«Η Ελλάδα μας θέλει να μείνουμε στον τόπο μας, στα σπίτια μας, στην Βόρεια Ήπειρο ή στα χώματά της»

«Η Ελλάδα μας θέλει να μείνουμε στον τόπο μας, στα σπίτια μας, στην Βόρεια Ήπειρο ή στα χώματά της»

Το παρακάτω κείμενο συντάχτηκε και τοποθετήθηκε σε τέσσερα – πέντε σημεία της πλατείας της Δερβιτσάνης μια μέρα πριν επισκεφτεί το χωριό ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, κύριος Απόστολος Κακλαμάνης. Στο πέρασμά του, μην τυχόν τον προσέλκυε, το διάβαζε κι εξήγαγε τα ανάλογα συμπεράσματα.

Ο ίδιος, μέσα στο Μέγαρο Πολιτισμού, σε εκφώνησή του υποσχέθηκε πολλά, όπως και πολλοί άλλοι Eλλαδίτες που πάτησαν τα χώματά μας νωρίτερα, μα κι αυτός έκανε ΤΙΠΟΤΕ.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

«Ο τόπος μας, με το ρυθμό συνεχόμενης εγκατάλειψης, πολύ σύντομα χάνεται. Τελειώνει. Θα αναρωτηθούμε: Ποιοι είναι οι λόγοι του χαμένου παιχνιδιού; Πώς στέκουν τα πράγματα;

Πρώτον: Η Αλβανία με πονηρή ταχτική συνέχεια μας βάζει στο περιθώριο. Μας αφήνει δίχως δόντια. Διαπιστώνουμε συνεχόμενους περιορισμούς. Σιγά – σιγά και με γάντι. Για τα συμφέροντά της καλά κάνει.

Δεύτερον: Η Ελλάδα, εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα. Μας εγκατάλειψε. Αυτό που λέμε το υποφέρουμε στο πετσί μας. Φτάνουμε μέχρι εκεί που την πράξη αυτή, βάσει χειροπιαστών στοιχείων, να την ονομάσουμε ανεπιφύλακτα: «Εθνικό Έγκλημα».

Στην εγκατάλειψη διαπιστώνουμε τρία σκέλη: την πολιτική, οικονομική και νομική εγκατάλειψη.

Την Ελλάδα (τους πολιτικούς) ποτέ δεν την είχαμε πλάι μας, σύμμαχο. Όμως, σύμφωνα με τα συμφέροντά της, συνεχίζει να πιάνεται από ευκαιριακά γεγονότα. Δεν την είδαμε να μας προσέχει, να έχει, πάνω απ’ όλα, σχέδια για μας. Στο καυτό ερώτημά μας: «Μας θέλει να μείνουμε στον τόπο μας, στα σπίτια μας, στην Βόρεια Ήπειρο ή στα χώματά της», ποτέ δεν μας απάντησε. Ούτε προφορικά, ούτε με έργα. Αντί να μας συμπαρασταθεί, να μας ενώσει, έκανε το αντίθετο. Μας διέσπασε, μας διαίρεσε πολιτικά.

Με συγκεκριμένες πράξεις δείχνει ανοιχτά ότι μας διώχνει από τα σπίτια μας: τα βιβλιάρια υγείας, το παιχνίδι με το επίδομα του δάσκαλου, με τη σύνταξη του ΟΓΑ, με τα πάντα.  Αυτό με λίγες λέξεις λέγεται: πολιτική εις βάρος μας.

Στο οικονομικό σκέλος: Όταν θέσαμε και θέτουμε τα προβλήματά μας για λύση, θέματα σχολείων, θρησκείας, απογραφής του πληθυσμού, περιουσιακό, κ.λ.π., ούτε μας κάλυψε, ούτε μας συμβούλεψε νομικά.

Ο τόπος μας, για να βγει από τη μεγάλη καθυστέρηση, χρειάζεται κίνητρα, όπως στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη. Όπως βοηθάει και η Τουρκία. Όμως με προσοχή. Δίχως να προκαλούμε.

Ταχύτατα χρειάζονται κατευθυνόμενες επενδύσεις, όπως στον τουρισμό, στην γεωργία, στην κτηνοτροφία … Γιατί, όπως διαπιστώνουμε, μπήκαν οι ξένοι στην παραλία μας…

Χάνουμε το παιχνίδι της ύπαρξής μας στα πατρώα εδάφη κι από τον ίδιο τον εαυτό μας. Από τα λάθη μας. Είμαστε υπεύθυνοι. Τη μεγαλύτερη αμαρτία την έχουν οι υποτιθέμενοι ηγέτες μας, που αναδείξαμε σε όλη την πορεία μας μέχρι και τον τελευταίο, που προσποιείται ως σωτήρας. Ο οποίος παρόλο που αποτυγχάνει σε εκλογικές αναμετρήσεις σκαρφαλώνει ψηλότερα. Όλοι οι πρόεδροί μας ήταν αδύναμοι. Κανείς δεν πήρε την τύχη του τόπου στα χέρια. Ήταν και παραμένουν εξαρτημένοι. Φερέφωνα. Δεν είχαν φωνή του τόπου. Μόνο φωνή των ατομικών συμφερόντων  έχουν.

Τον κακό εαυτό μας τον εκμεταλλεύονται επάξια Αλβανοί κι Έλληνες μαζί, για το διωγμό μας από τις εστίες μας, για να μην μας έχουν αγκάθι.

Για να προλάβουμε, να μην φύγουν και οι λίγοι που έμειναν, πιεσμένοι από τις πολλαπλές κρίσεις στην Αλβανία, χρειάζεται να γίνουν με ταχύτητα και καλά μελετημένες, σοβαρές επενδύσεις. Να δανειοδοτηθούν, να επιδοτηθούν οι υπάρχουσες επιχειρήσεις για να αντέξουν, να πλαισιωθούν σε διάφορα αναπτυξιακά προγράμματα, όχι πια με συνθήματα και κούφια λόγια, αλλά με συγκεκριμένες πράξεις».

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2002.

Γιώργος Μύτιλης