Δημοσία υπαλληλία

Δημοσία υπαλληλία

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Οι δημόσιοι υπάλληλοι επί τουρκοκρατίας στην περιφέρεια Αργυροκάστρου ήταν απ’ τ’ Αργυρόκαστρο, το Λιμπόχοβο ή τη Νεπράβιστα, όλοι ντόπιοι. Τρεις τέσσερες ήταν τούρκοι Ανατολίτες, οι υπάλληλοι των εμπιστευτικών θέσεων, ο Μουτεσαρίφης, ο Κατής, ο τηλεγραφητής. Ο τελευ­ταίος μάλιστα ήταν ο σπουδαιότερος και έπρεπε να δώσει, εγγύηση ή εις χρήμα ή εμπορική ή κτηματική.

Κάποια εποχή ο κατής ήταν Γιαννιώτης τούρκος, που ’ξερε άριστα τα ελληνικά.

Προσπαθώντας να επιβάλει σιωπή στο ακροατήριο χτυπούσε παλαμά­κια και εφώναζε με λεπτή και ευγενική φωνή:

– Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ!

* *

Οι ανώτεροι υπάλληλοι πληρώνονταν καλά. Οι κατώτεροι όχι καλά. Οι τελευταίοι μισούσαν τους χριστιανούς έμπορους, που είχαν πολλές δου­λειές. Συχνά λέγαν:

– Δεν φταίνε αυτοί ! Φταίει η Τουρκία, που άφηκε ελεύθερα τη γλώσ­σα τους. Εμείς δουλεύομε αυτοί ζούνε!

* *

Κάτι παρόμοιο από σημαντικό τούρκο ειπώθηκε και στα 1908, όταν χτύπησαν για πρώτη φορά οι καμπάνες των εκκλησιών.

– Τις άλλες καμπάνες τί τις κάνομε! (υπονοώντας τα σχολεία) κι απέ τούτες, άστες να βαράνε!

Οι ραγιάδες για να επιζήσουν, πολλές φορές έκαναν ένα μάτι γκαβό (στραβό) και ένα αυτί κουφό. Το ελληνικό στοιχείο της Ηπείρου όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε, μα με την πνευματική υπεροχή του και την εξυπνάδα του έφερε τους δυνάστες του πιο κοντά και τους περνούσε πολλές φορές στην υπηρεσία του, στο χουσμέτι του.

* *

Ήταν, είπαμε, ανακριτής στο Αργυρόκαστρο ο Μπετζιέτ Μπέης από το Λεσκοβίκι, γαμπρός του Χαϊντάρ Μπερούση. Υπηρέτησε στη θέση εκείνη κάπου εννιά χρόνια. Ρωμηό δεν έβαλε μέσα. Μια μέρα του διεμήνυσε ο Μουτεσαρίφης, πως υπήρχαν καταγγελίες, ότι στο σπίτι του Φάνε Αήτου ήταν κρυμμένα όπλα. Εις απάντηση ο Μπετζιέτ Μπέης εζήτησε να του σταλεί εγγράφως η παραγγελία και αρνήθηκε να πάει. Ταυτοχρόνως ειδο­ποίησε με έμπιστό του το Φάνε Λήτο να λάβει τα μέτρα του. Τελικώς ο Μουτεσαρίφης έστειλε ζαπτιέδες, που φυσικά δεν βρήκαν τίποτε.

* *

– Ο Νίκο Λαμποβίτης είχε μεγάλο μαγαζί στην Τσαμουργιά. Ήταν δυνατός και καλός μαζί. Οι τσιάμιδες καμάρωναν και ’θελαν πολύ να ήταν δικός τους.

– Μωρ κυρ Νίκο. Γίνου Τούρκος!

– Γίνομαι, – άλλα εμένα όταν με βάφτισε ο παππάς – ο Χριστός μ’ έπιασε από το μαλλί, ο Μωχαμέτης από πού θα με πιάσει;

Παρά τη βρισιά, που έκρυβαν τα λόγια του, δεν τολμούσαν να τον πειράξουν.

* *

Ο αγάς έχει πάρει έναν καούρη (χριστιανό) χουσμεκιάρη (υπηρέτη) που του κουβαλεί με το γομάρι την κοπριά.

Αφού τελειώσει ο καούρης τη δουλειά, πηγαίνει να πληρωθεί.

Ο αγάς:

– Με τι μου πότισες το γομάρι, με κρύο για με ζεστό νερό;

– Με κρύο!

– Να χαθείς παληοκαούρη θα μου κρυώσει το ζώο.

– Όχι αγά μου, με ζεστό!

– Ασιχ… παληοκαούρη, μου ’καψες το ζωντανό!

Με τον ψεύτικο θυμό του ο αγάς κερδίζει τη δούλεψη του ραγιά του.

* *

– Ο αγάς κατεβαίνει από την κούλα του, αφού κρέμασε στη σοφίτα την κάπα του για να δείχνει πώς κάπου κοντά είναι ο αφέντης και να ’χουν το νου τους οι ραγιάδες, και πάει στο τσιφλίκι να σεργιανίσει.

Βρίσκει εκεί, στο μποστάνι, τον τσιφτσή του να ποτίζει. Έχει ζέψει αυτός το γομάρι στο μαγκανοπήγαδο, του έχει κλείσει τα μάτια μ’ ένα μαύρο πανί κι εκείνο γυρίζει, ενώ το κουδούνι κρεμασμένο στο λαιμό του κουδουνίζει ρυθμικά.

Το νερό βγαίνει από το πηγάδι, πέφτει στη χαβούζα κι από κει στην αμπολή, όπου έχουν θεριέψει μέσα στις βραγιές της παχιάς γης τροφαν­τές κολοκυθιές και ντοματιές.

– Βρε καούρη, γιατί έχεις δέσει τα μάτια στο γομάρι;

– Αγά μου, πολλά τα έτη σου. Άντας τον ζεύω του δένω τα μάτια, του δίνω δυο – τρεις βιτσιές, εκείνο νομίζει, πως είμαι πίσωθέ του, τρέχει κι όλο τρέχει. Έτσι κάνω και καμιά δουλειά. Άντας κουραστεί και σταματήσει, για να ξαποστάσει, δεν ακούω το κουδούνι, ματασηκώνομαι και του δίνω δυο – τρεις βιτσιές. Η πειστική αυτή εξήγηση φαίνεται να μη ικανοποίησε τον αγά, γιατί πάλι ξαναρώτησε.

– Και αν, βρε καούρη, το γομάρι σταματήσει, αλλά κουνάει το κεφάλι του, δε θα βαράει το κουδούνι του;

– Αμ, αγά μου, αν ήταν τόσο έξυπνο το γομάρι, θα ’ταν αυτό αγάς και συ θα γύριζες το μαγκάνι!
* *

Ο Βάσος Κακαράντζας, ένα λεβεντόπαιδο, δούλευε για θελήματα σε τρεις αγάδες από μικρό παιδί. Για την τιμιότητά του είχαν να κάνουν οι αφεντάδες του. Όμως η ομορφιά του έβαλε σε πειρασμό τις χανούμισσες και έπαθε ο,τι έπαθε ο Ιωσήφ της Βίβλου από τη γυναίκα του Πετεφρή. Μια απ’ αυτές τον κατέδωσε στον άντρα της, και αυτός απεφάσισε να τον ξεκάμει.

-Έλα Βάσο να πιεις ρακί, ένα σου και ένα μου, τον μέθυσε και άρχισε να τον τρυπάει, αναίσθητον, με την κάμα του. Όλη νύχτα ακούγονταν οι φωνές και οι Βαροσινοί ανατρίχιαζαν, μα ποιος τολμούσε να τρέξει για βοήθεια; Οι άνθρωποι του αγά τον έβαλαν στο σακί, πεθαμένο, και τον έριξαν στο Δρίνο. Εκεί τον βρήκαν την άλλη μέρα οι Λιουντζιώτισσες, που ερχόταν στο παζάρι του ’Αργυροκάστρου.

Ούτε η αρετή δεν έσωζε τους χριστιανούς από τα νύχια των αγάδων.

Ύστερα από χρόνια αρρώστησε ο αγάς.

Στο παραλήρημά του άργειε να βγει η ψυχή του και φώναζε:

-Ο Βάσος δεν μ’ αφήνει!

Γιώργος Μύτιλης