Γύρω στον Βαλκανικό πόλεμο και μετά

Γύρω στον Βαλκανικό πόλεμο και μετά

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Του Αλεξ.Χ.Μαμμόπουλου

Στα 1911 οι Τούρκοι του Αργυροκάστρου έντρομοι από τα μηνύματα της Βαλκανικής αναταραχής μαζευτήκαν στο τζαμί και απεφάσισαν να κάνουν μποϋκοτάζ εναντίον των χριστιανικών ελληνικών καταστημάτων.

Τότε ένας εναντιώθηκε με την εξής απλή σκέψη.

– Καλά, αλλά αν κάνουν και αυτοί εναντίον μας μποϋκοτάζ, τι θα φάμε;

Και ήταν τριακόσια εργαστήρια του Αργυροκάστρου σε ελληνικά χέρια. Έτσι αποσοβήθηκε το μποϋκοτάζ την τελευταία στιγμή.


                                                                      * *

Στα 1912- 13 μάζεψαν τους σημαντικότερους έλληνες για όμηρους και τους ’στειλαν στο Τεπελένι.

Τα πολεμικά γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία. Τότε εσηκώθηκε ένας σημαντικός τούρκος και τους είπε:

– Το Μοναστήρι έπεσε, η Θεσσαλονίκη έπεσε, τα Γιάννινα έπεσαν. Τι τους κρατούμε;

Δεν θα πάθομε τα ίδια;

Και διατάχθηκε η απόλυση των ελλήνων όμηρων.

                                                                  * *

Ο Σαντίκ Εφέντη – Τσοτσόλης από το Μαναλιάτι του Αργυροκάστρου ήταν γραμματεύς του Ταπού Καλέμ = κτηματολογίου, άριστος τουρ­κομαθής.

Όταν ήρθαν οι Έλληνες, το 1913, τον αφήκαν στη θέση του και ’βαλαν και τον δικηγόρο Φιλιππάκη, από τη Δουβιανή της Δροπόλεως, να συνεργασθούν για τη μετάφραση.

Οι Τούρκοι υποβλέπαν τον Τσοτσόλη για τη συνεργασία αυτή ξέροντας μάλιστα, πως ήταν φρέσκο – «γυρισμένος».

Ένας αγάς τον περίμενε μια μέρα στο δρόμο και του είπε:

– Πουνόϊ μωρέ, πουνόϊ Γιουνάνιφ) (δούλευε μώρ δούλευε τον ρωμηό).

– Νούκ πουνόϊ Γιουνάνιτ, πό βισντάνιτ! (δεν δουλεύω τον έλληνα μα τη συνείδησή μου, δηλαδή τα συμφέροντα χριστιανών και τούρκων) – απάντησε.

Οι Ιταλοί τον εξόρισαν.

                                                              * *

Ένα από τα μεγαλύτερα καταστήματα χρωμάτων και σιδηρικών στο Αργυρόκαστρο ήταν του Χαραλάμπη Τολίτσα. Κάποτε είχε πάει να ψωνίσει ο φίλος του, γραμματεύς του Ειρηνοδικείου, Νετζίπ Χαλίμης. Τον κέρασε καφέ ο Τολίτσας κι απάνω στη συζήτηση τον ρώτησε:

– Μωρέ Νετζίπ! – γιατί είσαι σφιχτός άνθρωπος; – Είσαι γραμματεύς του ειρηνοδικείου, το παιδί σου παίρνει μισθό, τι θα τα κάμεις;

– Κυρ Χαράλαμπε, – του απάντησε με αταραξία χωρίς να σκεφθεί ο Νετζίπ. – Ξέρω πως είσαι έξυπνος άνθρωπος, έχεις κάμει και αζάς (αντι­πρόσωπος) στο Μετζλί – Ινταρέ. Όλο Τουρκία θα ’χομε; Πρέπει να έχομε και περιουσία.

                                                          * *

Ο καλός Σωτηριώτης μυλωνάς, Βαγγέλ Ντράλιος είχε νοικιασμένους από Καστρινούς αγάδες, τους σημαντικούς μύλους στο Ρογόζι κοντά στο Ζάβροχο του Πωγωνίου.

Η συμφωνία στα 1913 – 14, την περίοδο της ελληνικής κατοχής της Βορείου Ηπείρου, ήταν σε δραχμές. Στα 1917 είχαν φύγει οι Έλληνες και το τμήμα, μέχρι τα Γιάννινα, ήταν υπό ιταλική κατοχή. Ο Ντράλιος έκαμε το λογαριασμό σε λιρέτες πια, αφού ελληνικό νόμισμα δεν κυκλοφορούσε. Η λιρέτα ήταν 0,70 λεπτά της δραχμής.

Οι αγάδες ξυνιστήκαν με τον ξύκικο λογαριασμό του Ντράλιου και το ’δειξαν με τον τρόπο τους.

– Α! μωρέ σκυλιά του κερατά τους αποκρίθηκε.

– Τον Κωνσταντίνο δεν τον θέλετε, τα λεφτά του Κωνσταντίνου τα θέλετε;

Οι αγάδες έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και γελούσαν.

                                                            * *

– Στα 1913 εξαφανιστήκαν από το Ερίντι ο Νίκο Ντέτσικας, ο Κίτο ΙΙόγκας και ο Τσιλιάρης. Μια βδομάδα τους ζητούσαν, μα του κάκου. Από τα ψηλά χωριά οι χωρικοί είδαν κοράκια, που ώρες ολόκληρες κατέ­βαιναν από τον ουρανό κάθετα στο ίδιο σημείο μέχρι που βράδιασε. Την άλλη μέρα το πουρνό τα ίδια. Από κει οδηγηθήκαν και τους βρήκαν κομ­μάτια, πλακωμένους με πέτρες.

Για το Νΐκο Ντέτσικα, είπαν πως είχε κλέψει το άλογο του Σέχη του Χορμόβου. Η αιτία ήταν ο γραικομανισμός τους.

* *

Της ιταλικής κατοχής στη Βόρειο Ήπειρο το μίσος κατά του ελληνικού στοιχείου ήταν (αδυσώπητο). Δεν έτρεφε μάταιες ελπίδες, πως μπο­ρούσε να το τυλίξει στης προπαγάνδας της τα δίχτυα. Και του ελληνικού στοιχείου η στάση ανάλογη ήταν. Τους μισούσαν σαν σφετεριστάς της ελευθερίας του τόπου.

Αλλά και του ιθαγενούς αλβανικού στοιχείου η αποστροφή δεν ήταν λιγότερη. Κανένας δεσμός ιστορικός, στη μακραίωνη ιστορία, δεν συνέδεσε Αλβανούς και Ιταλούς. Κανένα κοινό γνώρισμα φυλετικό. Αντίθετα η περιφρόνηση σ’ αυτούς ήταν έκδηλη και για δυο ακόμα λόγους: Γιατί ’τρωγαν γάτες οι Ιταλοί κι άλλα ακάθαρτα ζώα και για την ηθική ξετσιπωσιά τους, που δεν την σήκωνε ο τόπος.

Φεύγοντας το φθινόπωρο τού 1917 δεν παρέλειψαν να συστήσουν στους αρβανίτες να περιποιηθούν τους έλληνες της μειονότητας, όπως τους άξιζε:

– Να τους …… (δεν μεταφράζεται η βαρύτατη φράση, γιατί προσβάλλει, τ’ αυτιά των εύσχημων ανθρώπων).

Αλλά η απάντηση που πήραν ήταν αξιοσημείωτη:

– Φεύγατε σεις και μη σας μέλη τι θα κάνομε μεις. Θα τα σιάσωμε πάλε !

– Και τα ποτάμια κυλούν, μα τα χαλίκια μένουν !

* *

Ο Ρεούφ Φίτσος, καϊμακάμης – υποδιοικητής στη Χειμάρρα και κατόπι πρεσβευτής στη Βιέννη, έλεγε:

– Με τους χριστιανούς είμαστε αδέρφια. Έρχονται στις λύπες μας και στις χαρές μας και πάμε στις δικές τους. Τι μας χωρίζει; Μας ενώνει ο κοινός μας εχθρός: οι τούρκοι καταπιεσταί.

* *

Διοικητής χωροφυλακής Δελβίνου ο Γκιολέκας, της γνωστής οικο­γένειας.

Κάνοντας επίδειξη του αλβανισμού του έβαλε σε επιτήρηση αστυνομική τον γηραιό δάσκαλο Β. Μπαρά από τη Λεσνίτσα, που αναγκάστηκε να καταφύγει στον νομάρχη Αργυροκάστρου Κολ Τρομάρα Κορυτσαίο, για την έκδοση διαβατηρίου με σκοπό να φύγει για την Ελλάδα.

Στα σχετικά παράπονα του δασκάλου για την συμπεριφορά του οργά­νου του ο νομάρχης απήντησε:

– Τον κ. Γκιολέκα τον εστείλαμε στο Δέλβινο να κυνηγήσει τους κακοποιούς κι όχι τους Έλληνες. Έχομε χιλιάδες Έλληνες εδώ!

Αυτά λίγα χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του νέου αλβανικού κράτους.

* *

Στην κατάληψη του Αργυροκάστρου από τον Ελληνικό Στρατό στα 1913, ο φτωχός μπαλωματής στο Αργυρόκαστρο, ο Γόλε Κιάκες πήρε το ζουρνά του κι’ απ’ τη χαρά του τραγούδαε:

Έβγα Σουλτάνε, έβγα ο…
να ιδείς τούς Έλληνες πως σε πολεμάνε.

Οι στιχουργικοί διαξιφισμοί έδιναν το μέτρο της εθνικής καρτερίας.

Γιώργος Μύτιλης