Δεροπολίτικο νυχτέρι

Δεροπολίτικο νυχτέρι

Νικόλαος Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Δεύτερο μέρος

*

Στη γειτονιά του Ρούσιου Μπεμπέτσι είχε το σπίτι της κι η Χρύσω του Σιούντρη, χήρα από πολλά χρόνια, προτού έρθει το Ρωμαίικο, παντρεμένη με το Δήμο Λιόλη, λάλο του Δήμου του δάσκαλου. Τον άντρα της τον είχαν σκοτώσει εδώ και χρόνια άνθρωποι του Ρούσιου, κοντά στην Κολοριτσή. Παραπάνω ’πο τη βρύση, στα χαλάσματα της Ανάληψης, εκεί στο Αγιάσμα, που ανηφορίζει ο δρόμος από το Κάστρο για τη Δερβιτσάνη, στις με­γάλες σιουπέλλες και στα σκέμπια. Γύριζε τότες ο μαύρος ο λά­λος του Δήμου ’πο το παζάρι του Κάστρου. Είχε πάει να πουλήσει τ’ αρνιά του. Τον καρτέρεσαν τα σκυλιά μεσ’ στην Ανά­ληψη και τον βάρεσαν, τον άφηκαν στον τόπο.

Η Χρύσω του Σιούντρη, είχε μολευτεί με το Ρούσιο, και σαν το ’μαθε ο μαύρος ο λάλος, ο νοικοκύρης της, βαριά του κακοφάνη. Της απαγόρεψε να ξεφλύζει και να τράζει καλαμπόκι στην Κούλα του Ρούσιου με τις άλλες γυναίκες. Κι αυτή η τουρκε­μένη, πάησε μια μέρα με κλάματα κρυφά στο Ρούσιο, σαν βρήκε ράστι, και του τα μολόησ’ όλα, με το νι και με το σίγμα.

-Ντε μω, Ρούσιο, – του λέει, – τούτον απάνω το ντουνιά ή αυτός ή εγώ θα μείνουμε, δεν μ’ αφήνει ο βουρκόλακας να ’ρθω στην Κούλα να ξεφλύζω και να τράζω, σκιάζεται μη με πιάκεις.

-Α, πο μη χολιάζεις, μω Κρύσω, αυτό γένεται εύκολα. ΙΙεσ’ μου ποιο μέρα θα πάει στο Κάστρο ο Δήμος, στο παζάρι, και το φκιάνομε το δουλειά, – της απολογιέται ο Ρούσιος. – Μη χολιάζεις Κρύσω. Θα το χαλάσωμε το Δήμο στο δρόμο, κι έτσι δεν θα σκιάζεσαι να ’ρχεσαι μέσα στο Κούλα λεύτερα.

Κι η ξεμπίνω η Χρύσω του φανέρωσε του Ρούσιου ποιά μέρα θα πήγαινε στο Κάστρο ο μαύρος ο νοικοκύρης της. Και τον βά­ρεσαν τον έρμο το Δήμο. Κι ύστερα η Χρύσω λεύτερα μπαινόβγαινε στου Ρούσιου την Κούλα και μολεύονταν με το σκυλί. Ώσπου μια μέρα το βρήκε κι αυτός, κι αυτή ’πο το Δήμο το δά­σκαλο, στον καιρό της Λευτεριάς, σαν έρθε το μαύρο το Ρωμαίικο.

Κι ήταν ο Δήμος ο δάσκαλος γνωστός σ’ όλη τη Δερόπολη. Αυτός πάλεψε σκληρά για να φέρει το Ρωμαίικο, όπως έλεγαν, και σ’ όλη του τη ζωή. Όπου κι αν ήταν δάσκαλος, σ’ όποιο χω­ριό, μικρό ή μεγάλο την ιδέα της Ρωμιοσύνης έκρατούσε αψηλά, χωρίς να σκιάζεται ο μολυβοπαρμένος ο Δήμος την Τουρκιά και την Αρβανιτιά. Κι όταν, προτού ακόμα έρθει το μυριόρημο το Ρωμαίικο, τον ρωτούσαν το Δήμο «τι γίνεται μω’ Δήμο, τι μα­θαίνεις από τους ντελήδες», μια απάντηση έδιν’ ο Δήμος «μη σκιάζεστ’, έρχονται». Κι ας ήταν ακόμα ως την Άρτα.

Τον είχε βάλει στο μάτι το Ρούσιο ο Δήμος, σαν έρθουν ’πο μέσα οι ντελήδες, οι πικοβαρεμένοι οι Έλληνες, να πάρει το χάκι του, το γαίμα τού λάλου του, που εδώ και τόσα χρόνια τον εί­χαν βαρέσει άνθρωποι του Ρούσιου στις ανηφοριές της Κολοριτσής.

*

Κι ήρθε το ευλογημένο, όπως το περίμεναν όλοι, κι όπως το ’χε πει κι ο Άγιος: «σαν έρθει το Πάσχα με τον Βαγγελισμό την ίδια μέρα, τότες θα δείτε λευτεριά». Κι αλήθεια το Πάσχα και ο Βαγγελισμός μαζί πέσαν, όπως το ’χε πει κι ο Άγιος. Άνοιξη και λευτεριά μαζί έρθαν στη Δερόπολη εκείνη τη χρονιά την ευλογημένη. Και χάρηκαν οι θλιμμένες ψυχές. Σκλάβοι τόσα χρόνια στον τούρκο και στον καστερό αγά οι έρμοι Δροπολίτες, και τι δεν έ­καμαν, σαν έρθαν οι ντελήδες. Αυτοί έδιωξαν τον Τούρκο και τον Αρβανίτη, που τις βασάνιζαν σκληρά και έπιναν το αίμα τους, με ό­λη τους την αγριότητα αμέτρητα χρόνια. “Όλος της Δερόπολης ο κάμπος ήταν ποτισμένος με δάκρυα κι αναστεναγμούς από το μαύρο το δροπολίτη, τον τσιφτή του αγά και του μπέη. Κι ανάσανε τώρα και δοξολόγαε τον Κύριο, για το θάμα που ’βλεπε με τα ίδια του τα μάτια. Τον Έλληνα να διώχνει τον Τούρκο, τον αδερφό να διώχνει τον οχτρό, τον άγγελο να διώχνει το βελζεβούλ. Τι χα­ρές και τι τραγούδια αντήχησαν τότες σ’ όλα τα χωριά, στον κά­μπο, στο ντερβένι, στ’ αργαστήρια, στ’ αλώνια, στοάς οντάδες. Και τι σφαχτά δεν έψεναν στους δρόμους και στους κήπους και τι ζιγιαφέτια. Χαρές, χοροί, τραγούδια, γλέντια και καλωσορίσματα στο ντερβένι και στους σερτούς, κεράσματα και ντολιά για το Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο. Κι όταν σ’ ένα ντολί η Βαγγέλη Κέντροβα άρχισε το τραγούδι

πιε το Κώστα, πιε του

και πάλι γιόμισέ του

οι αξιωματικοί του Στρατού ρώτησαν με περιέργεια ποιος είν’ ο Κώστας, κι η Βαγγέλαινα, τους απάντησε ο Κωνσταντίνος, άρχι­σαν το ντουφεκίδι, που βροντολογούσ’ όλος ο κάμπος σαν να γέ­νονταν πόλεμος αληθινός. Τι ζιγιαφέτια στ’ αλώνια και στ’ αργαστήρια του μεγάλου του χωριού. Όλα χαίρονταν και γελούσαν. Και τ’ άψυχα ακόμα έπαιρναν ζωή και μιλούσαν, κι αυτά, και διαλαλούσαν την μεγάλη ημέρα της λευτεριάς.

Αυτά διαλογίζονταν στο νυχτέρι, γύρω στα 30, οι γυναίκες της Δερόπολης, που ’τραξαν το καλαμπόκι στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι. Με πόσα δάκρυα στα μάτια θυμόταν όλες τις χαρές για τη λευτεριά του 13. Και με τι καημό κι αναστεναγμό περίμεναν, προτού κλείσουν τα μάτια τους να ξανάβλεπαν το έρμο το Ρωμαίικο και να παν ευχαριστημένες στον άλλο κόσμο. Και θυμήθηκαν ακόμα και το Βασίλη Κυρίτση, που ’ταν άρρωστος βαριά στο κρεβάτι, σαν έρθαν οι Έλληνες, δεν μπορούσε να γυρίσει δεξιά και ζερβά. Και σαν έβγαινε όλο το χωριό στις Παλιουρίδες, για να δει τους Έλληνες πο ’ρχονταν, με δάκρυα στα μάτια, ο ετοιμοθάνατος Βασίλης παρακάλεσε τους δικούς του να τον πάρουν με τη βελέντζα, όπου κείτονταν και να τον παν στην Παλιουρίδα, να δει κι αυτός τους Έλληνες πο ’ρχονταν. Και τον σήκωσαν και τον πή­γαν με τη βελέντζα και τους είδε στον κάμπο που περνούσαν. Α­σκέρι ελληνικό. Δάκρυσ’ ο έρμος ο Βασίλης και σαν τον γύρισαν στο σπίτι, έκλεισε για πάντα τα μάτια ευχαριστημένος, που είδε τους Έλληνες.

-Και τι έγινε με το Δήμο και τη Ρούσιο, – ρωτά κατόπι τη μαναγάλη η Βάνθω του Τσέπου, κοπέλα δεκαοχτάρα, που βοη­θούσε το βράδυ τη μάνα της στο νυχτέρι. Ήθελε να μάθει την ι­στορία του Δήμου και του Ρούσιου, πως πήρε το χάκι του ο Δή­μος για το σκοτωμό του λάλου του.

