Δημόσια ασφάλεια

Δημόσια ασφάλεια

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Από το βιβλίο ΗΠΕΙΡΟΣ , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΚΑ

Δεύτερο μέρος

 Ντεουντερτζίδες – Κεμπόρ – Μπεξίδες.

Σε κάθε αρχοντικό σπίτι της Λιούντζης (Λιουντζουριάς) είχαν κι από ένα Λιαπάκι για χουσμεκιάρη (υπηρέτη) αφενός, αφετέρου με το σκοπό να κερδίσουν την εύνοια ισχυρών Λιάμπιδων.

Οι Λιάμπιδες πάλι από τη μια μεριά έδιναν τα παιδιά τους και χόρ­ταιναν ψωμί στα Λιουντζιώτικα σπίτια και από την άλλη είχαν τέλειους κατασκόπους μέσα στα χριστιανικά χωριά και κατασκόπευαν την διακίνηση του πλούτου της Λιουντζουριάς.

Η σιωπηρή και άγραφη αυτή σύμβαση πότε ωφελούσε τους μεν, πότε, τους δε.

Στα χωριά της Λιουντζουριάς παίρναν από τη Λιαμπουργιά ντεουντερτζίδες (φύλακες), ένα είδος προστάτου γενικής προστασίας και προφυλάξεως για όλο τό χωριό από κακοποιούς και ληστάς της εποχής εκείνης.

Στη Ζαγοριά τους λέγαν κεμπόρ.

Ο Σάκιο Κόρδας από το Προγονάτι ήταν ντεουντερτζής στο Κεστοράτι.

Όταν εμφανίστηκε στο Κεστοράτι, εδήλωσε ότι από σήμερα, μπορεί το χωριό να κοιμάται με τις πόρτες ανοιχτές. Έκαμε με το Βίτο Ζωγρά­φο τη συμφωνία για λογαριασμό όλου του χωριού, το ρόγιασμα. Το βράδυ του όρισαν το κονάκι του μέσα στο κτίριο του Ζωγραφείου Διδασκαλείου, όπου θα ’μενε. Παρατήρησε ότι οι πόρτες του φαίνονταν… αδύνατες! Η παρατήρηση αυτή στενοχώρησε πολύ τον αείμνηστο Ζωγράφο, διότι οι πόρτες του διδακτηρίου όχι μόνο ήταν γερές και δυνατές, γερότερες και δυ­νατότερες όλου του χωριού κι όλης της Λιούντζης, μα διότι κατάλαβε ότι η κουβέντα του νέου ντεουντερτζή έκρυβε νόημα. Βαστούσε πισινή για οτιδήποτε θα συνέβαινε στο μέλλον.

Για ντεουντερτζίδες, φυσικά, διάλεγαν γνωστά παλληκάρια της Λιαμπουργιάς, που είχε προχωρήσει η φήμη της παλληκαριάς τους μπροστά απ’ τον ερχομό τους.

Οι ανδρείοι όμως είχαν και τα θύματα της φήμης τους, ανθρώπους που είχαν δείρει, που είχαν βλάψει, συγγενείς ανθρώπων, που είχαν σκο­τώσει. Όλοι αυτοί ήταν εχθροί των ντεουντερτζίδων και πολλές φορές συνασπίζονταν και πέφταν στο χωριό, που φύλαγε και ή κακοποιούσαν και εν ανάγκη σκότωναν τον ίδιον, κλέβαν ή και σκότωναν στο χωρίο του για να σπιλώσουν τη φήμη του και να τον εξευτελίσουν. Πολλές φορές λοιπόν ήταν πρόβλημα να διορίσουν ένα τέτοιο υποκείμενο.

Έκτος από τους ντεουντερτζίδες ήταν και οι μπεξίδες (δραγάτες) φύλακες των κτημάτων και οι τσιομπάνοι, όλοι ανεξαιρέτως από τη Λιαμπουργιά. Και μ’ αυτούς η συμφωνία γινόταν χρονικίς.

Στη συμφωνία με τον τσιομπάνη αναφερόταν ρητά, ότι έπρεπε το βράδυ να φέρνει σώα κι ακέραια τα ζώα, ειδεμή σε περίπτωση ατυχήματος να φέρει πειστήρια, ένα μέλος του σώματος λυκοφαγωμένο, πόδι, κεφάλι, λίγο τομάρι μισοφαγωμένο. Αν έπεφτε το ζωντανό και σκοτωνόταν, έπρεπε το βράδυ να το φέρει ακέριο.

Είναι ευκολονόητο όμως, ότι τέτοια πειστήρια εύκολα κατασκευάζονταν από τους τσιομπάνους, που πουλούσαν το κρέας και φέρναν τα τομάρια.

Κάποτε χανόταν κανένα μουλάρι ή κανένα άλογο, που το κλέβαν Λιάμπιδες. Ένα μουλάρι κόστιζε οχτώ λίρες κι έδενε τα χέρια τού χωριάτη.

– Οσμάν! – μου πήραν το μουλάρι.

– Θα σ’ το βρω εγώ.

Σε πέντε – δέκα μέρες το μουλάρι ξέφευγε από τα χέρια του κλέφτη και με το αλάθητο ένστικτο του ζώου, ύστερα από περιπλάνηση ημερών γύριζε στο χωριό. Τα κατάφερνε και το μάζευε ο Οσμάν και αχαμνό, ξεπετάλωτο και ξεσαμάρωτο από τις πορείες το έφερνε στο αφεντικό του. Έπαιρνε ο Οσμάν δέκα μετζήτια, που…το βρήκε!

Ζωοκλοπή – Αλογοσούρτες.

Η ζωοκλοπή ήταν μάστιξ της περιοχής. Μαστόροι της ζωοκλοπής ή­ταν Λιάμπιδες και Τσιάμιδες. Για κάθε ζώο, πού χανόταν, οι υποψίες έπρεπε να εντοπισθούν στις δύο αυτές περιοχές. Η προτίμηση προς τα ζώα είναι αυτονόητη, γιατί αυτά περπατούνε κοντά στον κλέφτη και δεν δίνουν καμιά υποψία.

Οι ζωοκλέφτες ήταν γνωστοί. Άπιαστος κλέφτης όμως, καλός νοικο­κύρης. Είχαν και οργανωμένο δίχτυο μεταξύ τους. Δεν κλέβαν στην πε­ριοχή τους, για να μη γνωρίζονται τα ζώα.

Ένας Τσιάμης ξεκινούσε απ’ το χωριό του της Τσιαμουργιάς και πή­γαινε στο Προγονάτι της Λιαμπουργιάς. Ήταν κατατοπισμένος από τον Λιάμπη του Προγονατιού τι θα κλέψει και από πιο χωριό, ποια ώρα και σε ποιο μέρος. Στην επιστροφή έχει καβαλήσει κιόλας το άλογο ή σέρνει το βόδι με το σχοινί δεμένο από τα κέρατα και πεζοπορεί ώρες και μέρες για να φτάσει στον τόπο του. Με την πράξη αυτή είναι χρεωμένος στο φίλο του το Λιάμπη και πρέπει να βρει τον τρόπο, ώστε κι εκείνος να πάρει ανάλογης αξίας ζώο από την Τσαμουργιά.

Αυτοί ήταν οι φοβεροί αλογοκλέφτες, που σου κλέβαν τ’ άλογο μαζί με το καπίστρι, σε μια στιγμή που εσύ αφηρημένος παζάρευες ν’ αγοράσεις κάτι στο παζάρι του Λιμποχόβου ή του Αργυροκάστρου.

Κάποτε είχαν κλεφτεί κάτι βόδια. Ο φοβερός Ισούφ Τζέκος έστειλε ένα ζαπτιέ από τη Λιούγκαρη της Δρόπολης, τον Πέτρο Νούφη με την κοσάδα του να ψάξει να τα βρει. Ψάχνει από χωριό σε χωριό ο άξιος ζαπτιές και τα βρίσκει στο Δέλβινο, μα σφαγμένα. Πιάνει τον κλέφτη. Τον ντύνει με το δέρμα του βοδιού και τον φέρνει στ’ Αργυρόκαστρο.

Και ο Χαρτζάβαλος είχε ανακαλύψει κλεμμένα βόδια στο Δέλβινο.

Να θυμηθούμε εδώ την θρασύτητα του βοϊδοκλέφτη Ερμού και την ανακάλυψη των βοδιών απ’ τον Απόλλωνα με τη μαντική του δύναμη στο πέρασμα του Αλφειού, όπως αναφέρεται στον Ομηρικό ύμνο;

Όρια αυτοδικίας και δικαιοσύνης.

Ο Χατζή Λατίφ ήταν αρχηγός της καταδιώξεως στο Ζαγόρι. Κάποτε είχε πιάσει μερικούς Λιάμπιδες ληστάς, απ’ αυτούς που λυμαίνονταν μό­νιμα το Ζαγόρι. Ύστερα από πολλές περιπέτειες τους οδήγησε στο δικα­στήριο, μα αυτό, εκεί που περίμενε την καταδίκη τους, τους αθώωσε. Ο Χατζή Λατίφ άκουσε με οργή την απόφαση. Σηκώθηκε και βγήκε έξω στην πόρτα και περίμενε τον εισαγγελέα.

– Εγώ βάζω το κεφάλι μου στο ντουρβά! – τού λέει. -Και συ τους αθωώνεις;

Και τον εσκότωσε.

Οι Αρβανίτες είχαν συγκεχυμένα τα όρια δικαιοσύνης και αυτοδικίας.

Τι τους χώριζε;

Ένας ζαπτιές (χωροφύλακας) από τη Νιβίτσα συναντάται, ερχόμενος από υπηρεσία μόνος και οπλισμένος σ’ ένα υψίπεδο, απογευματινές ώρες, με τον διάσημο ληστή αγά Μαλίκ Κέρη. Γνωρίζονταν καλά μεταξύ τους. Θα περίμενε κανείς να ξεκοιλιάσει τουλάχιστον ο ένας τον άλλον. Δεν συμ­βαίνει τίποτε τέτοιο. Να ο διάλογός τους, που είναι μαζί και χαιρετισμός.

-Κου γιέ ο ι νάτες; = Που είσαι, ω υιέ της νύχτας, ω κλέφτη της νύχτας;

Απαντάει ο Μαλίκ Κέρης:

-Κου γιέ ο ι ντίτες; = Που είσαι ω υιέ της ημέρας, ω κλέφτη της ημέρας;

Ντεουντερτζίδες Αργυροκάστρου.

Τη συνοικία Βαρόσι του Αργυρόκαστρου φυλάγαν Σπαχίδες από τους Καλαντζίδες, Μούσα Καλαντζής και τα παιδιά του, Γιονούζ και Ρεφάτ Καλαντζής. Τις υπόλοιπες χριστιανικές συνοικίες εφύλαγε ο Ρακίπ Μίτσκας. Οι Τούρκοι φυσικά δεν είχαν ανάγκη να τους φυλάγει κανείς.

Το Λιμπόχοβο το φύλαγε ο Σεχ Μουαμέτης από την Κολιώνια του Αργυροκάστρου. Τη Λιουντζουριά τη φύλαγε ο Μπαριάμ Χόντος από το Γκολέμι.

Το Αργυρόκαστρο κλειούσε τότε με πόρτες τη νύχτα.

Για καλό και για κακό τους δυνατούς χριστιανούς, για να μη τους έχουν αγκάθι τους εξαφάνιζαν μέσω των αγάδων του Τεπελενίου.

Άνθρωποι αυτών πέφταν μια νύχτα και αρπάζαν ένα – ένα. Τους οδηγούσαν στο Τεπελένι και αφού τους ξεπουπούλιζαν, τους έριχναν στις καταπακτές των σπιτιών τους, που επικοινωνούσαν με τον Αώο και από εκεί πήγαιναν στο μακρινό και αγύριστο ταξίδι και έτσι η δημοσία ασφάλεια δεν είχε πια αφορμές να διαταράσσεται!

Οι αγάδες του Τεπελενίου είχαν τους φοβερούς Τσεκάτες στο Αργυ­ρόκαστρο, πράκτορες και τροφοδότες τους. Τα σπίτια των Τσεκάτων ήταν αληθινά φρούρια με πολεμίστρες και με δυο πόρτες. Από τη μια έμπαιναν οι έντιμοι άνθρωποι και από την άλλη έβγαιναν οι λησταί. Όλα αυτά μακριά από τα περίεργα μάτια των γυναικών, που τις είχαν περιορισμένες για λόγους ασφαλείας, γιατί οι γυναίκες είναι από τη φύση φτιαγμένες να μη κρατούνε μυστικά, κατά τη γνώμη τους.

Από χέρι σε χέρι.

Ο Σιούλας είχε μεγάλο κατάστημα στην Επισκοπή. Ανέβαινε όλη η Δρόπολη κι εψώνιζε. Ο Ασλάν Τζέκος αρχηγός της καβαλαρίας στη Σούχα εφθόνησε το βιος του Σιούλα. Μια νύχτα πάτησε την Επισκοπή και το εσήκωσε όλο. Ο Σιούλας έμεινε θεόφτωχος μέχρι το 1913. Όταν τα ελληνικά στρατεύματα είχαν καταλάβει την περιοχή, επωφελήθηκε της ευκαιρίας, μάζεψε όλα τα πρόβατα του τεκέ του Αργυροκάστρου και τα οδήγησε στην Επισκοπή. Είχε πάρει το δίκιο του. Το πράγμα όμως δεν κρά­τησε πολύ, γιατί με την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων του τα πήραν πάλι.

Καιρός για πλιάτσικο.

Στα γενέθλια του Χαμίτ και ενώ το Αργυρόκαστρο ήταν φωταγωγημένο κατά τον παλιό εκείνο τρόπο φωταγωγήσεως, δηλαδή στάχτη και πετρέλαιο η Λιαμπουργιά νόμισε πως σηκώθηκε το Ρωμαίικο, όταν από μακριά είδαν τον καταυγασμένο από φως ουρανό του Αργυροκάστρου. Καιρός λοιπόν για πλιάτσικο. Συνεννοήθηκαν όλα τα χωριά του Κουρβελεσίου με ντουφεκιές και πλακώσαν δια νυκτός στο Αργυρόκαστρο. Κρατού­σαν στα χέρια τους τσεκούρι, σακί και τριχιά για να σώσουν την πόλη! Ξαφνιασμένοι οι Καστρινοί ρωτούν την εμπροσθοφυλακή, που ζύγωσε στα κράσπεδα της πόλεως.

– Χαίρ όλα! Τί χαμπάρια. Τί έχομε;

– Νομίσαμε πώς σηκώθηκε το Ρωμαίικο κι ήρθαμε.

Τους έβαλε μπροστά το ιππικό και γύρισε πίσω τους αυτοκλήτους αυτούς σωτήρας.

Λησταί και ληστοτρόφοι.

Οι Λιάμπιδες λησταί είχαν γιατάκια (πράκτορες) στο Αργυρόκα­στρο. Και οι Καστρινοί αγάδες με τη σειρά τους χρησιμοποιούσαν τους Λιάμπιδες ως όργανα και εξαφανίζανε τους αντιπάλους τους, είτε τούρκοι ήταν αυτοί είτε χριστιανοί. Οι ξενοδόχοι πάλι του Αργυροκάστρου συχνά γινόταν σπιούνοι και γνώσται της κινήσεως των πλουσίων πελατών τους και της οικονομικής αυτών καταστάσεως τις κατέδιδαν στους ληστάς κι αυτοί τέλεια κατατοπισμένοι πιάναν τη Σούχα, απ’ όπου θα περνούσαν πηγαίνοντας στη Λιουντζουριά ή στο Πωγώνι. Τους πιάναν αιχμαλώτους ή τους λιάνιζαν κιόλας εν ανάγκη.

Καλό χερικό.

Συχνά πατούσαν και το ίδιο τ’ Αργυρόκαστρο, ορισμένα σπίτια.

Η ληστεία ήταν συνηθισμένη κατάστασης. Εκείνο που έκανε περισ­σότερη εντύπωση ήταν η λωποδυσία, η κλοπή που κάνει ο κλέφτης και προσπαθεί να μείνει απαρατήρητος. Αυτό φαινόταν μεγαλύτερο κακό. Ανί­σχυροι στις βουλές της μοίρας και μη μπορώντας να κάμουν τίποτε εύχον­ταν η κλοπή να βγει σε καλό. Οι ευχές (ξόρκι) στο κλεμμένο σπίτι από τους γνωστούς και γειτόνους ήταν.

– Ντόρε ε μπάρδε =  καλό χερικό!

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης