Η μοναξιά της Ομόνοιας

Η μοναξιά της Ομόνοιας

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανδρέας ΖΑΡΜΠΑΛΑΣ

(Από το περιοδικό «Αντί»).

Δύο ήταν τα βασικά υλικά, με τα οποία οικοδομήθηκε η ΟΜΟΝΟΙΑ: ο ενθουσιασμός και η σκέψη. Τις πέτρες του ενθουσιασμού τις κουβαλήσανε οι απλοί άνθρωποι μέσα από τα πλούσια νταμάρια της ελληνικής ψυχής τους. Το μέτρο και το ζύγι το βάλανε τα μέλη της Επιτροπής Πρωτοβουλίας, που επινόησαν την αρχιτεκτονική της Οργάνωσης.

Στα τέλη της δεκαετίας του 80 η δικτατορία έψαχνε με αγωνία στα συρτάρια της, μα δεν έβρισκε καλλυντικά για το απαραίτητο φτιασίδωμα. Το πρόσωπό της πρόβαλε πια γυμνό, αδίστακτο. Η χώρα προχωρούσε μέσα σε εχθρικό κόσμο μόνη και ακατάδεχτη. Ο μεγάλος αρχηγός, αφού είχε καταφέρει να βάλει τάξη στον κόσμο τούτο, αναχωρούσε να χτίσει άλλους σοσιαλισμούς στο υπερπέραν. Ο αντικαταστάτης του, ο κ. Αλία, μπροστά στο φάσμα της πείνας, έπαιρνε την ιστορική απόφαση για βαρυσήμαντες οικονομικές μεταρρυθμίσεις: σε κάθε αγροτική οικογένεια χάρισε από το κοινό κοπάδι, δύο αρνιά, το ένα αρσενικό και το άλλο θηλυκό. Στις πόλεις, το ποτάμι των άνεργων νέων διογκώνονταν και απειλούσε τα κοινωνικά φράγματα. Ο αγρότης, το αιώνιο αυτό βόδι, δεν τραβούσε πια, δυσφορώντας για τον τρόπο παραγωγής και κατανομής. Τα άδεια ράφια των καταστημάτων τα εξωράιζαν μόνο δύο-τρία βάζα με ξιδωτά κρεμμυδούλια. Το σακί των κρατικών αποθεμάτων άδειαζε με φοβερή ταχύτητα.

Η δικτατορία, όμως, έως και το πρώτο μισό του 1990, μολονότι είχε προηγηθεί η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η εκτέλεση του Τσαουσέσκου, ζούσε και βασίλευε. Τα δύο λατρευτά εργαλεία, τη φωτιά και το σίδερο, τα χε κρεμασμένα στην πόρτα και τα ξεκρεμούσε όποτε της χρειαζότανε. Λένε ότι το αγρίμι γίνεται επικίνδυνο την ώρα που, βαριά τραυματισμένο, διαισθάνεται το τέλος του. Το ίδιο συνέβαινε και με τη δικτατορία. Την ώρα που το ανατολικό μπλοκ έτριζε συθέμελα, ο Αλία δήλωνε ότι η Αλβανία δεν είναι ούτε Ανατολή ούτε Δύση. Οι απλοί άνθρωποι αποδείχτηκε ότι είχαν ισχυρότερη όσφρηση περί των εξελίξεων απ’ ό,τι ο αρχηγός τους. Γιατί αυτοί οι απλοί άνθρωποι είχαν αρχίσει να τολμούν.

Τον Απρίλη του 1989 δύο νέοι από το χωριό Κρανιά των Αγίων Σαράντα, καθώς προσπαθούσαν να δραπετεύσουν, συνελήφθησαν στα σύνορα και οδηγήθηκαν στο κρατητήριο.

Το πρωί της άλλης μέρας δεκάδες Κρανιώτες, συγγενείς και μη των προφυλακισμένων, ξημέρωναν μπροστά στο φοβερό κρατητήριο και διαδήλωναν δυναμικά, απαιτώντας να τους αφήσουν ελεύθερους. Αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά στα 45 χρόνια της δικτατορίας. Τον Ιούνιο του 1990 δολοφονείται στα σύνορα, εν ψυχρώ, μπροστά στη σύζυγο και το μωρό του ο Χ. Παπουτσής. Το καλοκαίρι του 1990 οι ξένες πρεσβείες γεμίζανε ασφυκτικά από αλβανούς πολίτες, ενώ το φθινόπωρο οι δραπετεύσεις είχαν γίνει καθημερινό φαινόμενο. Στις 12 Δεκέμβρη δολοφονούνται τέσσερα παιδιά από την περιοχή του Βούρκου. Την άλλη μέρα, εκατοντάδες Βουρκάρηδες πήραν στις πλάτες τα σκοτωμένα παιδιά και επιχείρησαν να σπάσουν τις γραμμές του στρατού και της αστυνομίας και να διαδηλώσουν στους δρόμους των Αγ. Σαράντα. Η πρωτοχρονιά πλησίαζε, αλλά ο κόσμος την είχε ξεχάσει εντελώς. Οι γυναίκες δεν άναβαν τους φούρνους. Τρεμάμενες, στέκονταν με τις ώρες μπροστά στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα, μην τύχει και ακούσουν τα ονόματα των παιδιών τους, που είχαν πάρει τα βουνά και τα δάση για Ελλάδα.

Η δικτατορία δεν γνώριζε τον σοφό λόγο του Σόλωνα ότι η τυραννία είναι ωραίος τόπος, αλλά δεν έχει, όμως, διέξοδο. Το διαπίστωσε αυτό την κρίσιμη ώρα, όταν πια ένιωθε θανάσιμα εγκλωβισμένη. Ο Αλία, για να σώσει την κατάσταση, αναβάθμισε με νόμο ως πολιτικούς φορείς τις διάφορες οργανώσεις-δορυφόρους του ΚΕΑ, όπως της Γυναίκας, του Μετώπου, της Νεολαίας, των Συνδικάτων κ.λπ., προκαλώντας έτσι την οργή των φανατικών του συστήματος από τη μια και τη θυμηδία των αντιφρονούντων από την άλλη. Μέσα στους πονοκεφάλους της δικτατορίας, έκανε την εμφάνισή του το Δημοκρατικό Κόμμα.

Και οι Έλληνες; Στην κοσμογονία αυτή, ποια θα ήταν η μοίρα των Ελλήνων της Αλβανίας;

Η απάντηση ήταν άμεση, σύντομη και τόσο εύκολη σα να τη διάβαζες στα μάτια του κάθε Έλληνα: Να οργανωθούμε κι εμείς.

EPSON MFP image

Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου και η Ιστορία έστρωνε στο τραπέζι της, για τρίτη φορά μέσα στον 20ο αιώνα, το θέμα μας προς λύση. Η πρώτη ήταν πριν από 77 χρόνια, το 1913.

Τι ήταν το 1913; 

Η λύση ενός εθνικού προβλήματος εξαρτάται από τις πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες της εποχής και από τα κριτήρια που επιλέγει αυτός που αναλαμβάνει τη λύση. Το 1912-1913 οι συνθήκες ήταν αυτές που έπονται ενός πολέμου. Μόλις είχαν λήξει οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Που σημαίνει ότι επιβαλλόταν ένας νέος διακανονισμός των συνόρων στο μπερδεμένο μωσαϊκό των λαών της περιοχής. Σ αυτό ήταν σύμφωνες και οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η διαφωνία εντοπίστηκε στα κριτήρια. Οι Μεγάλες Δυνάμεις έθεσαν ως κριτήριο την ομιλούμενη γλώσσα. Έναντι του κριτηρίου αυτού, η ελληνική πλευρά αντιπαρέθεσε το κριτήριο της εθνικής συνείδησης. Αυτό, φυσικά, ούτε που το έλαβε καν στα σοβαρά η ορθολογιστική Ευρώπη. Ο άγγλος υπουργός Εξωτερικών, κ. Γκρην, ο οποίος προήδρευε της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου, τόνισε καθαρά και ξάστερα: οι μη διατεθειμένοι να υπογράψωσι, κάλλιον θα πράξωσι να καταλίπωσι το Λονδίνον. Ύστερα από επιμονή της αυστριακής και ιταλικής αποστολής, συγκροτήθηκε επιτροπή, η οποία, την περίοδο Σεπτέμβρη-Οκτώβρη 1913, διενήργησε επιτόπια έρευνα για την οροθέτηση, στηριζόμενη στην εθνογραφική (μητρική γλώσσα) και γεωγραφική (διαμόρφωση εδάφους) βάση.

Η επιτροπή οροθέτησης, βάσει της εντολής που είχε λάβει, συνέχιζε το έργο της. Η ελληνική πλευρά και τότε αλλά και αργότερα επέμενε και διαμαρτυρόταν με δραματικούς τόνους ότι το γλωσσικό ιδίωμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο μόνος παράγοντας, που καθορίζει την εθνικότητα και ήλπιζε ότι η δημοκρατική αντίληψη των συμμάχων δεν μπορεί να δεχτεί άλλον γνώμονα, παρά την εθνική συνείδηση.

Το κριτήριο της ελληνικής πλευράς, φυσικά, ουδεμία σχέση είχε με τους Έλληνες του χώρου τούτου. Γιατί οι Έλληνες τούτοι και τη γλώσσα, και τη συνείδηση, και τα τσαρούχια τους ακόμα, τα ‘χαν ελληνικότατα. Ο λόγος γινόταν για τους Αλβανούς ορθόδοξους. Το 1856, κάτω από την πίεση της Ευρώπης, εκδίδονταν από το Οθωμανικό κράτος το Χάττι Χουμαγιούν, βάσει του οποίου οι χριστιανικοί λαοί της Αυτοκρατορίας δεν αντιμετωπίζονταν πια ως θρησκευτική οντότητα, αλλά ως έθνη. Μέχρι τότε, σύμφωνα με την θεοκρατική αντίληψη του Οθωμανικού κράτους, οι λαοί της Αυτοκρατορίας χωρίζονταν σε Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά μεταξύ τους. Οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Αυτοκρατορίας, μαζί και οι Αλβανοί, λόγω της ειδοποιού διαφοράς, φυσικό ήταν να είχαν συμπάθεια και προσέγγιση με τον Ελληνισμό. Ως ορθόδοξοι, μέσα στους βαριούς αιώνες και το σκοτάδι της Αυτοκρατορίας, αισθάνονταν κοντά ο ένας με τον άλλον. Τα ήθη και τα έθιμα ήταν τα ίδια. Οι θρησκευτικές τελετουργίες, επίσης. Η παιδεία τους ήταν στην ελληνική γλώσσα. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους πολλοί από τους Αλβανούς ορθόδοξους διέπρεψαν ως ιερείς, στρατιωτικοί, υπάλληλοι, έμποροι κ.λπ. Όταν η Τουρκία αποχωρούσε από τα Βαλκάνια και επίκειτο η ίδρυση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, οι ορθόδοξοι βρέθηκαν για μια στιγμή μπροστά σε σοβαρό δίλημμα: θα συνέχιζαν να αποτελούν μειοψηφία εντός του νεοσύστατου αλβανικού κράτους, ο πληθυσμός του οποίου ήταν, στην πλειοψηφία, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα; Όσο για τη σύσταση του κράτους αυτού, δεν είχαν καμία αμφιβολία, λόγω του ότι έβλεπαν την πολιτική της Τουρκίας, της Αυστρίας και της Ιταλίας, πολιτική η οποία ήταν θετική για ένα τέτοιο εγχείρημα. Εν τω μεταξύ, οι μουσουλμάνοι Αλβανοί είχαν συγκεντρωθεί στο Τεπελένι, νωρίτερα, και συζήτησαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πράγμα, που προκάλεσε τη μήνιν αρκετών ορθοδόξων.

Διαβάζοντας τις χιλιάδες σελίδες, που αφιερώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια στο Βορειοηπειρωτικό θέμα, διαπιστώνει άνετα κανείς ότι οι αντιπαραθέσεις, οι συγκρούσεις και οι μάχες στο διπλωματικό και το πολεμικό πεδίο διεξήχθησαν πρωτίστως για τον ορθόδοξο αυτό πληθυσμό και ύστερα για τους πραγματικούς Έλληνες. Ο ίδιος ο Zωγράφος και τα περισσότερα μέλη της Κυβέρνησης της Αυτονομίας του 1914 ήταν Αλβανοί ορθόδοξοι. Οι πραγματικοί και ακραιφνείς Έλληνες παίζανε ρόλους επεισοδιακούς, ήταν απλοί στρατιώτες και ακολουθούσαν απλώς τα γεγονότα. Δεν ήταν, δηλαδή, οι πρωταγωνιστές της σημαντικής αυτής στιγμής στην ιστορία μας.
Το πρόβλημά μας, μπερδεμένο τέλεια μέσα σε αντιλήψεις, προκαταλήψεις, μεγαλοϊδεατισμούς, φανατισμούς, σκοπιμότητες, έμεινε άλυτο. Αν και το 1919 ακόμα γινόταν λόγος για τους πραγματικούς Έλληνες, όπως πρότειναν οι ΗΠΑ, οι οποίες απέδιδαν στην Ελλάδα μόνο τις περιοχές με ελληνική γλωσσική πλειοψηφία ποιος ξέρει; τα πράγματα ίσως να ήταν εντελώς διαφορετικά.

