ΕΛΙΑΜΕΠ: Έρευνα για τις σχέσεις Ελλάδας Αλβανίας

ΕΛΙΑΜΕΠ: Έρευνα για τις σχέσεις Ελλάδας Αλβανίας
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Spiros Sideris 

Οι σχέσεις μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας παραμένουν ένα περίπλοκο αίνιγμα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι Αλβανοί και οι Έλληνες είναι γείτονες με εκτεταμένους ιστορικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς, συμμετέχουν στην ίδια ευρωατλαντική γεωπολιτική σφαίρα και συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό για την ευρύτερη μακρο-ιστορική πολιτική ατζέντα της περιοχής: τη δημιουργία υγιών δημοκρατιών, ισχυρές οικονομίες αγοράς και το κράτος δικαίου καθώς και την ένταξη ολόκληρων των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, οι δύο χώρες, ξεπέρασαν τον σοβαρό διαχωρισμό του Ψυχρού Πολέμου μέσω της εντατικής αλληλεπίδρασης όλων των ειδών από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά. Μια τέτοια αλληλεπίδραση αύξησε την ορατότητα της μιας χώρας / έθνους στην άλλη, αλλά έφερε επίσης στο προσκήνιο παλιά στερεότυπα και φόβους, καθώς και νέες πηγές διαφωνιών και εντάσεων. Ως αποτέλεσμα, η Αλβανία και η Ελλάδα βρίσκονται σε μια παράδοξη κατάσταση. Οι δύο κοινωνίες και οικονομίες είναι πολύ αλληλένδετες, αλλά οι διπλωματικές και πολιτικές σχέσεις παραμένουν σε δοκιμασία και σε σχεδόν μόνιμη κατάσταση αστάθειας. Ταυτόχρονα, η ολοένα και πιο εχθρική ρητορική έκφραση στα ηλεκτρονικά και κοινωνικά μέσα δημιουργεί ένα εύφορο έδαφος για τα δύο έθνη να αναπτύξουν δυνητικά τις ταυτότητές τους σε αντίθεση μεταξύ τους.

Το Ίδρυμα Open Society της Αλβανίας συνεργάστηκε με το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) σε μια προσπάθεια να διερευνήσει αυτούς τους παράγοντες επανεξετάζοντας την ευαίσθητη και δύσκολη σχέση μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας. Το πρώτο βήμα αυτής της κοινής προσπάθειας ήταν η διερεύνηση της κοινωνικής βάσης για αμοιβαίες παρερμηνείες και στερεότυπα. Ο στόχος ήταν να κατανοήσουμε τις στάσεις που έχουν τα αλβανικά και τα ελληνικά έθνη μεταξύ τους και πώς αυτές οι απόψεις μπορούν να διευκολύνουν ή να εμποδίσουν την οικοδόμηση μιας στενότερης εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών. Προς το σκοπό αυτό, και ως πρώτο βήμα σε μια ευρύτερη προσπάθεια για την αύξηση της αμοιβαίας κατανόησης, το ερευνητικό έργο είχε ως στόχο να εμβαθύνει βαθύτερα στις στάσεις της κοινής γνώμης στις δύο χώρες σχετικά με τις διμερείς σχέσεις και τις διάφορες διαστάσεις αυτής της περίπλοκης σχέσης.

Το κοινό ερευνητικό έργο περιελάμβανε δύο παράλληλες δημοσκοπήσεις που διεξήχθησαν στην Αλβανία και την Ελλάδα και υλοποιήθηκαν από το Ινστιτούτο Ερευνών Δεδομένων Centrum και το πρακτορείο δημοσκοπήσεων που εδρεύει στα Τίρανα και την Ερευνητική Μονάδα Δημόσιας Γνώμης του Πανεπιστημίου της Μακεδονίας.

Για συγκριτικούς σκοπούς, οι δύο πλευρές συνεργάστηκαν σε μια κοινή βάση ερωτήσεων, ενώ τα δομημένα ερωτηματολόγια των δύο ερευνών είχαν μόνο λίγες και απαραίτητες διαφορές. Η ελληνική έρευνα χρησιμοποίησε ένα πανεθνικό αντιπροσωπευτικό δείγμα (n = 1.128), ακολουθώντας την τεχνική στρωματοποιημένων δειγμάτων πολλαπλών σταδίων. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση τηλεφωνικών συνεντεύξεων με υποβοήθηση υπολογιστή (CATI) μεταξύ 13-20 Δεκεμβρίου 2019.

Η αλβανική έρευνα βασίστηκε σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σε εθνικό επίπεδο (n = 1.200), ακολουθώντας την τεχνική δειγματοληψίας πολλαπλών στρωματοποιήσεων. Ο τρόπος συλλογής δεδομένων ήταν πρόσωπο με πρόσωπο, διεξήγαγε συνεντεύξεις από πόρτα σε πόρτα και η επιτόπια εργασία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 11-26 Φεβρουαρίου 2020.

Τα ευρήματα της ανάλυσης που πραγματοποιήθηκαν από τους εταίρους που συμμετείχαν σε αυτό το έργο παρουσιάζονται στην έκθεση, η οποία περιέχει τέσσερα μέρη και δώδεκα ενότητες. Στο Πρώτο Μέρος, με τίτλο Διεθνές πλαίσιο πολιτικής και ασφάλειας, η έκθεση εξετάζει ερωτήματα που αφορούν διεθνείς υποθέσεις των δύο χωρών. Πιο συγκεκριμένα, αυτό το μέρος περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με τους καλύτερους διεθνείς φίλους των δύο χωρών, τις αντιλήψεις τους για ξένες απειλές, τις 10 απόψεις τους για γειτονικές χώρες και τις απόψεις τους σχετικά με ζητήματα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συμπεριλαμβανομένης της προοπτικής ένταξης της Αλβανίας στην ΕΕ.

Το Δεύτερο Μέρος, με τίτλο Διμερείς Σχέσεις, περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με τη συνολική αξιολόγηση των διμερών σχέσεων μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας, τα κύρια προβλήματα που επηρεάζουν αυτές τις σχέσεις, όπως τα αντιλαμβάνονται οι ερωτηθέντες στις δύο έρευνες και σχετικά με τη στάση απέναντι στην μετανάστευση των Αλβανών στην Ελλάδα.

Το Τρίτο Μέρος, με τίτλο Προσωπικές στάσεις, αξίες και στερεότυπα, περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με τις προσωπικές στάσεις των Αλβανών απέναντι στους Έλληνες και των Ελλήνων απέναντι στους Αλβανούς, τις αυθόρμητες συσχετίσεις που κάνουν οι ερωτηθέντες σε κάθε μία από τις δύο έρευνες σχετικά με τα μέλη του άλλου έθνους και τις προσωπικές αξίες και χαρακτηριστικά που οι ερωτηθέντες κάθε πλευράς συνδέονται με τα μέλη του άλλου έθνους.

Τέλος, το Τέταρτο Μέρος, με τίτλο Γνωριμία και Γνώση, επιχειρεί να προσδιορίσει τον βαθμό στον οποίο οι ερωτηθέντες είναι εξοικειωμένοι με τα μέλη του άλλου έθνους, καθώς και να αξιολογήσουν εάν διαθέτουν ακριβείς γνώσεις μεταξύ τους.

Οι δύο έρευνες τεκμηριώνουν τη μεγάλη απόσταση που έχουν διανύσει οι δύο χώρες και οι δύο κοινωνίες στην κατεύθυνση της αμοιβαίας κατανόησης και βελτίωσης των σχέσεων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχει ένα κλίμα εμπιστοσύνης που χτίζεται σταδιακά, με αργά αλλά σταθερά βήματα. Κάποια ζητήματα που στο παρελθόν χώριζαν τις δύο κοινωνίες (όπως για παράδειγμα το ζήτημα των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα) δεν αποτελούν πια πρόβλημα, αλλά ευκαιρία και γέφυρα μεταξύ των δύο λαών. Ομοίως η ελληνική μειονότητα αποτελεί συνδετικό κρίκο των δύο κοινωνιών. Τα έντονα αρνητικά αισθήματα και στερεότυπα μεταξύ των δύο λαών βρίσκονται σε διαδικασία υποχώρησης, αν και επιβιώνουν σε κάποιο βαθμό.  Συνολικά η αλβανική πλευρά φαίνεται να έχει ξεπεράσει πιο γρήγορα τα στερεότυπα και να έχει πια ιδιαίτερα θετικές αντιλήψεις για τη ελληνική πλευρά. Η ελληνική κοινωνία ακολουθεί αλλά με πιο αργό ρυθμό, κάτι που φανερώνει ότι υπάρχουν ακόμα έντονες προκαταλήψεις που διατηρούνται ζωντανές στα ΜΜΕ και το δημόσιο λόγο. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάσταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, καθώς και οι δύο χώρες έχουν έντονα δυτικό γεωπολιτικό προσανατολισμό, η Αλβανία είναι αποφασισμένη να βαδίσει στο μονοπάτι της ένταξης στη ΕΕ και η ελληνική κυβέρνηση είναι υποστηρικτική αυτού του εγχειρήματος.

Συγχρόνως, όμως, οι έρευνες αποκαλύπτουν και σημεία που χρήζουν προσοχής, περισσότερης ανάλυσης και πολιτικών δράσεων ώστε να βελτιωθούν περαιτέρω οι σχέσεις των δύο πλευρών. Για παράδειγμα, οι δύο κοινωνίες έχουν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις για τα βασικά προβλήματα που εμποδίζουν τη μεγαλύτερη βελτίωση των διμερών σχέσεων. Η αλβανική πλευρά εστιάζει στο ζήτημα των θαλασσίων ζωνών και στα θέματα του πληθυσμού των Τσάμηδων, ενώ η ελληνική πλευρά ανησυχεί για τον αλβανικό εθνικισμό και αλυτρωτισμό. Είναι προφανές ότι η απόφαση των δύο κυβερνήσεων να οδηγήσουν το ζήτημα των θαλασσίων ζωνών στο Διεθνές Δικαστήριο έχει την προοπτική να αφαιρέσει ένα σημαντικό πρόβλημα από τη διμερή ατζέντα. Αλλά και η αλβανική πλευρά θα πρέπει να κάνει περισσότερα ώστε να καθησυχάσει την ελληνική κοινωνία για τις προθέσεις και την καλή της πίστη. Στα θέματα των Τσάμηδων, και οι δύο κοινωνίες συμφωνούν ότι είναι εμπόδιο στη βελτίωση των σχέσεων αλλά έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για τη φύση του προβλήματος και των πιθανών λύσεων.

Συνολικά, οι δύο έρευνες δείχνουν θετικές τάσεις και δυναμική αισθητής βελτίωσης των σχέσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Υπάρχουν όμως πολλά προβλήματα που παραμένουν άλυτα ή πιθανές προκλήσεις, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Οι πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών θα πρέπει να λάβουν τα μηνύματα αυτών των ερευνών και να σχεδιάσουν πολιτικές και πρωτοβουλίες περαιτέρω βελτίωσης του κλίματος και των σχέσεων.

ibna

Γιώργος Μύτιλης