ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ, ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ ΣΕ ΙΔΑΝΙΚΑ

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ  ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ, ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ  ΣΕ  ΙΔΑΝΙΚΑ

Μαρίνα ΖΩΤΟΥ

(Ιστορικές μορφές του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού)

Είναι δύσκολο να  διανοηθεί κανείς, αν δεν το ζήσει, την αμηχανία του ανθρώπου, που καλείται να αρθρώσει ένα σύντομο και περιεκτικό λόγο για το γονιό του, που έχει φύγει από τη ζωή. Επιτρέψτε μου να επισημάνω δε, ότι τη δική μου αμηχανία καθιστά μεγαλύτερη το γεγονός, ότι ο πατέρας μου υπήρξε τόσο πληθωρικός σε όλα του: σε συναισθήματα, σε ιδέες και σε οράματα, σε σκέψεις και σε πράξεις. Μέσα απ’ όλο αυτό τον πλούτο, διάλεξα να μιλήσω σήμερα για εκείνο το κομμάτι της ζωής του, της δημιουργικής δράσης, αλλά κυρίως της ψυχής του που καταλάμβανε ο αγαπημένος γενέθλιος τόπος του, η Πολύτσανη και κατά προέκταση ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος. Μιλώντας δε για την Πολύτσανη του πατέρα μου, αισθάνομαι ότι οφείλω να μιλήσω λιγότερο για τον τόπο, τον καθορισμένο στο γεωγραφικό χώρο και περισσότερο για το πολύσημο φορτίο, βιωματικό, συναισθηματικό, ιστορικό κι ιδεολογικό που φέρει η Πολύτσανη, ως σύμβολο κι όραμα, τμήμα του μεγάλου Βορειοηπειρωτικού οράματος.

Με αυτό το όραμα, που  για την οικογένειά μου υπήρξε έγνοια καθημερινή και παραπέρα, πηγή έμπνευσης και σταθερό σημείο αναφοράς, έζησα και διαποτίστηκα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κι είναι βέβαια φυσικό, για μια οικογένεια που τραγική μοίρα απέσπασε τόσο βίαια από το σπιτικό και την ιδιαίτερη πατρίδα της, αυτή η ιδιαίτερη πατρίδα να κατακλύσει τη ζωή της, να στοιχειώσει στα όνειρά της.

Πολύ πέρα όμως από το αναμενόμενο και νομοτελειακό, ο πατέρας μου χειρίστηκε αυτή την προσωπική οικογενειακή και εθνική βέβαια τραγωδία, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Με έναν τρόπο που έχει να κάνει καταρχήν με δύο βασικά γνωρίσματα του χαρακτήρα του: την ανθρώπινη ευαισθησία του και την προσήλωσή του σε ιδανικά. Τα δύο αυτά στοιχεία, συμπληρωμένα από την ενεργητικότητά του, την παραγωγικότητα  του μυαλού του, την τόλμη και την αγωνιστικότητα μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, κατέστησαν την  ενασχόλησή του με την Πολύτσανη, μια  συγκλονιστική  περιπέτεια ζωής, που διέθετε όλα τα εντυπωσιακά στοιχεία μιας γνήσιας περιπέτειας: κινδύνους, αγωνίες, δάκρυα, δοκιμασίες με δράκους και σκοτεινές σπηλιές, αλλά  και  καλές νεράιδες, ξέφωτα και ξαστεριές, έπαθλα και χαρές, κάτι σαν τα “ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής” της καβαφικής Ιθάκης. Κι αναφέρομαι  βέβαια στον τεράστιο αγώνα, αγώνα ζωής, που έδωσε για περισσότερα από 40 χρόνια, ο πατέρας μου για το βορειοηπειρωτικό, όταν μετουσίωνε τον πόνο για το γενέθλιο τόπο του σε κινητήρια δύναμη δράσης.

Καθώς κοιτάζω πίσω στο παρελθόν, σε γεγονότα και στοιχεία της οικογενειακής μου ζωής, τόσο γνωστά, τόσο οικεία, ταξινομημένα και καταχωρημένα κατά πώς τους πρέπει στη μνήμη, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω τελειώσει οριστικά μαζί τους, όπως νόμιζα. Τώρα, υπό το καθεστώς της απουσίας του πατέρα μου, φωτίζονται από την αρχή και μου καταδείχνουν πλευρές τους άγνωστες, καινούργιες. Η παρουσία λοιπόν της Πολύτσανης στη ζωή του πατέρα μου, όσο την ψάχνω, τόσο πιο πλούσια και συναρπαστική μου αποκαλύπτεται.