EPSON MFP image

Τι ήταν το 1944; 

Για δεύτερη φορά η Ιστορία έθετε το πρόβλημα προς λύση το 1944.

Είχαν περάσει 30 χρόνια. Η γενιά του 1914 είχε αποχωρήσει και στο προσκήνιο είχε έρθει η επόμενη. Το αλβανικό κράτος, εν μέσω εσωτερικών αναταραχών και συγκρούσεων, σταθεροποιούνταν ενισχύοντας και εδραιώνοντας τα σύνορά του, τις κρατικές δομές, την παιδεία, τις διεθνείς σχέσεις. Οι ορθόδοξοι Αλβανοί προσανατολίζονταν και λειτουργούσαν πια στο πλαίσιο του κράτους-έθνους. Οι πραγματικοί Έλληνες, μέσα από συνεχείς αγώνες και αντίσταση κατά των περιορισμών και των διαφόρων πολιτικών παιχνιδιών εις βάρος τους, όπως εκείνο της παιδείας, συγκροτούνταν ως ελληνική εθνική μειονότητα, αναγνωρισμένη με διεθνείς συμβάσεις.

Οι συνθήκες ήταν οι πλέον κατάλληλες. Ξανά πόλεμος και μάλιστα παγκόσμιος. Η γενιά των Ελλήνων του 1940-1944, όντας η ίδια πρωταγωνίστρια πια, έμελλε να επιλέξει το βασικό κριτήριο επίλυσης του προβλήματος. Κι επέλεξε το ιδεολογικό.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή δημιουργήθηκε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους. Οι Έλληνες της Αλβανίας χωρίστηκαν σε εθνικιστές και αριστερούς. Οι εθνικιστές ίδρυσαν τη ΜΑΒΗ, ενώ οι αριστεροί τα παρτιζάνικα τάγματα. Οι εθνικιστές στόχευαν στην ένωση με την Ελλάδα ή τουλάχιστον στην αυτονομία, ενώ οι αριστεροί στο διακανονισμό του θέματος με βάση το Χάρτη του Ατλαντικού. Οι εθνικιστές βρήκαν στέγη στον ΕΔΕΣ, ενώ οι αριστεροί στο ΕΑΜ. Η αντιπαλότητα δεν ήταν απλώς ιδεολογική, αλλά μεταξύ τους είχε κηρυχτεί ένας σκληρός και ανελέητος πόλεμος. Συγκρούστηκαν ιδεολογικά στου Κρα και στη Μεμόραχη, συγκρούστηκαν με τα όπλα στον Άγιο Ανδρέα της περιοχής του Θεολόγου.

Οι αλληλοκατηγορίες ήταν σκληρές. Οι αριστεροί αποκαλούσαν τους εθνικιστές εμπόρους της εθνικής υπόθεσης και πίστευαν ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να υποστούν ούτε την παραμικρή θυσία. Όταν τα χωριά μας, όπως η Γλύνα, η Κρανιά, η Γριάζδανη, το Καρόκι, η Λειβαδιά κ.λπ., καίγονταν από τους γερμανομπαλίστες, οι εθνικιστές επέμεναν πως πίσω από τους μπαλίστες βρίσκονταν οι παρτιζάνοι, οι οποίοι συνεργάζονταν μαζί τους στο μακάβριο αυτό έργο. Και τότε, αλλά και αργότερα, οι εθνικιστές, τα παρτιζάνικα τάγματα όπως το Θανάσης Zήκος, Λευτέρης Τάλλιος, Παντελής Μπότσαρης, τα οποία συγκροτούνταν μόνον από Έλληνες αγωνιστές, τα θεωρούσαν ατροφικές ομάδες.

Η πλάστιγγα του πολέμου έγειρε από τη μεριά των αριστερών. Οι αγωνιστές της ΜΑΒΗ απομακρύνθηκαν από το χώρο τούτο, για να ενταχθούν στον ΕΔΕΣ. Οι παρτιζάνοι συνέχισαν τον αγώνα μέχρι την απελευθέρωση της χώρας από τους φασίστες. Ανεξάρτητα όμως από την διαπάλη μεταξύ τους και την έκβαση αυτής, οι δύο κυριότερες προσωπικότητες, που ανέδειξε κάθε παράταξη, ο Βασίλης Σαχίνης της ΜΑΒΗ και ο Λευτέρης Τάλλιος των Παρτιζάνων, ήταν και οι δύο νεκροί (πέρα από πώς συνέβη αυτό).

Το μεγάλο χάσμα που ανοίχτηκε εκείνη την περίοδο συνεχίζει να παραμένει αγεφύρωτο ακόμα και σήμερα. Η κάθε παράταξη κατηγορεί την άλλη ως υπαίτια για την μη επίτευξη του στόχου. Οι εθνικιστές κατηγορούν τους αριστερούς ότι η συνεργασία τους, η σχεδόν υποταγή τους στο αλβανικό ΕΑΜ, ήταν η βασική αιτία της αποτυχίας. Οι αριστεροί επιμένουν ότι η μειονότητα σώθηκε λόγω του δρόμου που ακολούθησε και, στο σημείο αυτό, υπενθυμίζουν την μοίρα άλλων μειονοτήτων στα Βαλκάνια, οι οποίες ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο. Και το εμφυλιακό κλίμα συνεχίζει να είναι βαρύ.

Οι δύο παρατάξεις, ωστόσο, γνώριζαν και γνωρίζουν καλά ότι το νήμα για τη μοίρα τούτου του τόπου στην ορισμένη χρονική στιγμή, το κρατούσε σφιχτά δεμένο στη ζώνη του το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, το οποίο με ρητή εντολή καθιστούσε υπόλογο και υπεύθυνο οποιονδήποτε θα παρέμβαινε τις εντολές του. Η στάση των δύο παρατάξεων έναντι σ ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής εκείνης, όπως ήταν το Συνέδριο της Μεμόραχης στις 8 Αυγούστου 1943, είναι ενδεικτική της σφοδρής αντιπαλότητας. Οι αριστεροί υποστηρίζουν πως ο Λευτέρης Τάλλιος όχι μόνον έλαβε μέρος στο Συνέδριο, αλλά πέτυχε και να επιβάλει τις απόψεις του. Οι εθνικιστές αρνούνται με ένα μεγάλο όχι τη συμμετοχή του Λευτέρη στο Συνέδριο. Υπάρχει και μια τρίτη προσέγγιση, που λέει ότι ο Λευτέρης ήταν στη Μεμόραχη, αλλά παρέμεινε στην πόρτα, δεν του επετράπη να μπει στο Συνέδριο.

EPSON MFP image

Φυσικά, μια τέτοια στάση έναντι της ιστορίας μας προκαλεί οίκτο και απογοήτευση στην ψυχή της επόμενης γενιάς. Η οποία καταλήγει στο αναντίρρητο συμπέρασμα ότι το ιδεολογικό κριτήριο δεν είναι και το πλέον καλύτερο εργαλείο για να επιλυθούν τέτοια εθνικά θέματα.

ΚΑΙ ΗΡΘΕ ΤΟ 1989… 

Πέρασαν 45 χρόνια από τότε και η Ιστορία έκανε και πάλι το καθήκον της. Έφερνε το θέμα προς επίλυση. Ο κόσμος, μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού, έπαιρνε άλλη μορφή. Η τρίτη γενιά των Ελλήνων της Αλβανίας, γνωρίζοντας τις δύο προηγούμενες προσπάθειες, επέλεξε ως κριτήριο το εθνικό. Αξιοποιώντας τον νόμο του Αλία, περί πολιτικών υποκειμένων, ίδρυσαν την ΟΜΟΝΟΙΑ, έφτιαξαν το Καταστατικό της, προσδιόρισαν τους στόχους και τον τρόπο πραγματοποίησής τους, νομιμοποίησαν την οργάνωση στα αρμόδια κρατικά όργανα, την έκαναν γνωστή στην Αλβανία, την Ελλάδα και στους διεθνείς οργανισμούς και, με θάρρος και σύνεση, προχώρησαν στον δύσκολο πολιτικό στίβο.

Η ΟΜΟΝΟΙΑ 

Ποιες ήταν οι αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζονταν το όλο εποικοδόμημα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ;

1.Το δικαίωμα συμμετοχής στην οργάνωση όλων των Ελλήνων της Αλβανίας, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Ήταν καιρός οι Έλληνες να ενωθούν. Η ένωση αυτή θα συντελούνταν κάτω από τον ουρανό της ΟΜΟΝΟΙΑΣ για τον απλό λόγο ότι όλοι τους είναι Έλληνες στην εθνικότητα, στην πίστη, στην ψυχή, στο τραγούδι, στο μοιρολόι. Όλοι μπορούσαν να συμβάλουν στην πρόοδο, κανένας δεν αποκλείονταν, εκτός απ’ αυτούς που εκδήλωναν φασιστικές, ρατσιστικές ιδέες ή τάσσονταν υπέρ της χρήσης βίας και τρομοκρατίας.

2. Η τήρηση των ίσων αποστάσεων απ’ όλα τα κόμματα στην Αλβανία και στην Ελλάδα
. Η ΟΜΟΝΟΙΑ προσδιόρισε ως ιδεολογία της το εθνικό φρόνημα των μελών της. Υιοθετώντας την αρχή αυτή, πίστευε ότι θα απέφευγε τους ιδεολογικούς σκοπέλους της αριστεράς και της δεξιάς, ότι θα εξασφάλιζε την ανεξαρτησία και την ελευθερία των κινήσεων μέσα στο δύσκολο πολιτικό παιχνίδι, που προβλέπονταν σκληρότατο. Και κάτι άλλο: στον ουρανίσκο του Ελληνισμού της Αλβανίας ήταν ακόμα η πικρή γεύση της ιδεολογικής σύγκρουσης του 1940-1944.

3. Η διαφάνεια του λόγου και της πράξης της οργάνωσης. Το σπίτι της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, αν και καθ’ όλα νόμιμη οργάνωση, έπρεπε να ήταν από τζάμι. Με τον τρόπο αυτό θα εξουδετερώνονταν κάθε άρρωστη φαντασία για το τι μαγειρεύεται εκεί μέσα και οποιοδήποτε κακόβουλο σενάριο περί συνωμοσιών. Ο απλός, συγκεκριμένος, τεκμηριωμένος και, πρώτα απ’ όλα διαφανής λόγος της, θα μπορούσε να την οδηγήσει όχι μόνον πέρα από τις εθνικιστικές συμπληγάδες, αλλά και να την καταστήσει σοβαρό και αξιόλογο συνομιλητή με δυνατότητες παρέμβασης στα πολιτικά πράγματα.

EPSON MFP image

4. Η περιφρούρηση της ύπαρξης της ίδιας της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Η οργάνωση ιδρύθηκε πάνω σ ένα αλώνι, που για πενήντα χρόνια διεξάγονταν αμείλικτα η κακόφημη ταξική πάλη. Σαν συνέπεια αυτής της πάλης, κάποιοι από το σώμα του Ελληνισμού πήραν τον ανηφορικό δρόμο της εξουσίας, ενώ κάποιοι άλλοι τον κατηφορικό δρόμο της φυλακής και της εξορίας. Με τη συντριβή της δικτατορίας αντάμωσαν όλοι στο ίδιο αλώνι. Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας, με μοναδικό γνώμονα την προστασία του τρυφερού ακόμα δέντρου που λεγόταν ΟΜΟΝΟΙΑ, συμφώνησε ώστε στην οργάνωση να συμμετέχουν όλοι οι Έλληνες, ενώ στην ηγεσία της, στην πρώτη φάση, να μην είναι ούτε πρώην στελέχη ούτε πρώην φυλακισμένοι. Η συλλογιστική ήταν τόσο απλή, όσο και επιτακτική. Σε περίπτωση που στην ηγεσία θα ήταν τα πρώην στελέχη, ο απλός κόσμος θα διαπίστωνε με πίκρα ότι τίποτα δεν τελείωσε και τίποτα δεν άλλαξε. Σε περίπτωση που θα ήταν οι πρώην φυλακισμένοι τότε:

– το αλβανικό κράτος με τους διάφορους μηχανισμούς του, θα κατηγορούσε ευθέως την οργάνωση ως σοβινιστική, αφού το ίδιο, κάποτε, ως σοβινιστές τους είχε καταδικάσει και,

– οι πρώην φυλακισθέντες, οι οποίοι διακατέχονταν φυσικό ήταν από την ψυχολογία του ρεβανσισμού, χωρίς και οι ίδιοι να το αντιληφθούν, θα χρησιμοποιούσαν την οργάνωση ως μέσον για προσωπική αντεκδίκηση και αποκατάστασή τους, επειδή είχε έρθει η μέρα τους, όπως διατείνονταν μεγαλοφώνως. Με την πάροδο του χρόνου και το καταλάγιασμα των παθών, τα βιβλιάρια των κομμουνιστών θα πέφτανε όπως τα φύλλα το φθινόπωρο, ενώ για τους εραστές των ηγετικών θώκων, θα βελτιώνονταν οι συνθήκες για να μπουν και στο ιερό, κατά τις ρήσεις που κυκλοφορούσαν εκείνο το διάστημα. Μ ένα λόγο θα άνοιγε η ψαλίδα, πράγμα που δεν άργησε, αλλά έγινε στα μέσα κιόλας του πρώτου έτους ύπαρξης της ΟΜΟΝΟΙΑΣ.

5. Η αποκλειστικότητα στη διαχείριση του Βορειοηπειρωτικού θέματος από την ΟΜΟΝΟΙΑ. Η ΟΜΟΝΟΙΑ ήταν πια ο νοικοκύρης του τόπου, ενώ όλοι οι άλλοι ανά τον κόσμο ενδιαφερόμενοι έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Είναι αλήθεια ότι για δεκαετίες ολόκληρες, λόγω του καθεστώτος που επικρατούσε στην Αλβανία, ήταν οι απανταχού σύλλογοι εκείνοι, που κράτησαν ζωντανό το Βορειοηπειρωτικό. Είχαν διαμορφωθεί, όμως, νέες συνθήκες και, τον πρώτο λόγο θα τον είχαν αυτοί που ζούσαν και μάχονταν να επιβιώσουν εδώ. Κι είναι φυσικό, οι νοικοκυραίοι να ξέρουν καλύτερα από κάθε άλλον πού σταλάζει η στέγη τους.

Συνήθως, για κάποιον που αναλαμβάνει ένα εγχείρημα, αλλά αποτυγχάνει, λόγω του ότι δεν στάθμισε καλά τους παράγοντες, αναφέρεται η φράση λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο. Στην περίπτωση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ οι ξενοδόχοι δεν ήταν ένας, αλλά πολλοί.

Η ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ έφερε σε πλήρη σύγχυση δύο κράτη, το ελληνικό και το αλβανικό, δεκάδες βορειοηπειρωτικούς συλλόγους και εκατοντάδες Αλβανούς εθνικιστές. Ήταν σα να βρέθηκαν μπροστά σε μια ξαφνική φωτιά, που ούτε την περίμεναν ούτε προστατευτικά μέτρα είχαν λάβει.

Η Ελλάδα 
Την περίοδο που ιδρύθηκε η ΟΜΟΝΟΙΑ, στην Ελλάδα κυβερνούσε η Νέα Δημοκρατία. Ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, ήταν από τους πρώτους, που είδε από πολύ κοντά την φωτιά, γιατί, ενώ στις 13 Γενάρη 1991 επισκέπτονταν επίσημα την Αλβανία, δύο μέρες νωρίτερα, στις 11 Γενάρη στη Δερβίτσανη έκανε την εμφάνισή της η πρώτη οργάνωση των Ελλήνων της Αλβανίας και η είδηση είχε φτάσει με κοσμική ταχύτητα και στο πιο απομονωμένο χωριό.

Όπως έδειξαν τα πράγματα, η ΟΜΟΝΟΙΑ, από την πρώτη κιόλας στιγμή, ήταν απρόβλεπτος παράγοντας για την ελληνική κυβέρνηση, την ώρα ακριβώς, που είχε ζωστεί τα άρματα για να επιφέρει το τελικό χτύπημα κατά του κομμουνισμού στη γείτονα χώρα. Τα σχέδιά της ήταν να στηριχτεί πάση θυσία το Δημοκρατικό Κόμμα (το έκανε αυτό με πολλούς τρόπους) και ο Ελληνισμός να προσδένονταν κατά πρώτο λόγο πίσω από το άρμα αυτού του κόμματος και κατά δεύτερο στα άλλα. Αυτό της υποδείκνυαν και κάποιοι δημοσιογραφικοί και πολιτικοί κύκλοι των Αθηνών για να μην δίνει η Ελλάδα πρότυπα στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Έτσι, η Ελληνική Κυβέρνηση μαζί με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας εξεδήλωσαν την υποστήριξή τους προς το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ έναντι της ΟΜΟΝΟΙΑΣ τηρούσαν αρνητική στάση.

Την αρνητική στάση της επίσημης Ελλάδας η ΟΜΟΝΟΙΑ την ένιωσε στο πετσί της από την πρώτη κιόλας επαφή, που προσπάθησε να έχει με την ελληνική πρεσβεία των Τιράνων στις 11 Μάρτη 1991. Στελέχη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ έφτασαν στα Τίρανα, με σκοπό να ενημερώσουν την αλβανική, αλλά και την ελληνική πλευρά για την ίδρυση της οργάνωσης και τους στόχους της. Το πρωί ζήτησαν συνάντηση με τον πρόεδρο Αλία, αλλά λόγω φόρτου εργασίας του ίδιου, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε με τον αντιπρόεδρο κ. Τζαφέρ Σπαχίου. Στη συνάντηση παρευρίσκονταν και ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου Αλβανίας κ. Κλεάνθη Κώτση. Τρία ήταν τα βασικά θέματα που έθεσαν τα στελέχη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ:

– η ασφάλεια των Ελλήνων κατοίκων μέσα στο κλίμα αναταραχής και έλλειψης του κράτους,

– η παιδεία και

– το επίκαιρο θέμα των επικείμενων εκλογών.

Με τη λήξη της συνάντησης αυτής και ύστερα από σχετικό τηλεφώνημα, ορίστηκε η ώρα αλλά και το μέρος από το οποίο θα έμπαιναν στην ελληνική πρεσβεία. Όταν φτάσανε στην αυστηρά φρουρούμενη από πολλούς αστυνομικούς πύλη και ανέμεναν με αγωνία κάποιον να τους συνοδεύσει, έρχεται η είδηση ότι οι κύριοι της ΟΜΟΝΟΙΑΣ δεν θα μπουν από την πόρτα αυτή απ αυτή έμπαιναν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, επιχειρηματίες, ευνοούμενοι κ.λπ. αλλά, από την άλλη, που έμπαινε το πλήθος.

Την περίοδο αυτή, η ελληνική πρεσβεία είχε μετατραπεί σε αληθινό φρούριο, έξω από τα τείχη του οποίου στριμώχνονταν από τα χαράματα ένα παρδαλό πλήθος ταλαίπωρων ανθρώπων, που τα ‘διναν όλα για να αποκτήσουν την μαγική βίζα. Περνώντας μέσα από κάποια στενά και λερωμένα σοκάκια, ξαφνικά αντικρίσανε το αλαλάζον πλήθος. Πιο εύκολα θα μπορούσαν να διασχίσουν την ζούγκλα του Αμαζονίου, παρά το πλήθος αυτό. Κι όμως, έπρεπε να το διασχίσουν. Σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι και, πάντα με το φόβο μήπως βγουν πέρα δίχως σακάκι ή δίχως παπούτσια, επιτέλους τα κατάφεραν και, μέσα από μια τρύπα, που την είχαν ανοίξει επί τούτου στον μαντρότοιχο από τούβλα, ρίχτηκαν στο προαύλιο της πρεσβείας. Στρώσανε τα τσαλακωμένα ρούχα και τα μαλλιά, σφούγγισαν τα ξαναμμένα πρόσωπα και, αμέσως, επί τω έργω. Ο πρέσβης κ. Μαλικούρτης, ένας ευγενικότατος άνθρωπος, τους περίμενε στο γραφείο του στον δεύτερο όροφο. Καθώς ανέβαιναν, τους πρόφτασε ένας νεαρός άνδρας, κοντόσωμος, σχεδόν στρογγυλός, με ένα καρνέ στο χέρι. Στις σκάλες ακόμα τους απηύθυνε την πρώτη ερώτηση: Τι γνώμη έχετε για το Δημοκρατικό Κόμμα;. Ήταν ο κ. Νίκος Κανέλλος, Α Γραμματέας της Πρεσβείας.

Αυτή ήταν η πρώτη ερώτηση που τους απηύθυνε η επίσημη Ελλάδα. Όσοι την άκουσαν, ξαφνιάστηκαν, αλλά δεν απάντησαν. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τα στελέχη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ προσπάθησαν να ενημερώσουν την Ελλάδα για το τι είναι η ΟΜΟΝΟΙΑ, ποιοι οι στόχοι, ποια η αποστολή της. Ο κ. Μαλικούρτης άκουγε με ευγένεια και ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή, ο κ. Κανέλλος επανέλαβε την ερώτηση, που είχε κάνει νωρίτερα στις σκάλες. Δεν πήρε όμως απάντηση. Τα πέντε στελέχη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, το καθένα για τον τομέα του, συνέχιζαν την ενημέρωση. Η απάντηση στο τι γνώμη έχουν για το Δημοκρατικό Κόμμα δόθηκε, όταν ο κ. Κανέλλος, λες και δεν είχε τίποτα άλλο στο νου του, ρώτησε για τρίτη φορά: Τα προηγούμενα χρόνια, κ. Κανέλλο, δοκιμάσαμε το φαγητό από το καζάνι του Κόμματος Εργασίας και γνωρίζουμε καλά τη γεύση του. Στους δύο-τρεις τελευταίους μήνες δοκιμάσαμε ένα πιάτο και από το καζάνι του Δημοκρατικού. Κόμματος. Στόχος μας είναι να μην φάμε όλο το καζάνι, γιατί είδαμε τη γεύση του.

Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η επίσημη Ελλάδα μέσω του κ. Κανέλλου, τους έδινε εμμέσως πλην σαφώς να καταλάβουν ότι η μεγάλη συμπάθειά της ήταν το Δημοκρατικό Κόμμα.

EPSON MFP image

Την αρνητική στάση της Ελλάδας η ΟΜΟΝΟΙΑ τη δοκίμασε και στις αμέσως επόμενες μέρες, όταν όλος ο τόπος ζούσε στον πυρετό των εκλογών. Ο Ν.Μ. ιδρυτικό στέλεχος της ΟΜΟ-ΝΟΙΑΣ, άτομο δραστήριο και αποφασιστικό, μια καλή πρωία χάνεται από το προσκήνιο. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι είχε αναχωρήσει για την Ελλάδα. Ως εδώ, τίποτα το ύποπτο. Τότε όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην Ελλάδα. Λίγο πριν από τις εκλογές της 31 Μάρτη 1991, ο Ν.Μ. εμφανίζεται και, σε κατ’ ιδίαν συζήτηση με τον πρόεδρο της οργάνωσης, λέει καθαρά και ξάστερα: Έρχομαι από την Ελλάδα. Συνάντησα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα. Η ΟΜΟΝΟΙΑ δεν πρέπει να κατεβάσει υποψήφιους βουλευτές, αλλά να ενταχτεί στο Δημοκρατικό Κόμμα

Φυσικά, τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει το ποτάμι. Η ΟΜΟΝΟΙΑ, μέσα από δημοκρατικότατες αρχαιρεσίες, κατέβασε τους υποψήφιους βουλευτές της, μην υπακούοντας στις υποδείξεις. Η εκλογική καμπάνια ήταν στο φόρτε της. Η νεοσύστατη οργάνωση, με μοναδικό στήριγμα τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, είχε να αντιμετωπίσει έναν ισχυρό κομματικό και κρατικό μηχανισμό, που στήριζε το Κόμμα Εργασίας, αλλά και το ορμητικότατο Δημοκρατικό Κόμμα, που είχε κατεβεί στο χώρο της Μειονότητας με δικούς του υποψήφιους: τον κ. Σωτηράκη Χρόνη στο Αργυρόκαστρο και τους κ. Σωτήρη Κυριαζάτη και Νάσιο Παπαθανάση στους Αγ. Σαράντα. Ο τρίτος υποψήφιος κ. Βασίλης Καλλής απεσύρθη εθελοντικά, ενώ οι δύο άλλοι, Κυριαζάτης και Παπαθανάσης, είχαν κατά τα δικά τους λεγόμενα πάρει εντολή από τον κ. Κανέλλο.

Η ΟΜΟΝΟΙΑ είχε υπολογίσει, κατά τον προεκλογικό της αγώνα, στα σχέδιά της και τα δύο ισχυρότερα κόμματα. Εκείνο που δεν είχε υπολογίσει ήταν ο ραδιοφωνικός σταθμός FΜ 88 της Κέρκυρας, μέσα από τον οποίο οι βορειοηπειρωτικοί σύλλογοι παρότρυναν τα αδέρφια τους Βορειοηπειρώτες να ψηφίσουν Δημοκρατικό Κόμμα. Δεν είχε υπολογίσει ακόμα τις έγχρωμες και καλαίσθητες προκηρύξεις και φυλλάδια, που είχαν βγει φρέσκα-φρέσκα από τα ελληνικά τυπογραφεία για λογαριασμό του Δ.Κ. (τυπώνονταν δωρεάν στην ελληνική γλώσσα από τη Νέα Δημοκρατία), και καλούσαν τους Έλληνες να ψηφίσουν τα καλύτερα παιδιά, δηλαδή τους υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος.

EPSON MFP image

Οι υποψήφιοι του Κόμματος Εργασίας, αν και πίσω τους είχαν ένα κράτος ολόκληρο, έχασαν. Οι υποψήφιοι του Δημοκρατικού Κόμματος, αν και πίσω τους είχαν την επίσημη και την ανεπίσημη Ελλάδα, έχασαν. Η ΟΜΟΝΟΙΑ κατάφερε να πετύχει και στις πέντε εκλογικές ζώνες, όπου της επετράπη να κατεβάσει υποψηφίους.

Οι σύλλογοι
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον αγώνα των βορειοηπειρωτικών συλλόγων υπέρ της υπόθεσης της Β. Ηπείρου. Όλος ο 20ος αιώνας είναι γεμάτος από την έντονη παρουσία τους. Διαδήλωσαν τις προθέσεις και τα συναισθήματά τους, εξέδωσαν εφημερίδες και βιβλία, έφτιαξαν μουσεία με εκθέματα από τον τόπο τους, τα έβαλαν με ελληνικές κυβερνήσεις, με υπουργούς κι ακόμα με Αμερικανούς γερουσιαστές, όταν λησμονούσαν το βορειοηπειρωτικό, συγκέντρωναν χρήματα για βοήθεια και συμπαράσταση σε πατριώτες.

Τέτοιες κινήσεις έχουν στα θεμέλιά τους ιδανικά και οράματα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, κι όταν οι στόχοι αργούν να επιτευχθούν, ανάμεσα στα ιδανικά και στα οράματα εμφανίζονται και τα συμφέροντα. Γιατί ο αγώνας χρειάζεται χρήματα. Και τα χρήματα, από αρχαιοτάτων χρόνων, έχουν την κακή συνήθεια να μην πέφτουν όλα υπέρ του αγώνα, αλλά να πέφτουν και στις τσέπες. Τότε υποχωρούν τα ιδανικά και τα οράματα και τη θέση τους την πιάνουν τα συμφέροντα. Οι ιδεαλιστές και οι οραματιστές συκοφαντούνται και παραγκωνίζονται. Τα ιδανικά και τα οράματα τα αρπάζουν οι ατσίδες και τα φοράνε στα συμφέροντα ως προβιά αρνιού σε λύκο.

Η ιστορία των βορειοηπειρωτικών συλλόγων και σωματείων, πέρα από στιγμές πατριωτικής ανάτασης, εμπεριέχει και άλλες πλευρές, λιγότερο ευτυχισμένες από τις πρώτες. Από το 1878 ακόμα, οι τότε αθηναϊκές εφημερίδες είχαν εκτοξεύσει συγκεκριμένες κατηγορίες για απίστευτη σπατάλη πόρων, που συγκεντρώθηκαν για τη συγκρότηση και τροφοδοσία του επαναστατικού κινήματος. Στα διάφορα συνέδρια τα μέλη των εν λόγω συλλόγων και σωματείων μπορεί να ‘χουν ανταλλάξει βαριές αλληλοκατηγορίες ως πράκτορες των αλβανικών μυστικών υπηρεσιών, αλλά έφτασαν και ως τα γρονθοκοπήματα. Σε περιόδους όπου οι ελληνο-αλβανικές σχέσεις βελτιώνονταν, μπορεί να είχαν υποστεί διώξεις ή να διατάχθηκαν να διαλυθούν, αλλά συνέχισαν να επιβιώνουν και να αποτελούν μια πραγματικότητα. Λόγω της μεγάλης διάρκειας του χειρισμού με αποκλειστικότητα του θέματος, διεκδικούσαν τον πρώτο ρόλο για το Βορειοηπειρωτικό και πίστευαν ότι η πρωτιά αυτή τους ανήκε δικαιωματικά.

Η ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ήταν τόσο ξαφνική και απρόσμενη που τους προξένησε αμηχανία και ανάμεικτα συναισθήματα. Υπήρχε, φυσικά, μεγάλη διαφορά μεταξύ της νεοσύστατης οργάνωσης και των παλαιών και, πλουσίων σε εμπειρίες, σωματείων:

– Η ΟΜΟΝΟΙΑ διαβίωνε και προσπαθούσε να επιβιώσει στον πάντα υπό απειλή τόπο της. Τα σωματεία και οι σύλλογοι διαβίωναν και δρούσαν εκτός του υπό απειλή τόπου, σε πλήρη ασφάλεια. Η ειδοποιός αυτή διαφορά διαμορφώνει εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις για το ίδιο θέμα. Η πρώτη προσέγγιση θα είναι ρεαλιστική, ενώ η άλλη θα είναι συναισθηματική.

– Γεωγραφικά, τα σωματεία διεκδικούσαν μέχρι τη συμβολική γραμμή του Γενούσου ποταμού, ενώ η ΟΜΟΝΟΙΑ αγκάλιαζε τους Έλληνες στους χώρους με συμπαγή πληθυσμό και σ οποιονδήποτε άλλο χώρο στην αλβανική επικράτεια.

– Πολιτικά, τα σωματεία διεκδικούσαν Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου, ενώ η ΟΜΟΝΟΙΑ ζητούσε σεβασμό των ανθρωπίνων και εθνικών δικαιωμάτων.

– Θεσμικά, τα σωματεία στηρίζονταν στο Πρωτόκολλο της Κέρκυρας του 1914, ενώ η ΟΜΟΝΟΙΑ στηρίζονταν και ρύθμιζε τη δράση της με το Καταστατικό και το Πρόγραμμά της.

Εδώ, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και την ψυχολογική παράμετρο. Η ΟΜΟΝΟΙΑ, ως οργάνωση που ιδρύθηκε και λειτούργησε στο σπίτι της, θέλοντας και μη, τους εκτόπιζε από την πρώτη θέση και τους έθετε σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Πέρα από το ψυχολογικό σύμπλεγμα, που είναι καθοριστικό, η απώλεια της πρώτης θέσης σήμαινε και απώλεια των προνομίων, που ήταν ουκ ολίγα.

Όλα αυτά τους υποχρέωσαν όχι μόνον να μην συμπορευτούν, αλλά τουναντίον, να τοποθετηθούν εχθρικά έναντι της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Κι ήταν τόση η αμηχανία και η εχθρότητά τους, που με την μεγαλύτερη ευκολία έπεφταν σε ατοπήματα πρώτου μεγέθους. Σε άρθρα τους, λ.χ.., φτάναν στο σημείο να αναφέρουν πως ούτε οι ίδιοι οι Βορειοηπειρώτες δεν συνήργησαν στην ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, γιατί δεν ήταν σίγουροι για τους πραγματικούς σκοπούς οργάνωσης της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Κρίμα που πολλοί από τους πατριώτες αυτούς έφυγαν από τη ζωή κι άλλοι θα φύγουν χωρίς να τους έχει ευνοήσει η τύχη να ζήσουν κι ένα ακόμα θαύμα των Ελλήνων, οι οποίοι κατά τις κοσμογονικές εκείνες μέρες του 1991, όχι μόνον αγκάλιασαν, αλλά και περιφρούρησαν φανατικά τη δική τους οργάνωση.

Η Αλβανία
Η χώρα βρισκόταν στην πιο δεινή θέση. Το καθεστώς, κάθε βήμα που έκανε, το έκανε κάτω από την αφόρητη πίεση των διεθνών εξελίξεων. Στο πλαίσιο του νόμου περί πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, υποχρεώθηκε να εγκρίνει και την ΟΜΟΝΟΙΑ ως πολιτικό φορέα των Ελλήνων της Αλβανίας.

Η έγκριση της οργάνωσης δεν έγινε, φυσικά, από καλή πρόθεση. Η στάση της επίσημης Αλβανίας συνοψίζεται στο παρακάτω περιστατικό: Στα μέσα του Μάη 1991 οι βουλευτές της ΟΜΟΝΟΙΑΣ επεδίωξαν συνάντηση με τον πρόεδρο Αλία, για θέματα παιδείας, ασφάλειας κ.λπ., αίτημα το οποίο έγινε δεκτό. Σοβαρός και ευγενικός ο κ. Αλία, όση ώρα μιλούσε, δεν σήκωνε το βλέμμα του. Όταν η συζήτηση πέρασε στο θέμα της ίδρυσης της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, ο κ. Αλία με τα μάτια πάντα χαμηλωμένα, λέει: Όσον αφορά στην ΟΜΟΝΟΙΑ, αν θα ζητούσατε τη γνώμη μου, θα σας συμβούλευα να μην την ιδρύσετε, διότι μια τέτοια ενέργεια απειλεί, θα έλεγα, με διάσπαση την άρρηκτη ενότητα του αλβανικού και του μειονοτικού λαού, ενότητα η οποία. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη του. Ένας από τους βουλευτές, με ύφος υπεροπτικό και αρκετά κυνικό, τον διέκοψε λες και αντιμετώπιζε το δημογέροντα του χωριού του: Να που δεν σας ρωτήσαμε εσάς.

Κι ένα άλλο επεισόδιο, από την αίθουσα του Κοινοβουλίου αυτό: Ήταν η στιγμή της ορκωμοσίας των βουλευτών. Η διατύπωση του όρκου ήταν τέτοια, που προκάλεσε την αντίδραση των βουλευτών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Τότε, σύσσωμο το Κοινοβούλιο αναστατώθηκε και έδειξε τα νύχια του. Ο κ. Κάλτσιο, βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που εκλέγονταν στην πόλη της Κορυτσάς, χριστιανός ορθόδοξος στο θρήσκευμα, σηκώνεται όρθιος στα έδρανα και έξαλλος, σχεδόν παραμορφωμένος από το πάθος, κραύγασε οργισμένος:

Έξω από το αλβανικό Κοινοβούλιο!

Οι εθνικιστές 
Όλοι εκείνοι, οι οποίοι για λόγους εθνικούς, θρησκευτικούς ή και βιωματικούς διακατέχονταν από τυφλό μίσος κατά των Ελλήνων και του Ελληνισμού γενικά, την ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ την είδαν σαν μια ευκαιρία να ξύνουν κάθε λίγο και λιγάκι τα πάθη τους. Μια από τις προσφιλείς πράξεις τους ήταν να ρίχνουν κάτω από τις πόρτες των ηγετών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ γράμματα με τις πιο απίθανες αγοραίες ύβρεις και απειλές για τη ζωή των παιδιών τους. Η υστερία αυτή, από τα ανώνυμα και κακόγουστα αυτά γράμματα, πέρασε στα πρωτοσέλιδα πολλών εφημερίδων. Τι ζητάει η ΟΜΟΝΟΙΑ στη Λέζια; αναρωτιούνταν η εφημερίδα ΚΟΗΑ JΟΝΕ την επομένη της ίδρυσης της τοπικής οργάνωσης της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στην βορειοανατολική αυτή πόλη της Αλβανίας. Η εφημερίδα ΚΟΜΒΙ, που είχε τεθεί επικεφαλής της μαύρης αυτής δημοσιογραφίας, έβγαινε με τίτλους όπως Η ελληνική αράχνη απλώνει τα μαύρα πλοκάμια της στο Νότο.

Στη συναυλία αυτή δεν έμεινε απ’ έξω καμία αλβανική εφημερίδα.

Οι τέσσερις αυτοί καθοριστικοί παράγοντες: Ελλάδα, Αλβανία, βορειοηπειρωτικοί σύλλογοι και Αλβανοί εθνικιστές, ο καθένας για δικούς του λόγους, βρέθηκαν με ένα κλαδί στο χέρι, προσπαθώντας να σβήσουν τη φωτιά, που είχε ανάψει μπροστά στα πόδια τους. Επειδή, όμως, δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την ίδρυση και τη λειτουργία της, τότε, ο καθένας ξεχωριστά ή και σε συνεργασία μεταξύ τους, προχώρησαν στο επόμενο βήμα, το οποίο δεν ήταν άλλο από τον πλήρη έλεγχό της.

Το πέτυχαν αυτό τον Φλεβάρη του δίσεκτου έτους 1992. Εν τω μεταξύ, η ΟΜΟΝΟΙΑ προχωρούσε μέσα στην πιο σκληρή μοναξιά.

12 Ιανουαρίου 2001

Γιώργος Μύτιλης