Κι η μαναγάλη δεν άργησε να τα λέει όλα με το νι και με το σίγμα. Η μαναγάλη, η Γιωργιτσέπαινα, τα θυμόταν όλα, είχε καλή θύμηση, και σαν λογική κι έξυπνη κι αναμουστιάρα γυναί­κα που ’τανε, ήθελε να κάμει θύμηση για μια ιστορία του χωριού. Ήθελε η μάλε να την ξέρουν οι μεταγενέστερες Δροπολίτισες και να την λένε κι αυτές στα παιδιά τους και στ’ αγγόνια τους σαν πα­ραμύθι. Όμως παραμύθι αληθινό.

Κι άρχισε το αληθινό της παραμύθι η μάλε Πέρα μας, η μαναγάλη της Βάνθως και του Βαγγέλη και του Νίκου για το πως πήρε το χάκι του ο Δήμος ο δάσκαλος. Και τα μολόγαε όμορφα. Ήταν στον καιρό του Ελληνικού, άρχισ’ η μάλε, η Γιωργιτσέπαινα, που ’ρθαν ’πο μέσα για λίγο οι ντουφεκισμένοι, κι έφυγαν· γλήγορα, και μας άφηκαν πίσω στα χέρια των κομμένων του Κά­στρου και του Λυμπόχοβου, στα χέρια του αγά. Ας είναι, ήταν τότες που δεν σκιαζόμαστε κανέναν, ούτε Τούρκο ούτε κι Αρβανίτη. Κι οι δυο τους μας έγλεπαν κι έπαιρναν δρόμο. Πως ήρθ’ ένας και­ρός! Ο Δήμος το ’χε βάλει, σώνει και καλά να πάρει το δίκιο τού λάλου του, που οι άνθρωποι του Ρούσιου τον είχαν βαρέσει στης Κολοριτσής τη βρύση, για να ’χει ο πικοβαρεμένος ο Ρούσιος λεύ­τερη, τον βουρκόλακα τη Χρύσω.

Ο Δήμος, ο Δήμος ο Ντελής, όπως τον λέγαμε, γιατί περ­πατούσε ντελήτικα. Σαν έρθαν οι πικοδομένοι ’πο μέσα, γιόμοσ’ ο κάμπος μας ασκέρι. Τι ασκέρι, τι παιδιά σαν το κρυστάλλινο νερό, καβάλα και πεζούρα, με τα χείλη σκασμένα ’πο του Μπιζανιού το χιόνι, ψηλοί, περήφανοι. Ο Δήμος χόρευε στα σοκάκια σαν τρελός και έλεγε το συνηθισμένο του σκοπό: «έρχονται, έρχονται, δεν τους γλέπετε»! Γιόμοσ’ ο κάμπος κι οι ρεματιές, και τα βουνά μας γύρω στρατό ελληνικό. Κι οι Τούρκοι όπου φύγει, φύ­γει. Κι όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν, διακόνευαν ψωμί και πουλούσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, φωνάζοντας «εκμέκ, εκμέκ», και σου ’ρχονταν αχαμνά. Ας ήτανε και Τούρκοι. Και τους κυνηγού­σανε, όπου τους εύρισκαν οι δικοί μας τους Τούρκους και τους σκό­τωναν, χωρίς να τους έρχετ’ αχαμνά. Στην καλύβα του παπά, στο μπαξέ είχαμε βάλει έναν τούρκο άρρωστο. Μας έρχονταν αχαμνά. να τον πετάξουμε στο δρόμο, του δίνανε ψίχα νερό και ψωμί,, «εκ­μέκ», σου ’λεγε και σου ’κοβε την ψυχή και ύψωνε τα χέρια στον ουρανό. Σαν το μυρίστηκαν αυτό μια μέρα, ανέβηκαν ’πο το ντερβένι τρεις τέσσερις καβαλάρηδες κι έρθαν στο χωριό, πάησαν στον μουχτάρη και του ζήτησαν να τους παραδώσουμε τους τούρκους, πο’χουμε κρυμμένους. Τότες τους δώκαμε τον Τούρκο και τον σκότωσαν μπροστά στα μάτια μας, στην καλύβα του παπά, κι ύστερα τον πήραμε και τον θάψαμε στην Παλιουρίδα, στη Σκρίκα.

Την άλλη μέρα βγήκε διαταγή στα χωριά να μη πειράξει κανένας Τούρκο, γιατί θα ντέσει, θα πάει στη φυλακή. Όμως ο Δήμος δεν πολυσκοτίστηκε για διάτα, δικοί μας είναι σου λέει, τι θα μου κάνουν, σαν θα σκοτώσω Τούρκο να πάρω το χάκι μου. Συλ­λογίστηκε, θα με πιάκουν ψίχα, θα με κλείσουν για τα μάτια στον καλιά τού Κάστρου, κι ύστερα δρόμο για το χωριό.

Στη φωτογραφία εξωφύλλου: Δεροπολίτισσες εκείνης της εποχής.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης