«Να φροντίζουμε τα τετράποδα, αλλά περισσότερο να προσέχουμε τον συνάνθρωπό μας!»

«Να φροντίζουμε τα τετράποδα, αλλά περισσότερο να προσέχουμε τον συνάνθρωπό μας!»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

(Κοινωνικό θέμα)

Μου παρέσυραν αρκετές φορές την προσοχή οι ζωόφιλοι. Με την υπερευαισθησία τους γενικά για τα ζώα και ξεχωριστά για τους σκύλους.

Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό, που λέει ωμά, γιατί ορισμένοι άνθρωποι στρέφουν την προσοχή τους και το ενδιαφέρον τους περισσότερο προς τα ζώα.

Μόλις μπήκα στην Ελλάδα, έπιασα δουλειά σε οικοδομή. Όπου έβγαινε το ψωμί. Η πένα μου, προσωρινά, μετατράπηκε σε σφυρί, σε μυστρί και σε φτυάρι.

Ανακαινίζαμε, μαζί και μ’ άλλους οικοδόμους, μια παραδοσιακή, τεράστια βίλα, στο Κεφαλάρι. Τα λεφτά του αφεντικού με ουρά. Ζούσε ονειρεμένα, μέσα σ’ όλα τα καλά του κόσμου, ο Γιώργος Δημητριάδης.

Είχε σπίτι στο Μάτι, εξοχικό στη Σίφνο, μετοχές στο Βωβό, επιχείρηση για πώληση ακριβών αυτοκινήτων στη Λάρισα. Ενοικίαζε σπίτια από ‘δω, μαγαζιά από ‘κει, ξενοδοχειακούς χώρους παρέκει. Κι όμως, ήταν τόσο σεμνός, που δεν το χωράει εύκολα ο ανθρώπινος νους.

Μια απ’ όλες τις μέρες, μετά από τη δουλειά, του τη δίνει, δεν ξέρω γιατί, να γευματίσει μαζί με μένα, με τον εργάτη του.

Δίπλα μας, στο χώρο της οικοδομής, δύο τρεις σκύλοι, με αξεκόλλητο το βλέμμα τους από πάνω μας.

Η Λίζα, ήταν η αδυναμία του αφεντικού. Δεν κατέβαζε μπουκιά ο Δημητριάδης κάτω, χωρίς να την ταΐσει.

– Τους αγαπάω τους σκύλους – μου λέει. – Τους πονώ. – Έχω μπόλικους. Και μετρούσε: Πέντε στο Μάτι, τρις στη Σίφνο, τρις εδώ, στην οικοδομή. Μαγειρεύουμε γι’ αυτούς ξεχωριστά. Έχουν την κατσαρόλα τους…

– Μα …, χαλάτε πολλά λεφτά για τους σκύλους, κύριε Γιώργο – μου διέφυγε το ερώτημα από τη μεγάλη περιέργεια. Χωρίς καν να το αντιληφθώ. Την ίδια στιγμή, είχα δαγκώσει κιόλας τη γλώσσα μου!

–  Ναι, πράγματι, αρκετά. Χαλάλι τους, όμως.

– Τι χαλάλι, ρε άνθρωπε του Θεού – είπα θυμωμένος μέσα μου. – Εδώ ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα κι εσύ θρέφεις σκύλους;!

Την εσωτερική έκφραση, μέχρι να τη βγάλω από το στόμα μου, την είχα φτιασιδώσει αρκετά.

Του λέω:

– Κάνετε έξοδα βασιλικά για τους σκύλους. Αν τα δίνατε τα λεφτά αυτά σε μια φτωχιά οικογένεια, θα σας το αναγνώριζε κιόλας;!

Το καθαρό πρόσωπο, γυρίζει ολόκληρο από μένα, μου ρίχνει καλοσυνάτο βλέμμα και μου λέει:

– Πρόσεχε τι θα συμβεί τώρα, φίλε μου!

Η έντονη περιέργειά μου, με μετέτρεψε ολόκληρο σε αφτιά και μάτια…, ήθελα να μάθω.

Φωνάζει αμέσως στ’ όνομα τη Λίζα, που ήταν στο προαύλιο.  Σαν κεραυνός ο σκύλος ήρθε μέσα. Κρατούσε δαγκωμένο ένα τριαντάφυλλο. Ρίχνεται στην αγκαλιά του αφεντικού, αφήνει το τριαντάφυλλο πάνω στο χέρι του κι όλο χαρά κουνάει, η Λίζα, την ουρά της.

– Κοίτα τι χαρές, τι αγάπες – μου λέει ο φίλος μου – . Είναι να μην την αγαπάς, μετά, τη Λίζα;! Να μην την φροντίζεις;! Τη Λίζα την ταΐζεις και στ’ αναγνωρίζει. Σου γλείφει το χέρι.

Με τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες, σ’ όλη μου τη ζωή, έδωσα δουλειά, ψωμί, σε κόσμο και κοσμάκη. Αλλά, δυστυχώς, κανένας δεν μου το ξέρει. Ένα τηλεφώνημα σε σημαντικές γιορτές, δεν ρίχνει κανείς. Αυτή την πράξη πώς την κρίνεις;!

– Αχαριστία, τη λέγω εγώ – του απαντώ – αφού χώνεψα καλά το πρόβλημα.

– Εσύ, όπως γουστάρεις πες τη. Εγώ τη λέω απανθρωπιά. Είναι σκληρός, αδίστακτος ο κόσμος.

Κι όμως, εγώ επιμένω στο παλιό βιολί μου:

«Να φροντίζουμε τα τετράποδα, αλλά περισσότερο να προσέχουμε τον συνάνθρωπό μας!».

Γιώργος Μύτιλης