Είμαστε αυτόχθονες

Είμαστε αυτόχθονες

Του Θεοφάνη ΜΠΟΥΖΗ

Είναι προφανώς παράλογο, να θέτεις το ερώτημα: Είναι ή όχι αυτόχθονες οι Έλληνες της Αλβανίας, οι Βορειοηπειρώτες; Είναι σαν να θέτεις ένα ερώ­τημα για το αυτονόητο, να αμφισβητείς το αναμφισβήτητο της ελληνικότητας των απογόνων του Πύρρου.

Εντούτοις συνυπάρχουν και τα παράλογα σε τούτο το ντουνιά. Υπάρχουν κύκλοι στην Αλβανία που αρέσκουν να διαπιστώνουν το αντίθετο, ότι εμείς οι Βορειοηπειρώτες είμαστε νεοφερμένοι από τον Αλί Πασά. Το διαλαλούν μεγάφωνα.

Εννοείται ότι δεν μπορούμε να είμαστε αδιάφοροι. Έχουμε χρέος κι εμείς, όπως ήδη το έχει κάνει και το κάνει από την σκοπιά της η ελληνική επιστήμη. Έχουμε ατράνταχτα στοιχεία πιο λεπτομερέστατα, για να αποστομώσουμε τους ψευτοεπιστήμονες, παραχαράκτες της ιστορικής αλή­θειας. Το επιστημονικό δυναμικό του χώρου μας οφείλει να πάρει θέση και να βάλει την σφραγίδα του.

Αυτό το θέμα θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει αντικείμενο μελέτης από τους καθηγητές του Τμήματος της Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου στο Αργυρόκαστρο.

Έχω την αίσθηση, (εκ των προτέρων ζητώ συγγνώμη εάν κάνω λάθος), ότι οι εν λόγω καθηγητές ασχολούνται πιο πολύ με τα πολιτικά δρώμενα του χώρου και ελάχιστα, να μην πω καθόλου, με την επιστήμη. Αρκεί να επισημάνουμε το γεγονός πως την τρέχουσα δεκαετία δεν υπάρχει ούτε μία διδακτορική διατριβή από τους καθηγητές αυτού του τμήματος, ενώ συμβαίνει το αντίθετο από τα άλλα τμήματα του Πανεπιστημίου.

Σίγουρα, είναι δικαίωμα των καθηγητών μας να ασχοληθούν με την πολι­τική. Ωστόσο, θεωρώ πως είναι καθήκον τους να ασχοληθούν πρωτίστως με την επιστήμη, για να τροφοδοτήσουν αν θέλετε στο κάτω της γραφής τους πολιτικούς μας και τον ίδιο τον εαυτό τους με τεκμηριωμένα στοιχεία και δεδομένα που απαιτούνται.

Η πρότασή μου δεν έχει να κάνει απλώς με την απαίτηση της ύπαρξης διδακτόρων στο τμήμα της Ελληνικής Φιλολογίας (ασφαλώς, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν κακό), αλλά με κάτι πιο βαθύ, με την ανάγκη της ύπαρξης μελετών απ’ όπου θα μπορούμε να προσκομίσουμε σωστά συμπεράσματα και χρήσιμα για τους διαφόρους τομείς της ζωής.

Οι πιο κατάλληλοι γι’ αυτές τις μελέτες είναι οι καθηγητές. Σίγουρα, για την ολοκλήρωση των μελετών θα χρειαστούν κονδύλια από διάφορες πηγές. Εδώ θα πρέπει να ενεργοποιηθεί ο ρόλος των πολιτικών μας και κυρίως της Ομόνοιας που οφείλει να ζητήσει τα απαιτούμενα κονδύλια σε διάφορα μη κυβερνητικά ιδρύματα στην Ελλάδα, αλλά γιατί όχι και από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Δεν γνωρίζω εάν τέτοιου είδους κονδύλια έχουν δοθεί ή είναι στην διά­θεση των καθηγητών μας. Αν όχι, είναι καιρός να βρεθεί τρόπος για χρη­ματοδότηση των μελετών που θα προκύψουν. Αν ήδη οι καθηγητές έχουν χρη­ματοδοτηθεί, καιρός είναι να λογοδοτήσουν για την έλλειψη έργου και την σπατάλη των χρημάτων.

Θέλω να πιστεύω πως προς αυτήν την κατεύθυνση δεν θα έχει λείψει η βοήθεια του Αρχιεπισκόπου του Μακαριότατου κ. κ. Αναστασίου. Ίσως οι καθηγητές μας δεν έχουν μπορέσει να αξιοποιήσουν αυτήν την βοήθεια. Πάντως, με καλή διάθεση θα μπορούσαν να δρομολογηθούν αυτά τα πράγματα. Το ελπίζω κι εύχομαι στο σύντομο μέλλον να έχουμε τους δικούς μας επιστήμονες και σε αυτόν τον τομέα και το κυριότερο να έχουμε τις μελέτες που ασφαλώς σαν «ντόπιες» θα έχουν προτίμηση, γιατί θα είναι και γνήσιες.

«Αφύπνιση», Απρίλιος – Μάϊος – Ιούνιος 2002

Γιώργος Μύτιλης