Δημόσια ασφάλεια

Δημόσια ασφάλεια

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Από το βιβλίο ΗΠΕΙΡΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΚΑ

Τρίτο μέρος

Ληστεία στο σπίτι του Ζάππα

Στα χρόνια της αζαπιάς (αναρχίας) καμιά ασφάλεια δεν υπήρχε. Μόνο οι φτωχοί είχαν ασφάλεια ζωής και περιουσίας.

Μια νύχτα το Λάμποβο του Ζάππα βρέθηκε κυκλωμένο από Λιάμπιδες ληστάς. Πιάσαν όλα τα πόστα και σε κάθε πόρτα σπιτιού βρέθηκαν από δυο άνδρες για να αποκλείσουν την έξοδο των χωριανών. Η κύρια δύναμη είχε συγκεντρωθεί στο σπίτι των Ζαππαίων, που η πόρτα του τραν­τάχτηκε από τα χτυπήματα. Πριν προλάβει ν’ ανοίξει η Κυρά, αδελφή του ευεργέτου Ευαγγέλη Ζάππα, η πόρτα είχε υποχωρήσει στις τσεκουριές και δέκα λησταί ανέβαιναν τις σκάλες αρματωμένοι σαν αστακοί. Η γριά Ζάππα μάζεψε ό,τι πολύτιμο είχε σε φλουριά, προτού ανεβούν, και τα έβα­λε κάτω από το μαξιλάρι της λεχώνας νύφης του γιου της. Κι όταν εκείνοι σπάζοντας τις πόρτες των δωματίων της ζήτησαν να τους δώσει τα φλου­ριά, διότι αλλιώς το τηγάνι με το λάδι μπαίνει στη φωτιά εκείνη με ετοιμότητα απήντησε:

– Εγώ θα σας δώσω ό,τι θέλετε, εμένα σκοτώστε με, αλλά μη μου πειράζετε τη λεχώνα.

Σεβάστηκαν τη λεχώνα, δεν πείραξαν τίποτε μέσα στο δωμάτιό της, μα ξεγύμνωσαν όλο το άλλο σπίτι. Φόρτωσαν όλο το βιος σε άλογα και ’φυγαν.

Η άμοιρη Κατερίνα Ζάππα

Μια νύχτα ο Σιέμο Χαϊντούτης, διάσημος ληστής για την ωμότητά του, πάτησε με τη συμμορία του το χωριό Τρεμπούκι. Εκεί διέμενε ο ιατρός Καραγιάννης, φημισμένος για τον πλούτο του. Η γιαγιά του ιατρού ήταν ανιψιά των Ζαππαίων, η περίφημη Κάτο (Κατερίνα). Κατά το σύστημά τους έσπασαν την εξώπορτα με το τσεκούρι, μπήκαν μέσα και βρήκαν την Κάτο Ζάππα ανεβασμένη επάνω σε μια κασέλα με το τσεκούρι στο χέρι. Μέσα στην κασέλα είχε κρυμμένον τον οικογενειακό τους θησαυρό. Έγινε πάλη μεταξύ τους και η ηρωική μα άμοιρη γυναίκα επλήρωσε με το κεφάλι της την αντίσταση.

Εντωμεταξύ είχε πάρει είδηση όλο το χωριό και βγήκαν οι Τερμπουκιώτες, άνδρες και γυναίκες και πήραν τους ληστάς με τις πέτρες. Ένας Τερμπουκιώτης, ο Νίκο Τέφας, άδραξε τον τσιφτέ του και εσκότωσε τον αρχηγό της συμμορίας Σιέμον.

Να το δημοτικό τραγούδι, που αναφέρεται στην περίσταση και η πιστή, μετάφρασή του:

Τέ Στοϋνε άτι νέ ντάρκε
βάτε Σιέμουα μέ σπάτε
Ώ Κάτο, νένα παράτ
Κάτουα χίπι νέ καρτσέλε
με γιαταγάνε ε θέρε
Νίκουα κούρ μόρι χαμπέρ
Τσπέϊτ μπίμενι τσιφτέν
Νοδ τι ζέ Σιέμος στέκν
Βράβε νιε πεντάρ γκρούα
τού χοδ κόκα νέ προύα
Τερμούκι νιε φσιάτ ί πάκ
Μπούρα τρίμα έ τρίμα γκράτ
Ντούαλ τί γκιθ με σπάτε.

Το Σάββατο εκεί κατά το βράδυ
πήγε ο Σιέμος με το τσεκούρι
-Ω Κάτο, δώσε μας τα χρήματα
Η Κάτο ανέβηκε στο σεντούκι
με γιαταγάνι την έσφαξαν
Ο Νίκος όταν πήρε είδηση
Γρήγορα φέρτε μου το δίκανο
Θα του πιάσω του Σιέμου το στέκι
Σκότωσες μιας πεντάρας γυναίκα
Σου ρίχτηκε το κεφάλι στο ρέμα
Το Τρεμπούκι ένα χωριό μικρό
Παλληκάρια οι άνδρες και οι γυναίκες
Βγήκαν όλοι με τα τσεκούρια.

Χειμαρριώτες και Κουρβελεσιώτες

Τα εφτά χωριά της Χειμάρρας (μπρέγκου ι ντέτιτ – ο λόφος της θά­λασσας) είναι η Χειμάρρα, Κηπαρό, Κούδεσι, Βούνο, Δρυμάδες, ΙΙαλάσσα, Πήλιουρι. Η μεγάλη οικογένεια των Σπυρομηλαίων είχε παλιότερα συμ­πεθεριό με τους Ντατσαίους, μουσουλμάνους του Κούτσι. Και οι Χειμαρριώτες Κιουρκαίοι από το Πήλιουρι είχαν ξαδέρφια τους μουσουλμάνους Θωμάρηδες στο Κούτσι.

Μα αν οι Λιάμπιδες ήταν σκληροί, στους Χειμαρριώτες βρήκαν το μάστορή τους. Κλέβαν ένα τραγί οι Κουρβελεσιώτες στη Χειμάρρα. ΙΙαίρναν δυο τραγιά οι Χειμαρριώτες στο Κουρβελέσι. Κλέβαν ένα κατσίκι οι Κουρ­βελεσιώτες, παίρναν ένα βόδι οι Χειμαρριώτες. Κάναν ένα φόνο οι Κουρβε­λεσιώτες, ανταποδίναν με δυο οι Χειμαρριώτες. Στο τέλος είδαν οι Κουρβε­λεσιώτες πως δεν ήταν επιχείρησις αυτή. Συνεννοήθηκαν, βάλανε τους γερόντους κριτάς από τη μια κι από την άλλη μεριά και η διαμάχη έπαψε.

Στον Άσπρο μύλο της Λεσνίτσας

Ένας από το ΙΙρογονάτι ξεχείμαζε τα πρόβατά του στα λιβάδια της Γέρμας του Δελβίνου. Η ποινική του κατάσταση ήταν γνωστή σε τριάντα τρία ειρηνοδικεία της περιφερείας.

Όλα τα κοπάδια στις μετακινήσεις τους, από τα βουνά στα χειμαδιά και αντίθετα, έπρεπε να είναι εφοδιασμένα με σχετική άδεια, από την οποία θα φαινόταν η φορολογική κατάσταση του κοπαδιού, το τζελέπι.

Αλλά, ο άνθρωπός μας ποτέ στη ζωή του δεν σκέφθηκε να δώσει. Σαλαγώντας το κοπάδι έρχεται στον Άσπρο μύλο της Λεσνίτσας.

Οι μυλωνάδες είχαν αλλάξει βάρδια κι είχαν κρεμάσει τα πλυμένα ποτούρια (παντελόνια) τους στα κλαριά για να στεγνώσουν.

Τι Προγονατινός θα ήταν, αν δεν έπαιρνε δυο κρεμασμένα ποτούρια., άφωνα στην ερημιά, που δεν τον έβλεπε κανένας;

Τον συναντάει η κοσιάδα στο δρόμο.

-Έχεις άδεια;

– Την έχει ο φίλος μου παρά πίσω.

Αυτά όμως, δεν περνάνε στην άγρια κοσιάδα. Γραμμή για το Δέλβινο κοπάδι και παραβάτης.

Στο δρόμο από ερώτηση σε ερώτηση, του βρίσκουν απάνω του και πι­στόλι. Του εντίμου ανθρώπου τ’ αδικήματα έγιναν δύο.

Στο Δέλβινο ταλαιπωρήθηκε ώρες, όπως ταλαιπωρούνται όλοι όσοι έχουν με τη δικαιοσύνη δοσοληψίες.

Εκεί κατά το απόγιομα δυο άνθρωποι ήρθαν και κατήγγειλαν στο δι­καστήριο, ότι τους κλέψαν τα πράγματά τους στον Άσπρο Μύλο της Λεσ­νίτσας.

-Έτσι κι αλλιώς, περιγράψαν εκείνοι.

  -Μήπως είναι αυτά;

Και τους ’δειξαν τα κατασχεμένα του ΙΙρογονατινού.

Έτσι του καθίζουν και τρίτη μήνυση: Των υποκειμένων αυτών η υπεράσπιση ήταν δύσκολη, ύστερα από το πλούσιο μητρώο τους. Μα και του δικαστηρίου η δουλειά ήταν σοβαρή και δύσκολη. Έκαναν εξαντλητική ανάκριση για να μη σκεπάζουν οι γνωστοί κλέφτες καινούργιους άγνωστους, που φύτρωναν στην περιοχή, παίρνοντας επάνω τους όλες τις κλοπές με μια αβασάνιστη απόφαση.

Ησυχία σ’ όλο το βιλαέτι…

Ο Τσίλε (Βασίλη) Μπροντάνης είχε χάνι στην Ερσέκα, στο όποιον ξημέρωναν οι κιρατζίδες (αγωγιάτες) πο ’καναν το δρόμο Άγιοι Σαράντα – Κορυτσά. Όπως ήταν η συνήθεια, το απόγεμα της Τετάρτης προς την Πέμπτη, ήρθε το μεγάλο καραβάνι και τα ζώα ξεφόρτωναν. Πάνω στην κουβέντα ρώτησαν τον χαντζή οι αγωγιάτες: -Πως ήταν τα πράγματα από απόψεως ασφαλείας. Αυτός τους απήντησε «ότι βασιλεύει ησυχία σ’ όλο το Βιλαέτι». Προτού βραδιάσει οι αγωγιάτες πιστεύοντας τη διαβεβαίωση του χαντζή άρχισαν να φορτώνουν πάλι τα ζώα για να πάνε να ξημερωθούν σε κανένα λιβάδι, αφού έτσι θα γλύτωναν τα έξοδα και τα χανιάτικα.

Τότε κατάλαβε την γκάφα του ο Τσίλες και έπρεπε παντί σθένει να δη­μιουργήσει μία κατάσταση σε τρόπον, ώστε να παραμείνουν στο χάνι, του οι αγωγιάτες. Τους ρωτάει λοιπόν με τη σειρά του τι νέα είχαν από τα μέρη, που ερχόταν, πως πήγαινε η κατάσταση εκεί.

Στη συζήτησι επάνω τους λέγει ότι στην επαρχία της Κολιώνιας φόνοι δεν γίνονται από τους κακοποιούς, παρά μόνον κλοπές άλογων και μουλαριών και τους αράδιασε (ορισμένα ονόματα γνωστών κιρατζήδων, που είχαν κλεφτεί τα ζώα τους.

Κοίταζαν ο ένας τον άλλον οι αγωγιάτες και συνεννοούντο με ματιές για το τι έπρεπε να κάμουν. Αλλά και ο Τσίλες με την άκρη του ματιού του τους παρακολουθούσε.

Σ’ αυτό το σημείο παρουσιάζεται ο ψυχογιός του δασκαλεμένος από τον ίδιον:

«Αφεντικό! έμαθες ότι χθες το βράδυ στο λιβάδι της Στάριας, που ’χαν κονέψει οι αγωγιάτες του Τεπελενίου, κλέψανε δύο μουλάρια και ένα άλογο;».

– Αυτά συμβαίνουν εδώ! – του απήντησε ο Τσίλες – και να κάμομε ντουβά (ευχές) που δεν γίνονται φόνοι και μεγάλες ληστείες.

Κατατρομάξανε οι αγωγιάτες και κοιμήθηκαν στο χάνι από το φόβο τους. Από τότε, όταν τον ρωτούσαν τον μακαρίτη Τσίλε τι νέα έχομε; Απαντούσε:

«Ησυχία σ’ όλο το βιλαέτι, έκτος που μουλάρια και άλογα χάνονται και δεν βρίσκονται τα ίχνη τους».

Πάει το Πωγώνι, πάει, ο πλούτος της Πόλης

Και οι Βοστινιώτες τούρκοι είχαν ντεουντερτζίδες Λιάμπιδες για να τους φυλάνε.

Και ήταν έδρα καϊμακάμη η Βοστίνα με πλούσιους και σημαντικούς τούρκους. Έδρα επίσης μονοπωλίου. Εκεί ειρηνοδίκης, εισαγγελεύς, καϊμακάμης (υποδιοικητής) ανακριτής, ζαπιτάς (υποδιοικητής χωροφυλα­κής). Ογδόντα χωριά είχαν δοσοληψίες. Ερχόταν όλο το Πωγώνι κι ακόμη από τη Δερβιτσάνη της Δροπόλεως. Όλος ο πλούτος του ταξιδεμέ­νου Πωγωνίου καταστάλαζε στη Βοστίνα. Όταν οι έλληνες στα 1913 πήραν το Πωγώνι, ο Καραφίλης στο Αργυρόκαστρο χτυπιόταν.

– Πήραν οι Έλληνες το Παγώνι; Πήραν τον πλούτο της Πόλης!

Μα τα ελληνικά στρατεύματα φτάσαν και στο Αργυρόκαστρο και τότε οι ραγιάδες, που τον καιρό της σκλαβιάς δέχονταν τις βρισιές των τούρκων και ’καναν ένα αυτί κουφό κι ένα μάτι γκαβό ξεθαρρέψανε. Ήταν τότε που ο Σπύρο Φείδης στο Αργυρόκαστρο έπιασε τον Καραφίλη από τα μουστάκια. Ο τελευταίος έσκασε από τη ντροπή του, μέσα σε μια βδομάδα!

Ο πολύς Μπεκήρ Εφεντής της Βοστίνας έσκασε σε είκοσι τέσσερες ώρες μετά το μπάτσο, πού έφαγε από τον Κολοβό.

* *

Ο Μπαϊράμης από το Πλεσσάτι έφερνε στο Αργυρόκαστρο τακτικά ξύλα. Κλέφτης διάσημος ο ίδιος, αφού πουλούσε τα ξύλα του δεν αποχωρίζονταν το μουλάρι του, μα το έσερνε από μαγαζί σε μαγαζί, όπου ήταν ανάγκη να ψωνίσει, βαστώντας το από το καπίστρι. Φοβόταν να το αφήσει σε χάνι για να μη του το κλέψουν!

* *

Ο Ιμέρ Αλίκου από το Ζουλιάτι, μάστορας της αλογοκλοπής, όταν έπεφτε στα χέρια του άλογο, του ’βαζε καινούργια γκέμια, ωραίο χρωματι­στό χεϊμπέ (δισάκκι), βελέντζα κι αστραφτερά ζεγκιά. (σκάλες) κι απάνω στο μαξιλάρι περνούσε καβάλα καμαρωτός, οδηγώντας το στο Αργυρόκα­στρο, στα γιατάκια (πράκτορές του).

Οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι του κλεμμένου ζώου, θαμπωμένοι από την εμφάνιση έλεγαν με θαυμασμό χωρίς να το αναγνωρίσουν:

– Α τι ωραίο άλογο!

Το σχολείο του Χλωμού πολιορκείται

Οι άνθρωποι του Νεγκίπ ΙΙασιά του Λιμποχόβου, ο Τσατσάν Μπάσιας από το Προγονάτι με άλλους πήγαν ένα πρωί με το έβγα του ήλιου στο χωριό Χλωμό. Μπλοκάραν το σχολείο, που ήταν μαζεμένα τα παιδιά του χωριού και γκαζώσαν αυτό γύρω-γύρω, πόρτες και παράθυρα με πε­τρέλαιο. Πήραν δια της βίας τον παπά – Αντώνη και τον ’καναν τελάλη. Οι γυναίκες, που δούλευαν στον κάμπο, ακούνε έντρομες τις φωνές και γυ­ρίζουν στο χωριό. Τι να ιδούν; Τους Λιάμπιδες με τις κάμες στα χέρια κι έτοιμους να βάλουν φωτιά, αν δεν πληρωθούν. Επενέβησαν μερικοί γερόντοι. Επενέβη το Ελληνικό Προξενείο Αργυροκάστρου. Έδωσε 30 εικοσόφραγκα κι έτσι λύθηκε ή πολιορκία του Σχολείου.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης