Από την Κοσσοβίτσα

Από την Κοσσοβίτσα

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Του Χρήστου Νιάκαρη

Στην κορφή στην Κοσσοβίτσα, απ’ την Πάργα, αρχινάνε οι πυραμίδες, στην άκρη του χωριού μου, που χωρίζουν την σκλάβα πατρίδα από την ελεύθερη και μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα μας. Στην ά­κρη του χωριού είναι οι κολόνες αυτές. Πανωδρομίς στον κήπο του Πόλιου και πλάι στη Δελούδα είναι το ελληνικό φυλάκιο με τους ασπρισμένους τοίχους του και τον κοντό με τα ελληνικά χρώματα, τα χρώ­ματα της παρηγοριάς και της ελπίδας των Κοσσοβιτσινών και όλων των Δροπολιτών και κατήδρομα στην άκρη του δρόμου, που πηγαίνει στην άλλη Κοσσοβίτσα, τη σημερινή Αγιομαρίνα, είναι το αλβανικό φυλάκιο με τα εθνικά χρώματα των Αρβανιτάδων.

Χρήστος Νιάκαρης
Χρήστος Νιάκαρης, ο πρόεδρος της αδελφότητας της Κοσσοβίτσας.

Μας χώρισαν στη μέση αδερφοξάδερφα, μια εκκλησιά, ένα σχολείο, μια μεγάλη κοινότητα με τα αρχοντικά της, ένα νερόμυλο και ένα νεκροταφείο με τα ιερά οστά των προγόνων μας. Ας το βρουν απ’ το θεό όλοι όσοι συνέβαλαν στο κακούργημα αυτό.

Στο εικόνισμα του Καλυβά, λέγαν οι παλαιότεροι, κάθισε ο Άγιος, ποιος άλλος από τον Άγιο Κοσμά, που γύρισε όλη την Δρόπολη και την Χειμάρρα, διδάσκοντας τον χριστιανικό πληθυσμό να μη τουρκέψει και να κτίζει σχολεία αντί εκκλησίες, γιατί τα σχολεία, εδίδασκε ό Άγιος, χρειάζονται σήμερα περισσότερο. Ένας θρησκευόμενος Κοσσοβιτσινός, σαν άκουσε τον Άγιο να λέει τέτοια κηρύγματα, τον αναγέλασε κι ο κοντούλης Άγιος με το λιτάρι στη μέση, τον καταράστηκε κι όλο του το σόι έκτοτε έσβησε, κι’ ως τα σήμερα δεν υπάρχει κανένας από το σόι που καταράστηκε ο Άγιος Κοσμάς, ο φλογερός καλόγερος με το λιτάρι στη μέση και τα μαύρα α­στραφτερά μάτια. Κι’ άλλα πολλά λέγαν οι παλαιότεροι Κοσσοβιτσινοί για τον Άγιο Κοσμά. Κι’ ένα που σήμερα φαίνεται αληθινό.

Ο Άγιος είπε, ότι το μέρος τούτο θα δεθεί μια μέρα μ’ ένα σύρμα από τη μία άκρη ως την άλλη και κανένας δεν καταλάβαινε, τι εννοούσε ο Άγιος με το λιτάρι στη μέση, έλα ό­μως που βγήκαν αληθινά τα λόγια του.

Το σύρμα που δέθηκε ο τόπος μας είναι οι έρμες, οι μαύρες, οι καταραμένες που μας σακατεύουν σαν τις βλέπουμε, οι κολώνες, που μας χώρισαν από τη μάνα μας, τη γλυκιά μας μάνα την Ελλάδα, που σήμερα κοντεύει κι’ αυτή να μας ξεχάσει και να γίνει μητριά. Ας εί­ναι.

Αναμνήσεις φωτο 1
Μοναστήρι Μακραλέξη (Άγιο Μαρίνας).
Χορός στο πανηγύρι του Μακραλέξη.

Το ’λεγε αυτό κι ο Παππογιώτης που το ’χε γραμ­μένο στα χοτζέτια, κρυμμένα στο σοπέτι, ότι θα δεθεί ο τόπος, μα προσωρινά, «προσώρας» σας το λέω, φώναζε ως τα τελευταία του ο Παππογιώτης, ο πο­λύξερος γέρος με το ασπρισμένο κεφάλι του σαν της Μουργκάνας τα χιόνια.

Τον πικραμένο Αύγουστο του 1923 ήρθε στην Κοσσοβίτσα η Διεθνής Επιτροπή, για να χαράξει τα σύνορα της Αλβανίας. Την Κοσσοβίτσα για λόγους γεωγραφικούς τη χώρισαν στη μέση, μισή έμεινε στο Αρβανίτικο κι η άλλη μισή στην ελεύθερη πατρίδα. Κείνες τις μέρες, που ήταν στο χωριό οι ξένοι αντιπρόσωποι, ήτανε μαζί τους και ο αντιπρόσωπος της Ελλάδος, ο ταγματάρχης Καπετανάκης. Αυτός, σαν είδε μέσα στο χωριό την ανησυχία των Κοσσοβιτσινών για το χωρισμό τους, άρχισε να τους καθησυχάζει, να μη προβούν σε εκδηλώσεις και να μη χτυ­πήσουν την καμπάνα σε συναγερμό, γιατί, έλεγε ο Καπετανάκης «ως το Κάστρο το μέρος θα ’ναι δικό μας, θα ’ναι ελληνικό, κι αυτό που γίνεται τώρα είναι προσωρινό».

Η Επιτροπή είχε έρθει το βράδυ στο χωριό, στο σούρουπο ο πρωτόγερος του χωριού, ο Βασίλης Μπόσδος, ανέβηκε στο μεσοχώρι και με όλη του τη δύναμη φώναξε, να μη βγει κανένας έξω από το σπίτι του, ούτε τα γίδια να βγάλουν στους κοι­νοτικούς πιστικούς, αλλά να τα αφήσουν κλεισμένα μέσα.

 Γύριζε ο γέρο-Βασίλης και ανέβαινε ψηλότερα, για να τον ακούσουν καλύτερα οι χωριανοί, ανέβηκε στ’ αλώνι για ν’ ακουσθεί στον κάτω μαχαλά, γύρι­ζε δεξιά προς του Παπαδόπουλου το σαράι, έστριψε προς το Μεγάλο Πλάτανο – πέντε άνδρες ήθελαν να τον αγκαλιάσουν – και φώναζε προς τους Μουκαίους.

Σαν τέλειωσε ο γέρο Βασίλης ο Μπόσδος και νέκρα εξαπλώθηκε στην Κοσσοβίτσα, ακούστηκαν ποδοβολητά, ολόκληρο καραβάνι, με άλογα και φρουρούς και ορντινάντσες των μεγάλων, που ήρ­θανε σταλμένοι απ’ την τρανή Ευρώπη και την Κί­τρινη Ανατολή – γιατί ήτανε και Ιάπωνας μαζί τους – με διάτα να μας σκλαβώσουν, να μας χωρίσουν απ’ τ’ αδέρφια μας και να μας κάνουν με το στανιό αρβανίτες. Οι καταραμένοι.

Το βράδυ εκείνο ο Ιταλός κατέλυσε στου Κωνσταντινίδη, ο Άγγλος στου Μούκα, ο Ιάπωνας στου Παπαδόπουλου το σαράι και ο Γάλλος στου Γιάννη Στόλη με σκοπούς στην πόρτα και πολλούς φρου­ρούς, γιατί και λίγο πριν είχαν σκοτώσει κοντά στην Αρίνιστα τον Τελίνι, που ’θελε να βάλει το σύνορο πιο πέρα, ως το Δελβινάκι.

Οι Ιταλοί χαρτογράφοι και τοπογράφοι πήγαι­ναν πάντα πρώτοι. Πάντα με τους Αλβανούς συ­νέτρωγαν και συναναστρέφονταν και με τους Αρβανίτες ανέβηκαν ψηλά στο βουνό στις 11 το πρωί, για να χαράξουν το σύνορο, τετρακόσια μέτρα μακριά από το χωριό, στο Εικόνισμα του Καλυβά, στο δρό­μο που έρχεται από την Πάργα και κοντά στην πρώ­τη πηγή του Δρίνου. Έτσι η Κοσσοβίτσα χωρίστη­κε στη μέση. Το μισό χωριό, το μεγαλύτερο, η κα­θ’ αυτό Κοσσοβίτσα έμεινε στην Αρβανιτιά και το άλ­λο μισό χωριό, που ήταν ως τότε αγροτικές εγκατα­στάσεις, έμεινε στην Ελλάδα και μετονομάστηκε Άγια Μαρίνα.

Μας χώρισαν οι τρισκατάρατοι στη μέ­ση, μας χώρισαν από τα αδερφοξαδέρφα μας, που ’χαμε βαφτιστεί στην ίδια κολυμπήθρα, που ’χαν θαφθεί οι πάπποι μας και οι πρόγονοί μας στο ίδιο νεκροταφείο και που, ως τον πικραμένο εκείνο Αύγουστο του 1923, εκκλησιαζόμεθα και στην ίδια εκκλησιά.

Σαν μπήκαν οι κολώνες τον ολέθριο Αύγουστο του 1923, κάμποσο καιρό επικοινωνούσαν οι δυο μαχαλάδες της Κοσσοβίτσας χωρίς περιορισμό, τα γίδια στη βοσκή, οι καλλιέργειες στα χωράφια, η ξύλευση στο βουνό, η ταφή στο κοινό νεκροταφείο, τα παι­διά στο ίδιο σχολειό, σαν πάντα.

Πέρασε λίγος καιρός και μια μέρα ήρθαν στο χωριό πέντε αρβανίτες τζαντορμάδες, μα κανένας κοσσοβιτσινός δεν ήξερε αρβανίτικα και δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Γι’ αυτό έστειλαν και κάλεσαν έναν λοχία, που κατάγονταν από τους παλαιούς τούρκους της Βοστίνας (Πωγωνιανή), που ήξερε τα ρωμαίικα, για να κάμει το δραγουμάνο και να πει στους Κοσσοβιτσινούς, που τώρα άρχισαν να καταλαβαίνουν, ότι έμειναν στο Αρβανίτικο, για ποιο σκοπό ήρθαν και τι θέλουν να κάμουν οι αντιπρόσωποι του επισήμου κράτους.

Τώρα άρχι­σαν και οι πρώτοι περιορισμοί στην επικοινωνία των δυο μαχαλάδων. Μόνο από τον κεντρικό δρόμο επέτρεπαν, να πήγαινε κανένας από τον ένα μαχαλά στον άλλο, όχι από άλλους δρόμους ή μονοπάτια, μόνο από του Καλυβά και με το «λέι καλίμι» στο χέρι, την άδεια δηλαδή.

Η άδεια, το αρβανίτικο «λέι κα­λίμι» ήταν φύλλο μεταβάσεως και επιστροφής που ίσχυε μόνο για 12 ώρες άλλο που οι περισσότεροι Κοσσοβιτσινοί μπαινόβγαιναν στο Ρωμαίικο, όπως κι άλλοι Δροπολίτες το ’σκαγαν εύκολα, γιατί όλα τα ρουμάνια ήταν αφύλαχτα – που να πρωτοφυλάξουν οι τρεις – τέσσερις ξυπόλυτοι και αγράμματοι αρβανιτάδες όλη την γραμμή – γιατί δεν είχαν βγει τότες οι παγίδες του θανάτου, οι σημερινές χειροβομβίδες και τα φοβερά ναρκοπέδια και τα μεγάλα σκυλιά, που δεν αφήνουν ούτε κουνούπι να περάσει πια.

Σαν καλομπήκανε στην Κοσσοβίτσα οι αρβανίτικες αρχές εφέρονταν στην αρχή όλο και με το μα­λακό, δεν έκαναν σε κανέναν παρατήρηση που πή­γαινε, που γύριζε, αν μπήκε στο ελληνικό και αν έφε­ρε τίποτε μέσα για το σπίτι του, όλα ελεύθερα και καλά. Σιγά – σιγά όμως τα πράγματα άρχισαν να στε­νεύουν και να σκληραίνει η κατάσταση. Αλλά να πούμε και του στραβού το δίκιο – είχαν δίκιο οι έρ­μοι οι Αρβανίτες, γιατί έβλεπαν, ότι γίνονταν μεγάλη κοντραμπάντα (λαθρεμπόριο), που άρχιζε στην Κοσσοβίτσα και τελείωνε στο Τεπελένι. Γι’ αυτό και στείλανε για τελώνη το Ζενέλη, να κοιτάζει δεξιά και ζερβιά για την κοντραμπάντα, να προσέχει να αυγατίσει τα έσοδα του αρβανίτικου μονοπωλίου. Που όμως να τα καταφέρει ο Ζενέλης. Αυτός δεν ήταν άξιος για τέτοια πράματα. Ήταν παλιός λήσταρχος, από αυτούς που μαστίζονταν τα χρόνια εκείνα όλη τη Νότια Αλβανία και αλλού είχε το νου του ο φοβερός «τελώνης».

Τον θυμάμαι σαν τώρα το Ζενέλη, να περπατά κορδωτά – κορδωτά, με τον άσπρο και λιγδιασμένο του σκούφο, με το ρολόι με την χρυσή καδένα – ενθύμιο του παλαιού του ζανατιού (επαγγέλματος) – και με ένα μαχαίρι περασμένο μέσα στη γκέτα του, σαν σημάδι της παλιάς του παλικαριάς και του παλιού του επαγγέλματος. Το νέο κράτος τον αμνήστευσε και του έδωσε τη θέση του τελώνου στην Κοσσοβίτσα μας. Ήξερε καλά και τα ελληνικά ο Ζε­νέλης. Γι’ αυτό και του άρεσε στο μεσοχώρι του χω­ριού μας να κάθεται με τους Κοσσοβιτσινούς και να μιλάει μ’ αυτούς για τις παλιές του φυλακίσεις, φό­νους, ληστείες και το επάγγελμα που έμαθε στις φυ­λακές, να φτιάχνει τριαντάφυλλα χάρτινα.

Με τον καιρό όλο και σφίγγανε τα πράματα. Έρχονταν οι σημερινοί γέρο Αγιομαρινιώτες στην εκκλησιά, για να λειτουργηθούν, στα μαγαζιά να παίξουν σκαμπίλι και τζίγκι, για τα βαφτίσια, για τους γάμους, για το θάψιμο των νεκρών στον Αϊ Νικόλα. Έπαιρναν τα Εξαπτέρυγα (δώρο της Αδελ­φότητας Κοσσοβιτσινών Κωνσταντινουπόλεως) και το νεκροκρέβατο για να θάψουν το νεκρό στον Αϊ Νικόλα και όλο εμπόδια βρίσκαν από τους Αρβανιτάδες. Και μονάχα στις κηδείες τους άφηναν να περ­νούν κάπως λεύτερα, αλλά πρώτα μετρούσαν πόσοι έμπαιναν από το ρωμαίικο, από την ελληνική Κοσσοβίτσα, την Αγία Μαρίνα, στην πραγματική Κοσσοβίτσα, που την έλεγαν οι Κοσσοβιτσινοί, όταν ήταν ενωμένη, Βατσουνιά, και ύστερα από την κηδεία ήτανε υποχρεωμένοι να ξαναμετρήσουν πόσοι θα φύγουν και πάλι για το ελληνικό.

Μια φορά, θυμάμαι, σε κά­ποια κηδεία, ήρθαν από την Αγία Μαρίνα 43 νομάτοι να συνοδέψουν το νεκρό. Σαν τελείωσε το θάψι­μο και έπρεπε να ξαναφύγουν, βγήκαν στην κορφή οι Αρβανίτες και πρώτος – πρώτος ο Ζενέλης, ο τελώ­νης, για να μετρήσει πόσα κεφάλια θα ξανάφευγαν. Αλλά τι έγινε! Μια γυναίκα νιόπαντρη, θέλη­σε το βράδυ εκείνο να μείνει στη μητέρα της στην Κοσσοβίτσα, αλλά δεν είπε σε κανέναν, ότι θέλει να μείνει στην Κοσσοβίτσα και, σαν ξεκίνησε το άλλο καραβάνι για το ρωμαίικο, οι Αρβανίτες μετρούσαν και τους έλειπε ένας από τους 43, τους έβγαζαν 42, τους ξαναμετρούσαν, πάλι το ίδιο, κι’ άρχισαν τώρα να γινατεύουν και να φωνάζουν στο καραβάνι, που έφευγε για το ρωμαίικο.

-Που είναι μωρέ, ένα άνθρω­πο;

Κι οι Κοσσοβιτσινοί, που έφευγαν του απαντούσαν:

-Δεν λείπει κανένας αγά μου, ίσως να μέτρη­σες και τον πεθαμένο και τώρα σου λείπει.

Αλλά ήτανε καλός ο έρμος ο αγάς και τους άπαντα:

-Α, μωρέ, για μεθυσμένο με περάσατε, εγώ το βράδυ πί­νω το ρακί στου Γιώτη το μαγαζί, τώρα δεν ήπια το μαύρο ίτσιου.

Όσο να γίνει η Βατσουνιά ελληνική κοινότητα με το καινούργιο όνομα Αγία Μαρίνα, επέρασε κάμ­ποσος καιρός, γιατί άργησε να ’ρθει η διαταγή από τα Γιάννενα. Στο μεταξύ αυτό το σχολείο μεταφέρ­θηκε από την καθ’ αυτού Κοσσοβίτσα στο νέο χωριό και στεγάστηκε στο σπίτι του Δερδεμέζη.

Οι δάσκαλοι από την Κοσσοβίτσα έφυγαν και προτίμησαν τον ελληνικό μαχαλά, όπως και τα μαθητούδια του χω­ριού μου, γιατί τους φαίνονταν καλύτερα και δεν θα σκιάζονταν τους Αρβανιτάδες, που όλο και με την μέρα γίνονταν σκληρότεροι. Βλέπετε, οι φίλοι τους οι μακαρονάδες τους έβαλαν τα σύνορα, όπως το ’θελαν εκείνοι.

Άγιοι Απόστολοι Κοσσοβίτσας
Άγιοι Απόστολοι Κοσσοβίτσας.

Κάθε πρωί όλα τα παιδιά της Κοσσοβίτσας κινούσαν για το σπίτι του Δερδεμέζη, για να μάθουν τα έρημα γράμματα και περνούσαν το χειμώνα με όλη του την κακοκαιριά το χείμαρρο του Στόγκα. Έτσι το Εξωκκλήσι της Κοσσοβίτσας, η Άγια Μα­ρίνα, έγινε τώρα κεντρική εκκλησιά του νέου χωριού με το όνομα «Άγια Μαρίνα». Έλα όμως που χρειά­ζονταν και το νεκροταφείο. Οι γερόντοι, και όσοι κα­ταλάβαιναν ότι ήρθε πια η ώρα τους, ήθελαν σώνει και καλά, να τους θάψουν στο παλιό νεκροταφείο του χωριού, εκεί που ήταν θαμμένοι οι πατεράδες τους, οι πάπποι τους και όλοι τους οι πρόγονοι, γι’ αυτό και θερμοπαρακαλούσαν τους προέδρους και των δύο κοινοτήτων, της παλαιάς Κοσσοβίτσας και της Άγιας Μαρίνας, τους έκαναν «ριτζά» να τους θά­ψουν στο παλιό νεκροταφείο, κοντά στους δικούς τους στον Αϊ Νικόλα στα Σφονδάνια, κάτω στις Κρανιές. Οι πρόεδροι τους το υπόσχονταν, άλλ’ οι Αρβανιτάδες, τα νέα αφεντικά, αγρίεψαν και δεν ήθε­λαν να τους αφήσουν και φώναζαν απειλητικά:

«Φτά­νει πια, ωρέ, φτάνει, μπίτισε τώρα, πάρτε το χαμ­πάρι, χωρίστηκαν τα χωριά».

Μια μέρα ήρθε και ο μακαρίτης ο Κώστας Σιάνος με το γομάρι του φορτωμένο καλαμπόκι για το μύλο της Κοσσοβίτσας. Ήρθε ως την κολώνα, στα Εικονίσματα του Καλύβα, αλλά πρώτος βγήκε να τον εμποδίσει να περάσει ο τελώνης ο Ζενέλης.

-Πίσω,- του φώναξε, – δεν επιτρέπεται, τελείωσε πια, δεν, δε, γιό…

Κι ο γέρο Σιάνος όμως επέμενε και φωνάζει στο Ζενέλη, ότι δεν θα αργήσει, αλλά σε δύο ώρες θα γυρίσει πίσω στην Άγια Μαρίνα.

-Όχι, – φωνάζει και πά­λι ο Ζενέλης, – δεν επιτρέπεται, γιατί ήρθε διαταγή από την Κακαβιά και τους Γιωργουτσάτες, κόπηκε η γραμμή, πάρτε το πια απόφαση ωρέ, το καταλαβαί­νετε ή όχι, – μούγκριζε ο Ζενέλης ο τελώνης της Κοσσοβίτσας.

Αλλά και του γέρου Σιάνου η επιμονή ήτανε μεγάλη.

-Η πεθερά μου, – φωνάζει στο Ζενέλη, – είναι κοντά στο σπίτι του Παπαδόπουλου, η γυναί­κα μου είναι από μέσα, έχω δικαιώματα ν’ αλέσω, το ακούς ωρέ Ζενέλη εφέντη, το ακούς;

Αλλά που ν’ ακούσει ο Ζενέλης, εκτελούσε τη διαταγή των ανωτέρων του και γι’ αυτό επέμενε να γυρίσει πίσω ο Σιάνος με το φορτωμένο γομάρι για την Άγια Μα­ρίνα. Να ψάξει το γομάρι για κοντραμπάντα, φοβόταν ο Ζενέλης, όπως φοβόταν και τις γυναίκες να ψάξει, που γύριζαν κάθε μέρα από το ελληνικό με κοντραμ­πάντα γεμάτη τη ζώνη τους, που φαίνονταν σαν γκαστρωμένες.

Ο Ζενέλης δεν είχε δικαίωμα να ψάξει γυναίκες. Σαν είδε κι απόειδε ο μπαρμπα – Κώστας, ότι ο Ζενέλης ήτανε αμετάπειστος να τον αφήσει, ν’ α­λέσει στον κοσσοβιτσινό μύλο, φωνάζει στο τέλος και λέει του Ζένελη, ότι οι Ιταλοί τους άφηναν λεύτερα ν’ αλέθουν και οι Αρβανίτες τώρα τους απαγορεύουν.

Το τελευταίο φούρκισε στ’ αληθινά το Ζενέλη, γι’ αυτό και με όλη του τη δύναμη φωνάζει στο γέρο Σιάνο:

-Να το βράσω ωρέ το Ιταλό, τώρα το ’χουμε δικό μας τούτο το τόπο, το πήραμε, ωρέ, το πήραμε!

Και δεν τον άφησε.

Κι ο Κώστας Σιάνος γύρισε πίσω και πήγε στο κεφαλόβρυσο της Λίστας και άλεσε. Σ’ εμάς όμως τους Κοσσοβιτσινούς και στους άλλους Δροπολίτας, έγιναν πιο βαριές οι αλυσίδες της σκλαβιάς και συ­νεχίζονται ακόμη.

(Στη φωτογραφία του εξωφύλλου: Κοσσοβιτσινοί στο μοναστήρι της Παναγιάς).

Από το λεύκωμα «Η ΔΡΟΠΟΛΙΣ», 1965.

Γιώργος Μύτιλης