Οι ψευδαισθήσεις πάντοτε κοστίζουν

Οι ψευδαισθήσεις πάντοτε κοστίζουν
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Αλέξης Παπαχελάς

Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να συζητάμε μεταξύ μας. Χωρίς να βριζόμαστε απαραιτήτως, χωρίς αφορισμούς και ακρότητες. Γίνεται; Προφανώς, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ίσως και απίθανο. Ο κορωνοϊός ήλθε και επιδείνωσε φαινόμενα που υπήρχαν από πριν, στην Ελλάδα και παγκοσμίως. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας νιώθει απελπισία, αβεβαιότητα και πολύ θυμό. Δεν είναι ένα πράγμα, αλλά πολλά μαζί: η συνεχιζόμενη «κλεισούρα», η ανασφάλεια για το αν θα κολλήσει κάποιος την ίδια την αρρώστια, η νέα οικονομική κρίση που τη βιώνουν σχεδόν όλοι, το αν το εμβόλιο θα πιάσει ή αν θα έχει παρενέργειες. 

Σχεδόν όλοι είναι έτοιμοι να τσακωθούν ή να βρίσουν. Άνθρωποι από τους οποίους δεν το περιμένεις εκφράζονται σαν να είναι χούλιγκαν σε αγριεμένο γήπεδο. Εκείνοι που ήταν πάντοτε οχυρωμένοι πίσω από έναν υπολογιστή –ρουφώντας κυριολεκτικά ό,τι παλαβό ή άρρωστο κυκλοφορούσε– έχουν τώρα πάει σε άλλη κατηγορία.

Η εποχή της «αυθεντίας» έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αυτό έχει τα καλά του, τα πολλά καλά του. Εμπεριέχει, όμως, και πολλούς κινδύνους. Στον τομέα της υγείας, για παράδειγμα, ο δρ Φάουτσι ή ο Χ κορυφαίος Έλληνας επιδημιολόγος συναγωνίζεται πλέον στα ίσα «τον πρώτο εξάδελφο του Γιώργου που είναι γιατρός στην Αγγλία και είδε έναν ασθενή του να μεταμορφώνεται σε τέρας όταν πήρε το εμβόλιο». Η μάχη άνιση. Το παράδοξο και το παράλογο κερδίζουν κατά κράτος στο γήπεδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και όχι μόνο σε έναν κόσμο που δεν διάβαζε ποτέ εφημερίδες, δεν έβλεπε ειδήσεις και προτιμούσε να προσπαθεί να μπει στις πύλες του ανεξήγητου.

Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε οι υπόλοιποι είναι να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο σκωπτικά. Ή, ακόμη χειρότερα, να μην το πάρουμε στα σοβαρά. Είναι πολύ εύκολο να νομίζει κανείς ότι η «γυάλα» του είναι ο «κόσμος». Δεν είναι και οι ψευδαισθήσεις κοστίζουν πάντοτε.

Ούτε όμως και είναι εύκολη η λύση. 

Η κοινωνία μας δεν ξεγελιέται σήμερα και δεν σηκώνει εκείνο το «καταλαβαίνω τον πόνο σου», που ίσως παλιά να έπιανε. Ίσως επειδή νιώθει, έπειτα από δύο μεγάλες κρίσεις, ότι δεν έχει τίποτα να χάσει.

Πηγή: kathimerini.gr

Γιώργος Μύτιλης