Στα πρώτα μου χρόνια η Πολύτσανη ήταν δάκρυα βουβά για το θείο Χρήστο, που ‘μεινε πίσω, γιατί εκείνη τη νύχτα της φυγής έλειπε και το καταραμένο το ποτάμι  ήταν φουσκωμένο και το παιδί μικρό κι άτυχο, πώς να το περάσει κι ο χρόνος πίεζε κι  ο Λίπες που ‘ξερε τα μονοπάτια  κι είχε έρθει σταλμένος  γι’ αυτή τη δουλειά, δεν περίμενε. Ήταν ακόμη η αναμμένη λάμπα πετρελαίου και το φαΐ που ‘μεινε στο τραπέζι, γιατί κανένας δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα, κι έτσι κι αλλιώς όλα είχαν γίνει τόσο βιαστικά. Ήταν κι η συκιά στην αυλή που ‘κανε τα πιο νόστιμα σύκα στον κόσμο. Κι ήταν ακόμη η Νεμέρτσικα, το αγέρωχο βουνό, ο ιδανικός προορισμός των αγορίστικων περιπλανήσεων.

Δε θυμάμαι πια πότε οι αφηγήσεις συνοδεύτηκαν από εικόνα, όταν μια μεγάλη ασπρόμαυρη  κορνιζαρισμένη φωτογραφία κρεμάστηκε στην πιο περίοπτη θέση του σπιτιού.  Δεν άργησα  βέβαια  να  καταλάβω ότι η Πολύτσανη ήταν κάτι πολύ περισσότερο από νοσταλγικές αφηγήσεις και φθαρμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Ήταν μια μήτρα  απ’ την οποία ο ομφάλιος λώρος δεν θα κοβόταν ποτέ, αλλά θα συνέχιζε να συνδέει τον πατέρα μου με την πολύτιμη  παιδικότητα, να τροφοδοτεί με τους χυμούς της την ψυχή και το πνεύμα του. Ήταν μια πηγή αστείρευτη  απ’ όπου μπορούσε, για μια ολόκληρη ζωή, ν’ αντλεί όλους τους λόγους, ν’ αγαπά με πάθος την  πατρίδα, που ιδανική καθώς έμεινε ως εικόνα της πρώτης του εφηβείας, δεν πρόλαβε να τον πληγώσει, τους λόγους να μισεί τον πόλεμο και τα δεινά της προσφυγιάς και  ν’ αγωνίζεται για εθνικά κι ανθρώπινα δικαιώματα ακόμη και σε εποχές, που η φωνή του αποτελούσε παραφωνία.

Το 1989, η Πολύτσανη έγινε το αντικείμενο ενός βιβλίου, του οποίου η συγγραφή είχε κρατήσει δέκα σχεδόν χρόνια, καθώς κλειστά σύνορα έκαναν τις έρευνες δυσχερέστατες, κι είχε απορροφήσει ελεύθερο και μη χρόνο και τεράστια αποθέματα ενέργειας και δημιουργικής διάθεσης.

Ο Θεός θέλησε ο πατέρας μου ν’ αξιωθεί να δει το χωριό του, γεγονός που υπήρξε ένας μεγάλος σταθμός στη ζωή του. Με την άδολη κι ολοκληρωτική αγάπη και γενναιοδωρία του προσέγγιζε πάντα τους ανθρώπους και τα πράγματα, επιδόθηκε στη φροντίδα των συγχωριανών του και την αναστήλωση της αγαπημένης Πολύτσανης. Αρχιτεκτονικά σχέδια αναστήλωσης και μελέτες – προτάσεις, που αφορούσαν στο χωριό, τον συντρόφευαν σταθερά όπου κι αν ήταν. Αυτός ήταν ο κόσμος του κι η Πολύτσανή του, ένα προσωπικό σύστημα αξιών, που όριζαν ο ανθρωπισμός κι ο πατριωτισμός στην πιο γνήσια εκδοχή τους. Αυτή είναι  και η πολύτιμη παρακαταθήκη του  σ’ εμάς, μαζί με την πολυεπίπεδη συμβολή του στο Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα, για το οποίο μπορώ πια με βεβαιότητα να ισχυρίζομαι ότι υπήρξε το επίκεντρο της ζωής του. Γνώριζε κάθε πτυχή του, τόσο καλά, όσο ήξερε κάθε σπιθαμή της αγαπημένης πολυτσανίτικης γης. Είχε παρακολουθήσει την ιστορική του πορεία, με διαβάσματα και προσωπική έρευνα, ήταν σε θέση να εκφέρει εμπεριστατωμένη άποψη για το παρόν και την προοπτική του στο μέλλον. Ζούσε την κάθε του φάση με την αγωνία που είχε κανείς για ένα αγαπημένο του πρόσωπο. Αγκάλιαζε τους  Βορειοηπειρώτες, από κάθε σημείο του βορειοηπειρωτικού χώρου προερχόμενους, με την προστατευτική διάθεση του πατέρα προς τα παιδιά. Διακηρύσσοντας με παρρησία το δικαίωμα της εθνικής μειονότητας να υπάρχει ως τέτοια, όπως ορίζουν διεθνές συμβάσεις, δε δίστασε άλλοτε να προσεγγίζει κι άλλοτε να συγκρούεται με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της πολιτικής και πνευματικής ζωής, ακόμη κι εκτός των ελληνικών συνόρων. Αναζητώντας συμπαραστάτες του Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος, απευθυνόταν κατά καιρούς σε φορείς, συλλόγους, οργανώσεις και μεμονωμένα άτομα, για ν’ αποσπάει από αδιαφορία έως πολεμική κι από αποδοχή έως ένθερμη υποστήριξη. Η δικαίωση προσπαθειών που πολλές φορές τον ξεπερνούσαν, συχνά αργούσε να ’ρθει. Ακόμη σήμερα διερωτώμαι πού έβρισκε όλη εκείνη τη δύναμη να προσπερνά τις όποιες απογοητεύσεις και να συνεχίζει αταλάντευτα το ταξίδι. Πώς μπορούσε να αψηφά εντελώς τις προσωπικές του ανάγκες, για να είναι αδιάλειπτα παρών σε κάθε επεισόδιο της εξέλιξης του Βορειοηπειρωτικού.

Φαντάζομαι ότι σε πολλούς απ’ όσους δεν έζησαν τον πατέρα μου από κοντά, όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά. Εγώ όμως ξέρω ότι μετά βίας καταγράφουν μέρος μόνο του πάθους και της έντασης  του αγώνα του και της πολυδιάστατης δράσης του. Ξέρουν όμως και πάρα πολλοί απλοί κυρίως άνθρωποι από τη βάση του βορειοηπειρωτικού κόσμου, που ένα χρόνο μετά μας σφίγγουν με συγκίνηση το χέρι και μας ζητούν να είμαστε περήφανοι για κείνον. Για κείνον τον ωραίο άνθρωπο που ονειρεύτηκε όνειρα μεγάλα και αξιώθηκε τουλάχιστον να ζήσει την επιστροφή στον τόπο  της ψυχής του, την Πολύτσανη, όπου βέβαια έτσι κι αλλιώς «επέστρεφε» μια ζωή ολόκληρη. Εκεί που και θα τριγυρνά, για μια αιωνιότητα, πνεύμα πια αναπαυμένο, ήσυχο ν’ απολαύσει το χλωρό του παράδεισο, απαλλαγμένο  από πόνους, πάθη κι ανάγκες. Εκεί θα τον αναζητούμε κι όσοι θα επιμένουμε πάντα να τον ψάχνουμε. Εκεί κάποιες ευλογημένες στιγμές θα τον βρίσκουμε, πίσω από την υποψία χαμόγελου της ζωηρόχρωμης αγιογραφίας της Αγίας Μαρίνας, που έγινε με δική του παραγγελία στον πρόσφατο αναστηλωμένο Ταξιάρχη, την κεντρική εκκλησία του χωριού, στα χαλασμένα σοκάκια που πάνε στα Ζωτάτικα  άλλοτε, του  Κάτω Μαχαλά, στο μοναστήρι του Άη  Θανάση, ψηλά στο τέρμα της ανηφοριάς, καθώς για να μπούμε στο ναό του, θα κατεβαίνουμε σκαλιά που ‘φθειραν οι αιώνες, χωρίς ποτέ να τα εμποδίσουν να οδηγούν στη μυσταγωγία ενός χώρου συγκλονιστικού ή στο φρεσκοχτισμένο ξενώνα του μοναστηριού, που μόλις που πρόλαβε να φιλοξενήσει όνειρα φτερωτά. Και  θα τον βρίσκουμε ακόμη κάθε 8 Σεπτέμβρη, σε χορούς και φαγοπότια, σε γέλια μικρών παιδιών, σ’ “ίσα”  και σε “γυρίσματα” γερόντων, που σε κάποιους από μας αντηχούν με το σπαρακτικό τους τρόπο τον πόνο  αλλά  και  την προσμονή. Και θα τον βρίσκουμε πάντα στο πρόσφατα  αναπαλαιωμένο  πέτρινο σπίτι της πλατείας, που χτισμένο στα 1935, πέρασε κι αυτό ουκ ολίγες περιπέτειες, προσμένοντας τους ιδιοκτήτες του.

Ναι, νομίζω ότι εκεί θα τον βρίσκουμε οριστικά, στο κατώφλι  να  υποδέχεται  πάντα τους συγχωριανούς του Πολυτσανίτες  μ’ εκείνη τη μοναδική θέρμη της αγάπης του. Για πάντα…

18, Μαΐου, 2007

Γιώργος Μύτιλης