Δεροπολίτικο νυχτέρι

Δεροπολίτικο νυχτέρι

Νικόλαος Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Πρώτο μέρος

Τ’ ατέλειωτα χειμωνιάτικα βράδια οι γυναίκες της Δερόπολης, γύρω στα 30, μαζεύονταν σε γειτονικά και συγγενικά σπίτια κι έτραζαν ή ξέφλυζαν το καλαμπόκι. Και για να μη τους φαίνονταν βαριά η δουλειά, ανιστορούσαν παλιές του τόπου ιστορίες, βάσανα και πίκρες στα τούρκικα χρόνια, χαρούμενες ιστορίες, πως ήρθε κατόπι το έρμο το Ρωμαίικο και ξανάφυγε, με την υπόσχεση του γυρισμού. Τέτοιες ιστορίες έτρεφαν τη δροπολίτικη γενιά του μεσοπό­λεμου και δυνάμωναν την πίστη στη Ρωμιοσύνη.

Κάθε χειμώνα μαζεύονταν τα βράδια οι γυναίκες της Δερόπολης να βοηθήσουν στο ξέφλισμα και το τράξιμο του καλαμποκιού, που το κατέβαζαν από τις αρμάθες, σαν το μάζωναν τον Τρύγο και τον Άη Δημήτρη στης Δερόπολης τον κάμπο. Άλλο καλαμπόκι ξέφλυζαν αμέσως και το ’λιαζαν, κι ύστερα το ’καναν αρμάθες και το κρε­μούσαν ψηλά στο ταβάνι του σπιτιού να στεγνώσει, κι άλλο το στοίβαζαν στα σακιά για να μη μουκιάσει. Αυτό γένονταν κάθε χρόνο.

Μαζώθηκαν κείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα πολλές γυναίκες να τράξουν το καλαμπόκι και να ξεφλύσουν στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι. Με το μάζωμα της ώρας έφτακε ’πο τον κάμπο, που δού­λευε ολημερής κι ο Πύλιο Γάκης, άντρας καλός και γνωμικός, απ’ τους πρώτους του χωριού. Τα λόγια του είχανε μεγάλη πέρα­ση μέσα σ’ όλο το χωριό. Γύριζε από τον κάμπο καβάλλα στο χοντρό του πράμα. Δούλευε στα βαρικά και τώρα γύριζε ποσταμένος στο σπίτι του, με τις καλαμπουκιές και τα κουλιμάκια, κι άλλα χορτάρια φορτωμένα στα κάπουλα τ’ αλόγου. Γυναίκες που ήταν μαζωμένες στις πόρτες της κάτω Ρούγας, κοντά στον οβορό του ΙΙάσκου, μάλωναν την ώρα εκείνη κι άλλαζαν λόγια πικρά. Γιατί τα παιδιά τους είχαν μαλώσει σαν παίζανε πλανά. Ντρά­πηκαν και μάζωξαν τώρα τα λόγια τους, λούφαξαν, ώσπου να περάσει ο άρχοντας του χωριού, για να μεταρχινίσουν και πάλι σαν απομακρυνθεί. Πολλές φορές γένονταν αυτό. Σαν μάλωναν καμιά φορά τα παιδιά στα παιγνίδια τους, στα σκλαβάκια, τις αμάδες, το τσιοκανάκι, τον πετροπόλεμο, έβγαιναν στο δρόμο οι μανάδες τους και συνέχιζαν το μάλωμα.

Το ίδιο θα γίνονταν και το βράδυ, που πέρασε μπροστά τους ο Πύλιο Γάκης. Όμως έξυπνος άντρας ο Πύλιος, κατάλαβε το σκοπό τους και σαν μεγάλος που ’τανε, δεν θέλησε να προσπεράσει έτσι. Θέλησε να τις ορμηνέψει να μη μαλώνουν και να αλλάζουν πικρά λόγια. Σταμάτησε μαξούς τ’ άλογο μπροστά τους και κατέβηκε. Σαν τον είδαν οι γυναίκες που μάλωναν, τσιούλωσαν ’πο το φόβο τους, γιατί ο Πύλιος ήτανε και δικός τους, λάλος της Φτέλιως και γαμπρός της Λάμπαινας. Κι αξάδερφος ακόμα άλλωνε γυναικώνε, που ’τανε μαζωμένες στον οβορό του Πάσκου. Τις αγριοκοίταξε ψίχα ο Πύλιος, κι ύστερα τις μάλωσε:

-Ντίπου ντροπή δεν έχετε, ορέ γυναίκες, τι μαζωθήκαταν εδώ και τσαμπουνάτε όλη την ώρα. Δεν έχετε νυχτέρι απόψε, δεν θα τράξετε το καλαμπόκι στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι. Κι η μαύρη καρτερεί να ιδεί προκοπή και χαϊρι από τε σας. Φορτοτήρα και ντουμπίτσι που σας χρειάζεται!

Τον σκιάχτηκαν τον Πύλιο και μπήκαν μέσα στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι οι γυναίκες, που ’τανε μαζωμένες στον οβορό του Πάσκου, ώσπου να μάσει η ώρα για το νυχτέρι εκείνης της χει­μωνιάτικης νύχτας στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι. Εκεί κάτω στον μέσα μαχαλά με τα σπίτια τα ψηλά. Βουβάθηκαν. Για το τράξιμο του καλαμποκιού μαζώθηκαν γειτόνισσες και συγγενολόι. Είχανε δειπνήσει γρήγορα στο σπίτι τους, και μπήκαν τώρα στο μαντζάτο της Κακωπαπαδιάς, όπου είχανε μαζωμένο το καλαμπόκι, από την βδομάδα που πέρασε, για τράξιμο. Η Κακωπαπαδιά τις καρτερού­σε να ’ρχονταν από τα ψες το βράδυ, μα αυτές Δευτέρα μέρα, είχαν πάει στο Κάστρο στο παζάρι, κι αληκοτήθηκαν στο δρόμο. Τις είχε πιάκει δυνατό γαζέπι, και δεν μπόρεσαν να ’ρθουν γρήγορα στην ώρα τους.

Έρθαν τη βραδιά αυτή στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι κι από το γειτονικό χωριό, για να βοηθήσουν στο τράξιμο του κα­λαμποκιού, η Γιώργη Τσιέπαινα, που την ήξεραν με το όνομα Κακωσωτήρα ή Μάλε Πέρα, η μάνα της Κώσταινας της νύφης της Κακωπαπαδιάς, η νύφη της Μάλες, η Νεόβα με την κοπέλα της τη Βάνθω, η Κατέρω του Προγονάτη, η Κόλη Πάναινα κι άλλες τεριαχατηνές γυναίκες.

Τις συντρόφευαν οι Γοριτσιώτισσες Γιώτη Λάγκοβα, Μήτρο Πάσκοβα, η Σήμω του Παπά, η Γιώργη Πάσκοβα, η Νακοτσέβαινα, κι άλλες χωριανές γυναίκες με τις κοπέλες τους. Κάθε μια κρατούσε και το γδάρτη της, ένα γερό και ίσιο σκόπι σαν σιούλι, χωρίς τζιόμπους.

Έκατσε κάθε μια στη σειρά της. Κι άρχισαν σε λίγο τη δουλειά τους, το μπαμ – μπουμ, ντρακ – ντρουκ στα στάκια του καλαμποκιού, και γιόμιζαν σπυριά όλες οι γωνιές του ματζάτου πέρα για πέρα. Και συνερίζονταν η μια την άλλη να την ξεπεράσει στη δουλειά. Κάθε μια που τέλειωνε το σωρό της, μάζευε τα τσιώκαλα και τα ’παιρνε στο σπίτι της, να τα ’χει για τη στια της, ν’ ανάβει το φούρο και τη γάστρα. Αυτά ήταν τα κόπια της.

Κι η Κακωπαπαδιά για να τις φχαριστήσει, τους έφκιανε καφέ, να μη τις πιάκει ο ύπνος, και τους τον έφερνε στην απλάδα, μαζί με το γλυκό. Και ύστερις από μια δυο ώρες τους έφκιανε και κάτσιες, κατσιπούρδες ή παπαδιές, όπως τις έλεγαν σ’ άλ­λα χωριά, στον κόσκινο πάνω στις φλόγες της στιας. Κι αυτές πετάζονταν κραχ, κραχ και γιόμιζαν τη γωνιά και το μπουργιάκο. Η Κώσταινα τις μάζευε στο μποξιά, και τις μοίραζε στις γυναίκες μέσα στο μαντζάτο.

Ξαπόσταιναν ψίχα ’πο το τράξιμο, έπιναν τον καφέ τους και μετάρχιζαν τη δουλειά τους με πλιότερη δύναμη κι ανάκαρα. Κι ύστερις, για να περάσουν οι ατέλειωτες ώρες του νυχτεριού, άρχιζαν οι γεροντότερες τις παλιές του τόπου ιστορίες. Μιλούσαν για κλεψιές από χαϊντούτες, πατήματα πλούσιων σπιτιών από Καστερούς και Κουρβελεσιώτες, πιασίματα γυναικώνε ’πο τους τούρ­κους μεσ’ στον κάμπο. Για χαλασμούς εκκλησιών και μοναστηριών ’πο καστερούς μπέηδες κι αγάδες, που ’θελαν να τα κάμουν λιβάδια για τα πρόβατα. Θυμόνταν ακόμα τους παλιούς τους κλέ­φτες, που ρήμαξαν τη Δερόπολη, εδώ κι ογδόντα χρόνια, τους Μπιρμπιλαίους, το Χαμήτ Γκούγκα, το Χατζή Γκομάρα κι άλλα, βλαστάρια, που χρόνια τόσα έβγαζε το Κουρβελέσι. Και τα θυμόνταν όλα με το νι και με το σίγμα η γιαγιά η Κακωπαπαδιά. Και τα ιστορούσε στις νιώτερες γυναίκες του χωριού, να ξέρουν οι μαύρες τι τραβούσαν στα χρόνια τα παλιά.

Δεν μπορούσαν ως τόσο να αστοχήσουν και τους κλέφτες,, που μπροστά λίγα χρόνια, στα 17, στον καιρό του ιταλικού, σκό­τωσαν πολλούς δικούς τους, κι άρπαξαν το βιος τους. Τους είχαν βάλει οι Ιταλοί εξεπίτηδες, για να τρομοκρατήσουν τη Δερόπολη, το Σιάκο Λάππα με τους κλέφτες του, που τρία ολάκαιρα χρό­νια ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των χωριών της Δερόπολης. Το Μεϊντή Φέτση, που τότες σύγκαιρα είχε σκοτώσει στο βουνό της Λευτοκαρυάς παιδιά από τα Φραστανολιούγκαρα, κι έκλεισε σπί­τια και έντυσε τις μανάδες με τις σίτες ανάποτα. Και τα θυμόν­ταν όλες τους. Όμως τα παλιά του τόπου βάσανα, στο τούρκικο, τα θυμόταν με το νι και με το σίγμα η Κακωπαπαδιά κι η Γιώργη Τσέπαινα, η Μάλε Πέρα, η μάνα της Τσιάντας του Τσιέπου, που την είχε παντρεμένη στη Γορίτσα, στης Κακωπαπαδιάς το σπίτι. Και τα στορούσαν οι γιαγιές, οι μπάμπες, τα παλιά, στις νιώτερες γυναίκες και στις κοπέλες τους, για να ξέρουν τι τράβηξαν χρόνια τόσα οι δικοί τους, στα χρόνια τα τούρκικα από τους καστερούς αγάδες, και τους κλέφτες του Κουρβελεσιού. Βα­ρύς βραχνάς χρόνια ολάκαιρα πλάκωνε τα στήθια τους. Φόβος και τρομάρα ολούθε.

Τις χειμωνιάτικες νύχτες στο νυχτέρι τέτοιες παλιές ιστο­ρίες μολογούσαν οι μπάμπες στις νιές. Έτσι δεν τους φαίνονταν η ώρα ατέλειωτη, κι η δουλειά γίνονταν ξεκούραστα. Κάθε βρά­δυ κι από μια τέτοια ιστορία. Στα Μεσόδρομα, θυμόταν το χει­μωνιάτικο εκείνο βράδυ η Μάλε Πέρα, ο Ρούσιο Μπεμπέτσης θέ­λησε να πιάκει την Τσεβή του Μάστορα, που ’τανε νιόνυφη, σαράντα μερών νύφη, άμα γύριζε ’πο τον κάμπο. Ο Λέος, ο άντρας της αληκοτήθηκε ψίχα πίσω, του ’χε πεδουκλωθεί η γομάρα στις φέρρες, κι έκατσε να την ξεπεδουκλώσει. Κι ώσπου να ’βγει ’πο τον τράφο ο Λέος, άξαφνα πετάχτηκε ’πο την κουμπουλιά ο Ρούσιος, το σκυλί. Αρέντεψε να χυθεί στην Τσεβή, που ’ταν ζαλωμένη με αντραΐδες, χραμπόρια και τσάκινα. Την άρπαξε ’πο το γκιόξι, να την πιάκει μέσα στον τράφο. Ήθελε να την τουρκέψει τη μαύρη. Η Τσεβή έβαλε τα γουριατά κι αντιστάθηκε. Ο Λέος, άμα άκουσε τις φωνές της Τσεβής, κατάλαβε. Θα βγήκε, είπε, ’πο καμιά μεριά ο Ρούσιος, το σκυλί, μια χραπ του κάνει, και βρέ­θηκε κοντά του. Ο Ρούσιος κρατούσε μαρτίνι και στη μέση στη ντάσκα του είχε κρεμασμένο και το κομπούρι του, σωστός φονιάς. Κι ο μαύρος ο Λέος ένα κοτσίλι είχε, που μ’ αυτό έβγανε με την Τσεβή τις λαψάνες στα χωράφια.

-Ντε, μω Ρούσιο, του κρένει ’πο κοντά, τι σόκαμε η Τσε­βή και θέλεις να την πιάκεις, δεν σο ’ρχεται κρίμα κι αχαμνά, που ’ναι η μαύρη και νιόνυφη; Γιαζίκ ’πο το Θεό, μω Ρούσιο!

Ο Ρούσιος μαζώθηκε. Σκιάχτηκε μη χτυπηθούνε και γένονταν φονικό στα Μεσόδρομα, την ώρα που οι ζευγίτες είχαν λύσει τα βόδια και γύριζαν στο χωριό. Δεν θέλησε να κάμει το κακό. Έκαμε σαν να μετάνιωσε. Γύρισε στο Λέο και του λέει:

-Όχι, μω Λέο, σιακά έκαμα, θέλησα να το σκιάξω ψίχα το Τσεβή, γιατί ’ναι πολύ μπούτσιουρο το διάολο. ‘Αι τώρα φευγάστε»

Κι έτσι στην τρίχα την γλύτωσε τότες η Τσεβή του Λέου από τα χέρια του ξεμπινιασμένου του Ρούσιου Μπεμπέτση, που ’χε σπίτι, καλύβες και χωράφια στο χωριό από τα παλιά τα χρόνια, σαν τούρκεψε εδώ και χρόνια η φαμίλια του, που κρατούσε από ρωμιούς τρεχατηνούς. Και μαζεύονταν στο σπίτι του Ρούσιου Μπεμπέτση του καστερού ολ’ η Τουρκιά, που γύριζε τότες στα χω­ριά. Κι εκεί είχαν γιατάκι οι κλέφτες, που ρήμαξαν τη Δερόπολη, οι Κουρβελεσιώτες κι οι Λιάμπιδες. Κι αυτός τους έκανε τον κολαούζο.

-Για το Ρούσιο μολογάς, μω μάλε, το θυμάμαι κι εγώ το σκυλί, – πετάζεται ’πο την άλλη τη μεριά η Γιώτη Λάγκοβα, – το σκυλί, τι λοβός και μουλωχτός που ’τανε. Ποια γυναίκα μπορού­σε να περάσει από το σοκάκι του. Και θυμήθηκε, εδώ και σα­ράντα χρόνια, και πλιότερο, τι φόβο και τρόμο είχε πάρει ’πο το μουλωχτό αυτό σκυλί του Κάστρου. Ήταν νιόνυφη και μπούτσιουρη, με τα χρυσαφικά που της είχε στείλει, με τις τραχηλιές και τις τετραμΐδες, ’πο την Πόλη, ο μαύρος ο νοικοκύρης της. Και του ’χε μπει στο μάτι του Ρούσιου. Κι όλωνε τους πήγαινε το μάτι, σαν την έγλεπαν στην εκκλησία την ώρα πο ’παιρναν αναφορά ’πο του παπά το χέρι, στο χορό, στ’ αλώνια, το Πάσχα στο μεσοχώρι, τις Απόκριες με τα προσώπεια. Ήθελε τη νιόνυφη να την πιάκει ο Ρούσιος και να την τουρκέψει. Κι απόλυνε τη νύχτα τα σκυλιά αρέντα στους δρόμους. Κι οι κλέφτες του, που τους κολάντριζε νύχτα μέρα μέσα στο σπίτι του, καστεροί χριστιανομάχοι, μοβόροι, μπαινόβγαιναν στην κούλα του, στον κά­τω μαχαλά, κοντά στου Μπαμπότσι τ’ αλώνι. Τι φόβο πήρε τό­τες η μαύρη η Γιώταινα ’πο τον ξεμπινιάρη το Ρούσιο. Καλά όμως την έπαθε στον καιρό του Ελληνικού, ’πο το Δήμο. Καλά το ’καμε ο Δήμος ο δάσκαλος. Να μη λιώσει το σκυλί εκεί, κοντά στην καλύβα του, που τον έθαψαν. Αυτά θυμότανε η Γιώταινα ύστερα από χρόνια.

Όλο για το Ρούσιο Μπεμπέτση γένονταν ο λόγος το βράδυ εκείνο στο τράξιμο του καλαμποκιού στης Κακωπαπαδιάς το σπί­τι. Οι πιο παλιές γυναίκες του χωριού τον θυμότανε το Ρούσιο, τον καστερό τύραννο του χωριού, που χρόνια πολλά βασάνιζε τους χωριανούς τους, και στο ήμορο και στο δέκατο και στ’ αγαλίτικο. Κι ήταν, όπως έλεγαν, ψηλός, μαυρής, με άσπρα ποτούρια, με μαρτίνι κρεμασμένο στον πλάτη και τη ντάσκα στη μέση τη ζώνη, γιομάτη ντουάνι, με το μουστάκι στριμμένο και τα μακριά άσπρα μανίκια του, που ανέμιζ’ άνω κάτω. Και κουρντίζονταν και κουρντίζονταν και αγριοκοίταζε, και κανέναν δεν σκιάζονταν ο μολυβοπαρμένος ο Ρούσιος. Και τα σοκάκια ακόμα και τα λιθάρια έτριζαν, σαν περνούσ’ ο Ρούσιος.

-Κι ήταν στ’ αλήθεια, σκυλί παραδομένο, όσες τον θυμού­μαστε, ακόμα τρέμομε ’πο το φόβο μας, – απολογιέται ’πο την πέρα την μεριά η Νάκο Τσέβαινα.

-Άμ’ που ’θελε μια μέρα στο δρόμο το παιδί του Ρούσιου να μου σφάξει και το Βασίλη, που γύριζ’ από το σκολειό, μεσ’ στο λάκκο του Κώτσιου, γιατί μάλωσαν, – λέει η Κακωπαπαδιά, – κι έβγαλαν τα κοτσίλια τους.

-Τό σκυλί, – επανέλαβαν όλες μαζί.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης