητα αισθάνεται ό,τι απειλείται, συνασπίζεται γύρω από τη γλώσσα, προσκολλάται σ’ αυτήν και ταυτίζεται με αυτήν». Και ως ‘απειλή’ στην περίπτωση που μας αφορά, που θα οδηγούσε, ανακλαστικά και μη, στην προσκόλληση στη γλώσσα ως ισχυρό δείκτη ταυτότητας,  στη χρήση μόνο της Ελληνικής ως της γλώσσας των καθημερινών συναλλαγών ακόμη και με τις Αλβανικές αρχές (η διείσδυση της Ελληνικής γλώσσας στην Αλβανία και η αύξηση  του αριθμού των χρηστών της μεταξύ των Αλβανών κατοίκων, οφείλεται, πρωτίστως, στην επιστροφή των Αλβανών μεταναστών  που δεν είχαν «πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης» στην Ελλάδα, οι οποίοι απέκτησαν ένα γλωσσικό ‘κεκτημένο΄ το οποίο δεν είναι διατεθειμένοι να απεμπολήσουν, χάριν της δικής τους διευκόλυνσης, και αφήνοντας ίσως ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής επιστροφής στην Ελλάδα, μόνο όμως εάν παραστεί ανάγκη/Επίσης, το συγκεκριμένο γλωσσικό ‘κεκτημένο’ κάνουν χρήση και Αλβανοί που έσπευσαν να επανενσωματωθούν «μετά από αρκετά χρόνια»  στη χώρα τους, μεταφέροντας πίσω την γλώσσα και την ‘σπαστή’ χρήση της  ως δηλωτικό στοιχείο μετανάστευσης, ως τεκμήριο πρόσκτησης μίας ιδιότητας που δύναται να τους ‘συνοδεύει εφ’ όρους ζωής’),    μπορούσε να προσληφθεί η φόνευση προ τεσσάρων ετών, του μειονοτικού Κωνσταντίνου Κατσίφα, από Αλβανούς αστυνομικούς. Η χρήση της ελληνικής στη Νότια Αλβανία (παρά την ενίσχυση της παρουσίας της ελληνικής εντός της χώρας, αυτή δεν έχει εκλάβει status επίσημης γλώσσας, με την εκδήλωση της κοινωνικοοικονομικής κρίσης στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία, να συντείνει στη μείωση του αριθμού των φυσικών ομιλητών της Αλβανικής που θα ήσαν διατεθειμένοι να τη μάθουν επαρκώς, έχοντας κατά νου κάποια στιγμή, να επιχειρήσουν να μεταναστεύσουν προς την Ελλάδα, αξιοποιώντας την εκεί παρουσία συγγενών και φίλων/Δεν γνωρίζουμε εάν κάτι παρόμοιο συνέβη και με την Ιταλική γλώσσα), παρά τη θέση της ως μειονοτικής γλώσσας και την γλωσσική πίεση που υφίσταται από την επικρατούσα Αλβανική, δεν θεωρούμε πως κινδυνεύει είτε με πλήρη εξαφάνιση, είτε με αλλοίωση, καθώς διατηρεί το συγκριτικό πλεονέκτημα (πέραν της χρήσης της στις μειονοτικές περιοχές) της άμεσης γειτνίασης με μία περιοχή (Ήπειρος), όπου ομιλείται, σε διάφορες περιστάσεις και περιβάλλοντα, μόνο η ελληνική γλώσσα, με την καθημερινή μετακίνηση μειονοτικών από και προς την περιοχή της Ηπείρου (τα Γιάννενα καθίστανται χωρικό σημείο αναφοράς), μετακίνηση που επιτρέπει την επιτέλεση πολλαπλών αλληλεπιδράσεων, να διευκολύνει την καθημερινή και φυσική χρήση της ελληνικής (εν τοις πράγμασι το ‘καθεστώς συνοριακότητας’ της περιοχής, αμβλύνεται), ενισχύοντας την γνώση και μειώνονται το ενδεχόμενο έκθεσης της σε γλωσσικό κίνδυνο, αν και η ελληνική δεν κινδυνεύει και από την εφαρμογή ‘γλωσσο-κτόνων’ πολιτικών από πλευράς Αλβανικού κράτους, διότι, πολύ απλά, αυτές δεν υφίστανται (το υψηλότατο επίπεδο κατανόησης, επάρκειας και χρήσης της Αλβανικής, καθιστά, αρκετούς μειονοτικούς, διαφορετικών γενεών, δίγλωσσούς ομιλητές/Θα μπορούσαμε να θέσουμε και διαφορετικά το ερώτημα: Υπάρχει ενδιαφέρον σε περιοχές της Ηπείρου όπως τα Γιάννενα και η Πρέβεζα για την εκμάθηση της Αλβανικής γλώσσας; ) Θα ήσαν προδήλως εσφαλμένο το να θεωρήσουμε πως η αθλήτρια Ελίνα Τζένγκο, είναι μονόγλωσση ομιλήτρια, είτε της Ελληνικής, είτε της Αλβανικής γλώσσας. Αντιθέτως, καθίσταται καταστατικά, δίγλωσση ομιλήτρια (κατά τον Baker, «ο ισόρροπα δίγλωσσος είναι ο δίγλωσσος που μιλά δύο γλώσσες με την ίδια περίπου ευχέρεια σε διάφορα περιβάλλοντα»), έχοντας αναπτύξει την ικανότητα του να χρησιμοποιεί και τις δύο γλώσσες για «διαφορετικούς σκοπούς και λειτουργίες». Έτσι, μπορεί να κάνει χρήση της Αλβανικής γλώσσας (δεν έχουμε εικόνα από την δραστηριοποίηση της στο ‘Facebook,’ προκειμένου να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα για το σε ποια εκ των δύο γλωσσών αρέσκεται να επικοινωνεί περισσότερο, για το αν συμμετέχει και με ποιους όρους σε διάφορες ‘γλωσσικές κοινότητες’ που συγκροτούνται εντός του συγκεκριμένου μέσου κοινωνικής δικτύωσης, δηλαδή για το αν καθίσταται ενεργή συνομιλήτρια επενδύοντας συμβολικούς-γλωσσικούς πόρους προς την αξιοποίηση standard γλωσσικών τύπων στα Ελληνικά, προς την αξιοποίηση γλωσσικών αναφορών που συμβάλλουν στο γλωσσικό-σημασιολογικό ‘πέρασμα’ στη δεύτερη γλώσσα και τούμπαλιν, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί εάν οι συνομιλητές-συνομιλήτριες ήσαν Έλληνες και Αλβανοί,  για το αν εντοπίζεται πρόθεση ενός γλωσσικού πειραματισμού, για το αν γίνεται χρήση του όρου ‘μαλάκας’ και αν αυτή η χρήση συμβαδίζει με τη χρήση του αντίστοιχου Αλβανικού όρου, που δεν θα ήσαν υπερβολή να τονίσουμε πως εντάχθηκε στην καθημερινή προφορική συνομιλία νέων Ελληνόγλωσσων, οι οποίοι διαβιούσαν σε τοπικές κοινωνίες με έντονο Αλβανικό πληθυσμό, απαραίτητη προϋπόθεση, από κοινού με την φιλική σύνδεση με άτομα Αλβανικής καταγωγής,  για τη διαμόρφωση συνθηκών μίας γλωσσικής μείξης επιθυμητής και από τις δύο κοινότητες), στο οικογενειακό περιβάλλον, που περιλαμβάνει την συνομιλία με τους γονείς της, τις αδελφές της, τα συγγενικά της πρόσωπο, στον άμεσο κοινωνικό της περίγυρο (ως δείγμα γλωσσικής μετάβασης που δεν έχει συνέπειες στην ποιότητα της διεξαγόμενης συζήτησης τις περισσότερες φορές, μπορούμε να εκλάβουμε την στρατηγική ενός δίγλωσσου ο οποίος, προσαρμόζεται επαρκώς στην γλώσσα την οποία ομιλούν τα περισσότερα άτομα που συν-απαρτίζουν μία παρέα, κάνοντας όμως χρήση της δεύτερης και εξίσου σημαντικής στο σύστημα αξιών του γλώσσα σε περίπτωση που επιθυμεί να επικοινωνήσει με την μητέρα ή τον πατέρα του, κάποιον στενό φίλο, είτε για να πει κάτι που δεν ‘πρέπει να ακούσουν οι άλλοι,’ είτε για να εκφράσει παράπονο, ή άλλο συναίσθημα είτε για να βοηθήσει τον ομιλητή που ίσως δεν ομιλεί καλά την μητρική γλώσσα των υπολοίπων, στο να αντιληφθεί καλύτερα το τι ειπώθηκε/Αυτή η στρατηγική απαντάται σε περιβάλλοντα Ελλήνων που έχουν εγκατασταθεί στη Γερμανία/Κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, όταν αρκετοί εξ αυτών ταξιδεύουν στην Ελλάδα για διακοπές, λαμβάνει χώρα η ισόποση χρήση και των δύο γλωσσών, αναλόγως της περίστασης και του ομιλητή που βρίσκεται απέναντι), σε συνομιλίες και σε ανταλλαγή μηνυμάτων, σε διάφορα φόρα, με φυσικούς ομιλητές της Αλβανικής, όταν θέλει να εκφρασθεί ‘ελεύθερα’ δίχως την ‘υποχρέωση’ του να λάβει υπόψιν το ‘τι θα σκεφτούν οι άλλοι,’  ενώ αντίστοιχα, χρήση της Ελληνικής μπορεί να κάνει στο ευρύτερο επαγγελματικό της περιβάλλον,  σε συζητήσεις με φίλους και φίλες από το σχολείο και από το πανεπιστήμιο, για την επιτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων (αγορές), για «επικοινωνιακούς λόγους», όπως διεφάνη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης (σε αυτή την περίπτωση, στο μυαλό της υπάρχει μόνο η Ελληνική γλώσσα),  που έδωσε μετά την νίκη της στο αγώνισμα του ακοντίου.  Βλέπε σχετικά, Baker, C., ‘Foundations of Bilingual Education and Bilingualism,’ Multilingual Matters,  Bristol-Buffolo-Toronto, 2011. Και, Trudgill, P., ‘The ausbau sociolinguistic of Greek as a minority and majority language,’ 6th International Symposium on the description and/or comparison of English and Greek, Thessaloniki, 1992.  Για την περί μειονοτήτων προσέγγιση του Δημήτρη Χριστόπουλου, βλέπε και, Κωστούλα-Μακράκη, Ν., ‘Γλώσσα και κοινωνία. Βασικές έννοιες,’ Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2001.  Συν τοις άλλοις, ο Δημήτρης Χριστόπουλος, έχει συμβάλλει, από τον κοινού με τον Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη, στην έκδοση ενός σημαντικού τόμου (δεν θεωρούμε τυχαίο, πως ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, μνημονεύει τον Δημήτρη Χριστόπουλο ως ένθερμο υποστηρικτή των δικαιωμάτων διαφόρων μειοψηφικών ομάδων/Η εν γένει επιστημονική του εργασία για τις μειονότητες και τους όρους της ύπαρξης και της λειτουργίας τους, παραμένει και σήμερα, σημείο αναφοράς, αναμένοντας τον επόμενο ή την επόμενη που θα επιχειρήσει μία συνθετική ανάλυση ενός επίσης σύνθετου φαινομένου). Βλέπε σχετικά, Χριστόπουλος, Δημήτρης., & Τσιτσελίκης, Κωνσταντίνος., ‘Η Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας,’ Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2003. Μπορούμε να σταθούμε και να παραπέμψουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στη διεισδυτική ανάλυση του Παναγιώτη Μπάρκα για τις δραστηριότητες που ανέπτυξαν μέλη της μειονότητες επί μονοκομματικού καθεστώτος Χότζα, το οποίο επέβαλλε πολιτικής εθνικής-γλωσσικής ομογενοποίησης.  Το ό,τι οι μετα-κομμουνιστικές Αλβανικές κυβερνήσεις δεν απείλησαν με εξαφάνιση την ελληνική γλώσσα, μπορεί να εκληφθεί (εστιάζουμε στο Αλβανικό υπόδειγμα), ως δείγμα προώθησης της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού στη χώρα, που περιλαμβάνει και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας. Σύμφωνα με την αντίληψη του Baker, «όπου υπάρχει σχολική εκπαίδευση σε μειονοτική γλώσσα, οι πιθανότητες επιβίωσης αυξάνονται σημαντικά, αλλά δεν είναι εγγυημένες». Και, Dickey, J., ‘Public History and the Big Tent Theory,’ The Public Historian, 40, 4, 2018, σελ. 37-41. Η Μαρία Ρομποπούλου έχει καταθέσει μία εξόχως ενδιαφέρουσα διδακτορική διατριβή, για την ύπαρξη του φαινομένου της διγλωσσίας (η διγλωσσία μπορεί να προκύψει και τεχνητά, ως αποτέλεσμα της συστηματικής έκθεσης και της συστηματικής εξάσκησης και εκμάθησης μίας γλώσσας με την επιρροή της Αγγλικής), στην ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης η οποία, ιστορικά-αξιακά, αναπτύσσει τη δραστηριότητα της με άξονα το Οικουμενικό Πατριαρχείο (η χρήση του θρησκευτικού στοιχείου, όσον αφορά τη συγκρότηση της ταυτότητας, είναι πολύ πιο έντονη στη ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, από ό,τι στη Νότια Αλβανία). Βλέπε και, Ρομποπούλου, Μαρία., ‘Διγλωσσία στην ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης: η χρήση της Ελληνικής και της Τουρκικής γλώσσας στην προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση: κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση,’ Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2018, Διαθέσιμη στο: Διγλωσσία στην ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης: η χρήση της Ελληνικής και της Τουρκικής γλώσσας στην προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση: κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση (didaktorika.gr) Για τους τύπους της μετανάστευσης των Αλβανών στην Ελλάδα, βλέπε και, Μιχαήλ, Δόμνα., ‘Διεθνοποιημένα νοικοκυριά και κοινωνική ανάπτυξη την εποχή της κρίσης,’ στο: Βαμβακίδου, Ιφιγένεια, Καλεράντε, Ευαγγελία, & Σολάκη, Ανδρομάχη, (επιμ.), ‘Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τερατώδες είδωλο της Ευρώπης. Οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος,’ Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα, 2016, σελ. 151-168. Η Ελίνα Τζένγκο, συνιστά μία πολύτιμη μελέτη περίπτωσης.

[5] Σε αυτό το σημείο της ανάλυσης μας, θα στραφούμε σε ένα απόσπασμα από το έργο του Κοσμά Ψυχοπαίδη που φέρει τον τίτλο ‘Κανόνες και Αντινομίες στην Πολιτική’: «Ένα τέτοιο πεδίο πολιτικής (σ.σ: εδώ εννοείται η έμφαση στην αυτοκριτική), προϋποθέτει την ένταξη στο θεωρητικό μοντέλο της ιδέας του συλλόγου των πολιτικά ώριμων και κριτικά διαλεγόμενων δρώντων, που συντάσσουν τους όρους δημοκρατικής επικοινωνίας μεταξύ τους ως αναγκαίους». Και το ερώτημα προκύπτει σχεδόν αβίαστα: Συνιστά η οργάνωση ‘Μουτζαχεντίν του Λαού,’ έναν σύλλογο που αποτελείται από «ώριμους και κριτικά διαλεγόμενους δρώντες»; Ίσως η επωνυμία ‘Μουτζαχεντίν’ να ‘τρομάζει’ και να ξενίζει γλωσσικά και απολιτικά, εάν συνεκτιμήσουμε τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία χρησιμοποιείται. Η πρώτη απάντηση που θα δίναμε, θα ήσαν θετική. Τα μέλη της οργάνωσης, συνιστούν «ώριμους και κριτικά διαλεγόμενους δρώντες» (τα μέλη δεν ομνύουν στη χρήση βίας για την κατάλυση του Ιρανικού καθεστώτος, ούτε έχουν καλέσει ομάδες που δρουν στο εσωτερικό του Ιράν να κινηθούν με στόχο την εκ των έσω και βίαιη κατάλυση του), που δεν έχουν δημιουργήσει κανένα απολύτως πρόβλημα στη λειτουργία του Αλβανικού κράτους (εκτιμώντας το ό,τι το Αλβανικό κράτος έσπευσε να τους παράσχει φιλοξενία),  επιδιώκοντας να μην επηρεάσουν τις διμερείς σχέσεις με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η οποία, για άλλη μία φορά, ‘κάνει βήματα προς τα πίσω.’ Βλέπε σχετικά, Ψυχοπαίδης, Κοσμάς., ‘Κανόνες και Αντινομίες στην Πολιτική,’ Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 1999.

[6] Η προ μηνός επίσκεψη του πρώην αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάικ Πενς, στην πόλη όπου διαμένουν (εδώ έγκειται και η σημαντικότερη διαφορά με το εν Ελλάδι μοντέλο φιλοξενίας: Οι Αλβανικές αρχές αποφάσισαν να κατασκευάσουν μία πόλη λίγο έξω από τα Τίρανα για να καλύψουν τις ανάγκες στέγασης και διαμονής των μελών της οργάνωσης και των οικογενειών τους, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στα καθ’ ημάς, εκεί όπου από το 2016 ακόμη, έχει επιλεγεί το μοντέλο της διαμονής προσφύγων και μεταναστών σε camp που λειτουργούν ως αυτοτελείς χωρικές μονάδες, και όχι σε κάποια ξεχωριστή πόλη που θα δημιουργούνταν ex nihilo, για αυτό τον σκοπό), αποτελεί ισχυρή ένδειξη της υποστήριξης μίας μερίδας του Ρεπουμπλικανικού κόμματος προς τους ‘Μουτζαχεντίν,’ και της ταυτόχρονης εναντίωσης τους προς το Σιιτικό, θεοκρατικό καθεστώς (τα ίδια συναισθήματα εναντίωσης διαπερνούν και ένα μέρος της σημερινής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, και ευρύτερα, της πολιτικοδιπλωματικής ελίτ της χώρας).  Βλέπε σχετικά, ‘Αλβανία: Διακόπτει τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν – Κατηγορίες για κυβερνοεπιθέσεις…ό.π.

[7] Για να υιοθετήσει η Αλβανική κυβέρνηση του Σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργού Έντι Ράμα (η χώρα διατηρεί καλές σχέσεις με την πλειοψηφία των χωρών-μελών της Ένωσης),  αυτού του τύπου την διπλωματική στρατηγική, η οποία συνίσταται στην απόφαση απομάκρυνσης όλου του προσωπικού της Ιρανικής πρεσβείας από τη χώρα (αποφεύγοντας να επιλέξει την απομάκρυνση του Ιρανού πρέσβη και κάποιων συγκεκριμένων διπλωμάτων, όπως συνέβη την τελευταία περίοδο με τη Ρωσία και κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, σημαίνει πως στο εσωτερικό της Αλβανικής κυβέρνησης υπήρξε ισχυρή η πεποίθηση πως η πολιτική-διπλωματική υποστήριξη που θα λάβει η χώρα από τους Δυτικούς συμμάχους της θα είναι ισχυρή, πράγμα που συνέβη, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να εκφράζουν άμεσα την υποστήριξη τους στην Αλβανία, η οποία, όντας υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν τέθηκε στο στόχαστρο χωρών-μελών που αρέσκονται να λειτουργούν ως «multiple veto players» κατά τους Borzel & Risse, δηλαδή ως δρώντες εντός Ένωσης που κάνουν διαρκώς και με διάφορες αφορμές, χρήση του δικαιώματος αρνησικυρίας. Ακόμη και κάποιες μεμονωμένες αντιδράσεις χωρών-μελών (η διαδικασία ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίσσεται αρκετά έως πολύ πιο επεισοδιακή συγκριτικά με την αντίστοιχη Αλβανική, που διαθέτει ισχυρούς συμμάχους, όπως είναι η Ιταλία, η Αυστρία, η Ολλανδία, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σε αυτή την επιδίωξη της). Βλέπε σχετικά, Borzel, T.A., Risse, Th., ‘When Europe hits home: Europeanization and domestic change,’ Annual Convention of the American Political Science Association, Washington DC, 2000. Πρακτικά όμως, έχοντας κατά νου την όλη ευρωπαϊκή εικόνα, δύναται να επισημάνουμε πως δεν υφίσταται σήμερα κάποια χώρα η οποία, είτε ασκεί τον ρόλο του δρώντα που επιβάλλει συνεχώς veto, ‘παγώνοντας’ διαδικασίες, ακυρώνοντας άλλες και δημιουργώντας αντιπάθειες,  είτε να τον διεκδικεί ολοκληρωτικά. Ακόμη και η Βουλγαρία που προέβαλλε ισχυρές αντιστάσεις στο ενδεχόμενο ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στην Ένωση, σε περίπτωση όπου οι κυβερνήσεις της δεύτερης δεν προχωρούσαν σε συνταγματικές τροποποιήσεις σχετικές με τη γλώσσα και την ιστορία, δεν έκανε και δεν κάνει χρήση, διαρκώς, του veto, σε άλλα πεδία πολιτικής και διαμόρφωσης πολιτικής.

[8] Θα χρησιμοποιήσουμε το μοντέλο ανάλυσης της διγλωσσίας που έχει αναπτύξει ο Hoffman, λέγοντας πως αρκετοί Αλβανοί μετανάστες πρώτης γενιάς, καθίστανται φορείς της αποκαλούμενης ως «προσληπτική διγλωσσία» (receptive). Αυτή η μορφή διγλωσσίας «χαρακτηρίζει το άτομο που είναι σε θέση να κατανοεί μια δεύτερη γλώσσα στην προφορική ή/και γραπτής τη μορφή, χωρίς όμως να είναι σε θέση να παράγει λόγο (προφορικό ή γραπτό)». Υπό αυτή την οπτική, μεταναστευτικά υποκείμενα πρώτης γενιάς που έχουν έρθει από νεαρή ηλικία στην Ελλάδα, μπορούν να κατανοούν με ικανοποιητικό βαθμό επάρκειας την Ελληνική γλώσσα (τη δεκαετία του 1990, το ‘καρτοτηλέφωνο’ υπήρξε ο κύριος μοχλός επικοινωνίας με την ‘πατρίδα,’ ενώ η ‘τηλεκάρτα,’ το πρωταρχικό διαβατήριο εισόδου σε ένα οικείο γλωσσικό γίγνεσθαι ή περιβάλλον/Μέσω της θέασης τέτοιων εικόνων, εικόνων που παρήγαγαν διάφορους συνειρμούς, κατέστη εφικτή η διαμόρφωση του στερεοτυπικού λόγου περί ‘Αλβανού τουρίστα’),  χρησιμοποιώντας την ως ‘εργαλείο’ διαλόγου με φυσικούς ομιλητές της, σε επίσημα και ανεπίσημα περιβάλλοντα (χωράφια), δίχως όμως να μπορούν να κάνουν χρήση της σε γραπτή μορφή, αν και από κάποιους επιχειρείται, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το ‘Facebook.’ Βλέπε σχετικά, Hoffman, C., ‘An introduction to bilingualism,’ London & New York, Longman, 1991. Και, Ρομποπούλου, Μαρία., ‘Διγλωσσία στην ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης: η χρήση της Ελληνικής και της Τουρκικής γλώσσας στην προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση: κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση…ό.π., σελ. 95.

[9] Θα ήσαν εσφαλμένο, σε θεωρητικό-επιστημολογικό επίπεδο, να θεωρήσουμε πως ο Αλβανός πολιτικός Σαλί Μπερίσα, παρά τις αντιφάσεις που συνόδευαν και συνοδεύουν το πέρασμα του από την πολιτική, καθώς και το γεγονός πως είναι ευεπίφορος σε διάφορες εκδοχές λαϊκισμού, υπήρξε εχθρικός, προς την «πολιτική δημοκρατικοποίηση» της χώρας (βλέπε την ανάλυση του Kitschelt). Και αυτό διότι, με την όλη παρουσία του εκείνη την κρίσιμη περίοδο μετάβασης (ιδρυτής του Δημοκρατικού Κόμματος Αλβανίας, πρώτος  και μάλιστα εκλεγμένος για θητεία συγκεκριμένης διάρκειας, Προέδρος της Δημοκρατίας της μετα-κομμουνιστικής Αλβανίας) έθεσε τις βάσεις για την εκκίνηση της διαδικασίας εκδημοκρατισμού της χώρας, για τη «διαμόρφωση του μετα-κομμουνιστικού θεσμικού πλαισίου με την εισαγωγή αποπροσωποιημένων θεσμών όπως τον κοινοβουλευτισμό», για τη σταδιακή εδραίωση του πολυ-κομματισμού (και των ατομικών-πολιτικών ελευθεριών), ή αλλιώς, του κομματικού-πολιτικού πλουραλισμού, για την εισαγωγή της εκλογικής διαδικασίας στην πολιτική πραγματικότητα της χώρας (και μίας αντίστοιχης κουλτούρας σεβασμού της διαδικασίας και των αποτελεσμάτων),   για τη συγκρότηση της πρώτης και μετα-κομμουνιστικής πολιτικής ελίτ της χώρας, από την οποία προέκυψε πληθώρα στελεχών τα οποία αργότερα ανέλαβαν πόστα εξουσίας. Οι απλοϊκές και ψυχο-συναισθηματικά ‘φορτισμένες’ αναγνώσεις της προσωπικότητας του Σαλί Μπερίσα (ένα παράδειγμα αυτού, μας προσφέρει η έμφαση που δίδεται, στην εμπλοκή του στο σκάνδαλο των πυραμίδων, ωσάν ο πολιτικός του βίος να εξαντλείται μόνο σε αυτό), δεν επιτρέπει να φανεί, σε όλη της την έκταση η συμβολή στην ομαλή εκκίνηση και στην επίσης, ομαλή, κοινωνικά, πολιτικά, θεσμικά, συμβολή του στη διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας. Ήσαν η θεσμικά συνεπής στάση του, την περίοδο του σκανδάλου, αυτή που απέτρεψε την εμφάνιση μαζικών, βίαιων επεισοδίων ανά την Αλβανική επικράτεια, καθότι, δεν δίστασε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, έχοντας την επίγνωση πως αυτή η ενέργεια, και θα συγκεντρώσει την πολυπόθητη κομματική-πολιτική συναίνεση, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμφωνούν με αυτή την πρόταση, αλλά, και θα συμβάλλει στην εκτόνωση ή στην αποσυμπίεση της υπαρκτής κοινωνικής-πολιτικής ένταση, δίδοντας την ευκαιρία, ως φιλελεύθερος πολιτικός που ομνύει σε έναν ‘υγιή’ πολιτικοϊδεολογικό ανταγωνισμό, να εκφρασθεί η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του. Η επιλογή του, συνέβαλλε επίσης στο να παραμείνει στο κομματικό-πολιτικό παίγνιο, μη σπαταλώντας εντελώς το πολιτικό κεφάλαιο του.  Από την άλλη πλευρά, ο νυν πρωθυπουργός της χώρας, Έντι Ράμα, εμπίπτει, στις κατηγορίες,  σύμφωνα με την τυπολογική προσέγγιση του Agh, του πολιτικού του «ιστορικού οράματος» (‘όραμα μου είναι η πλήρης ένταξη της Αλβανίας στο μπλοκ των Δυτικών χωρών και οργανισμών’/Το ενδιαφέρον με την περίπτωση του, έγκειται στο ό,τι έχει ήδη προβεί στην εκπλήρωση ενός ‘αυτοδιοικητικού οράματος,’ συντελώντας, από τη θέση του δημάρχου Τιράνων, στον κοινωνικό, πολιτισμικό, χωρικό, αισθητικό μετασχηματισμό των Τιράνων, από μία αποκομμένη από τον περίγυρο της, τυπική και ομοιόμορφη κομμουνιστική πόλη, σε μία σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα), της «συγκυρίας», καθότι αξιοποίησε, με τον πλέον καλύτερο τρόπο, τόσο την επιτυχημένη θητεία του στο δημαρχικό θώκο των Τιράνων (αυτός ο παράγοντας ήσαν από τους πλέον θεμελιώδεις προκειμένου να εισέλθει, όντας ακόμη δήμαρχος Τιράνων, στην πολιτική ελίτ της χώρας),  όσο και την κρίση νομιμοποίησης των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, ώστε να εισέλθει με τις καλύτερες προϋποθέσεις, στην κεντρική πολιτική σκηνή, μετατρεπόμενος έτσι και σε έναν «επαγγελματία πολιτικό», (είναι εξόχως απλοϊκό, λαϊκιστικό και μονοσήμαντο να ταυτίζεται η ‘επαγγελματοποίηση’ ενός πολιτικού, με το γεγονός πως αυτός δεν έχει εργαστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιδιώκοντας έτσι, να καταστήσει, δια της εισόδου του σε αυτή, την πολιτική σε επάγγελμα και δη ‘προσοδοφόρο επάγγελμα’/Προκύπτει ένα πλήθος παραγόντων που μπορούν να καταστήσουν έναν πολιτικό ‘επαγγελματία’), που επιθυμεί διαρκώς και εντόνως την επανεκλογή του και κατ’ επέκταση, την παραμονή του στην κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας. Βλέπε σχετικά, Μπουραντά, Βασιλική., ‘Εκλογικά συστήματα σε νέες δημοκρατίες της Ευρώπης,’ Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2021, σελ. 48 & 54. Και, Kitschelt, H., ‘ The Radical Right in Western Europe: A Comparative Analysis,’ Michigan, Michigan University Press, 1997. Σύμφωνα με τον Pasquino, «δεν ήταν όλες οι διαδικασίες μετάβασης ελεγχόμενες από τα κόμματα». Για την Αλβανική διαδικασία μετάβασης, βλέπε και, Biberaj, E., ‘Albania in Transition:  The Rocky road to Democracy,’ Nations of Modern World, Europe, Boulder, Colo, Westview Press.

[10] Τώρα που η πόλη των Τιράνων ευρίσκεται σε μία φάση ανάπτυξης, οικοδομικής και μη, θα είχε ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε το αν θα αναπτυχθεί ένα ‘ρεύμα’ μετανάστευσης Ελλήνων (και μηχανικών) προς την γειτονική χώρα, η οποία δεν ήσαν στις μεταναστευτικές επιλογές των ατόμων που μετανάστευσαν την περίοδο της βαθιάς κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης.

[11] Βλέπε σχετικά, Παναγιώτου, Κωνσταντίνος., ‘Ο υβριδικός πόλεμος στον 21ο αιώνα: Είναι απειλή για την ελληνική ασφάλεια;’  Διπλωματική Εργασία, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, Διαθέσιμη στο: PanagiotouKonstantinosMsc2017 (uom.gr) Προς ώρας, τα άτομα που καταπιάνονται, σε ένα θεωρητικό επίπεδο, με τον υβριδικό πόλεμο και τις διάφορες μορφές που αυτός λαμβάνει, προέρχονται κατά κύριο λόγο από το χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, όντες εν ενεργεία στρατιωτικοί που πραγματοποιούν μεταπτυχιακές σπουδές, όχι για να επιτύχουν μία πιο γρήγορη άνοδο στην στρατιωτική ιεραρχία, αλλά, για να εμπλουτίσουν τις επιστημονικές  γνώσεις τους γύρω από ένα σύνθετο φαινόμενο, καθιστάμενοι, εάν απαιτηθεί, έτοιμοι να το αντιμετωπίσουν.

[12] Αποτελούν μέλη της οργάνωσης ‘Μουτζαχεντίν του Λαού’ (η τότε Αλβανική κυβέρνηση, έσπευσε, για λόγους ανθρωπιστικούς, να δεχθεί τα μέλη της οργάνωσης στα εδάφη της, επιβεβαιώνοντας παράλληλα την απόφαση σύνδεσης της με τα προτάγματα του Δυτικού μπλοκ),  ‘νομάδες’ που επιθυμούν να παραμένουν για σύντομο χρονικό διάστημα εντός Αλβανίας, αποφασίζοντας εν συνεχεία να ταξιδέψουν και να εγκατασταθούν αλλού;

[13] Το Ιράν δεν επιδιώκει να διευρύνει το γεω-πολιτικό του ‘αποτύπωμα’ στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Πλην της Αλβανίας, οι σχέσεις του και με άλλες χώρες της Βαλκανικής, βρίσκονται ακόμη σε ένα πρώιμο ή εμβρυακό στάδιο ανάπτυξης (εν αντιθέσει με την Τουρκία).

[14] Ο Αλβανός συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ, στο μυθιστόρημα του ‘Το Τέρας,’ προσφέρει μία πολυ-πρισματική εικόνα του Αλβανικού, κομμουνιστικού καθεστώτος, επανεπινοώντας, προκειμένου να επιτύχει κάτι τέτοιο, τον Ομηρικό μύθο του ‘Δούρειου Ίππου’ και τοποθετώντας εντός της μία πινακοθήκη προσώπων (που για να καταστούν ανθεκτικοί, αναπτύσσουν τον αμυντικό μηχανισμό, του ρεαλισμού που μετονομάζει πρόσωπα και έννοιες) που βλέπουν τον ‘χρόνο να περνά’ και το ίδιο το καθεστώς να παρεμβάλλεται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας: Είναι δυνατός τέτοιος ζόφος; Βλέπε σχετικά, Κανταρέ, Ισμαήλ., ‘Το Τέρας,’ Μετάφραση: Αναγνώστου Νίκος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 1996.

[15] Η καταστροφή πολύτιμων κρατικών-κυβερνητικών αρχείων, όπως επίσης και η καταστροφή δικλείδων ψηφιακής ασφάλειας,  είναι δύο βασικοί στόχοι  αυτού του τύπου των επιθέσεων.

[16] Η επίθεση στις ψηφιακές υποδομές του Ιράν ήδη μεταστράφηκε εις βάρος του, κάτι που αποδεικνύει, στο φόντο της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, την συνειδητή συσπείρωση που προκαλούν στο Δυτικό κόσμο και στις νέες δημοκρατίες εντός αυτού (η Αλβανία υπήρξε από τις πρώτες Βαλκανικές χώρες που αντιτάχθηκαν με ζέση στη Ρωσική στρατιωτική εισβολή), οι διάφορες επιθέσεις αυταρχικών καθεστώτων.

[17] Μέσα στην ευρύτερη εικόνα του σύγχρονου και απαιτητικού  ‘μικρομεσαίου,’ εντάσσονται και Αλβανοί, οι οποίοι, αποφάσισαν να επενδύσουν τις οικονομίες τους που συσσώρευσαν από την επιτέλεση διαφόρων εργασιών, στο άνοιγμα μικρών καταστημάτων (ψιλικατζίδικων).

[18] Βλέπε σχετικά, ‘Αλβανία: Διακόπτει τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν – Κατηγορίες για κυβερνοεπιθέσεις…ό.π. Η πρόσφατη εμπειρία, δείχνει πως το Ιράν συνήθως απαντά σε ό,τι εκλαμβάνει ως ‘επίθεση’ στο ίδιο και στα συμφέροντα του, πολύ γρήγορα.

circogreco.gr

Γιώργος Μύτιλης