Είχαν προσβάλλει τον παπα – Σταύρο Κυριαζάτη, την αληθινή αξία του τόπου μας

Είχαν προσβάλλει τον παπα – Σταύρο Κυριαζάτη, την αληθινή αξία του τόπου μας

ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Ο εικοστός αιώνας, όταν περνάει από το χωριό μου, προπαντός από τη Ράχη μέχρι τα Αραχταμπέλια, διαβαίνει σαν κλεφτά. Φοβάται μη τυχόν συναντήσει στο δρόμο τον παπα – Σταύρο. Τον τρέμει αυτόν τον κοντόσωμο γέρο­ντα με τα κάτασπρα γένια και το μπαστούνι το αργυρό. Προπαντός τρέμει το βήξιμό του- που περισσότερο είναι ξαστέρωμα φωνής παρά βήξιμο και που όλοι ξέρουν, πως προμηνύει τρανταχτό γέλιο και καλοκάγαθο γιουχάισμα.

Άλλωστε, το ’χει πάθει. «Σ’ έφαγα… σ’ έφαγα, πού θα μου πας, βρε πιζεβέγκη!…» – του ’λεγε και μια και δυο, γελώντας και απειλώντας τον, τάχα, με το μπαστούνι του.

Κι ο εικοστός αιώνας ούτε κιχ μπροστά του. Λόγω του ότι οφείλομεν σεβασμόν προς τους μεγαλυτέρους μας. Γιατί ο παπα – Σταύρος Κυριαζάτης τον περνάει κατά 5 ολόκληρα χρόνια τον αιώνα μας. Άρα, είδε περισσότερα και ξέρει περισσότερα. Λ.χ. όσα κι αν ξέρει ο εικοστός αιώνας για τον Σουλτάν Χαμίτι, πάλι δεν τον φτάνει τον παπα – Σταύρο, που τα είδε με τα μάτια του τα πράγματα.

Αργότερα, ναι, αργότερα είδαν πολλά οι δυο τους. Είδαν λ.χ. πως γκρεμίζονταν οι εκκλησίες μας, πως καίγο­νταν σαν αμαρτωλοί οι άγιοι, πως ξαρματώνονταν οι παπάδες, πως καταδιώκονταν οι πιστοί, πως αγρίευε ο τό­πος σαν περιβόλι παρατημένο από το χέρι του θεού.

Τότε ακριβώς γιορτάστηκε το τελευταίο Πάσχα, όχι στην εκκλησία. Στα χωράφια της Λάμιας. Εκεί που έστει­λαν με το ζόρι τους πιστούς, να δουλέψουν, μέρα λαμπρή. Κάτι σαν ειδωλολατρία, λοιπόν. Παράνομα. Κι ο παπάς ήταν 72 χρονών. Γέρος. Θλιμμένος. Και προπαντός προσβλημένος. Και ποιος; Αυτός ο άκρα τίμιος παπάς και άνθρωπος. Ο άκρα αξιοπρεπής. Ο άκρα κύριος. Αυτός, που ε­πιβάλλονταν και μόνο με την παρουσία του. Αυτός, που κάθε Πάσχα έσερνε πρώτος τον χορό των αντρών στο πλατύ χοροστάσι, ντυμένος με τα ολοκαίνουργα ράσα και κουνώντας το αργυρό μπαστούνι, που στα χέρα του, έμοιαζε σαν ζωντανό. Τότε ήταν, που μπερδευόμασταν στ’ αλήθεια: Ήταν αυτός, που βλέπαμε, ο παπάς μας ή μήπως ο παπα – Γιώργης, που είχε ξεπεταχτεί μέσα από το τραγούδι του Ντελήπαπα;!

Ναι! Αυτόν είχαν προσβάλει. Τον περήφανο. Την α­ληθινή αξία του τόπου μας. Κι ήταν 72 χρονών. Και πολύ ταλαιπωρημένος. Και τραυματισμένος από τις μαχαιριές του καθεστώτος, που μια τον περιόριζε και τον κλάδευε σαν συμπέθερο του «κουλιάκου», μια τον κατηγορούσε μπροστά σε όλους, σαν άνθρωπο, που υπονομεύει το σοσιαλισμό και μια του ’σερνε το αγγόνι από φυλακή σε φυλακή. Και στα 72 του, του ’ριξε τη χαριστική βολή. Του ’δωσε με το ζόρι ένα ποτήρι να το πιει. Το μεγαλύτερο και το πικρότερο ποτήρι της ζωής του.

Κι αυτός το γύρισε άσπρο πάτο.

Στα 72 σου ένα πράγμα περιμένεις; Το θάνατο. Ο παπα – Σταύρος Κυριαζάτης, όμως, άλλο περίμενε. Του Θάνατου του πε «Κάνε πέρα πιζεβέγκη, γιατί σ’ έφαγα» και τον απείλησε με το μπαστούνι. Είχε αγριέψει. Κι όταν αγρίευε εκείνος και βρυχιόντανε, έτρεμε η φαμίλια, ο μαχαλάς και το χωριό. Τον φοβήθηκε και ο θάνατος. «Εκεί που να φάω κάνα μπαστούνι κατακέφαλα, – σκέφτηκε, καλύτερα να του δίνω». Κι έφυγε. Κι ο παπα – Σταύρος του φώναξε και του είπε μην ξαναπεράσει τίποτα από το σοκάκι του, αν πρώτα δε δώσει ο θεός να λειτουργήσει και πάλι τη Λαμπρή.

Τα χρόνια της υπομονής δεν ήταν ούτε ένα, ούτε δύο. Ήταν 24 και σωστά. Πάνω στον 24ο ο παπα – Σταύρος Κυριαζάτης άκουσε μια μέρα κάτι σα λιθοσωριά. Δεν ήταν το πεζούλι της αυλής του, ο τοίχος του Βερολίνου ήτανε. Κάτι φτερούγησε μέσα του. Τα γένια του, σαν από τεμπελιά, γερόντοι άνθρωποι εμείς, ποιος τους έχει την όρεξη, είχαν μεγαλώσει αρκετά. Κάτι του έλεγε πως εκείνος ο τοίχος θα πιάνε από κάτω σαν πουλάκια· εκείνους, που τον έστησαν. Και πραγματικά, δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος και ο θεός τα ’φερε δέξα. Τα γένια του είχαν πάρει μορφή. Το καμιλαύκι το ξεκρεμούσε και το καθάριζε. Είχαν φτάσει εντωμεταξύ και άμφια από την Ελλάδα. Κι ό­ταν έφτασε η Λαμπρή, ο παπάς ξημέρωσε στην γκρεμισμένη εκκλησία, χτύπησε την καμπάνα, κάλεσε τους πιστούς και η φωνή του, τρεμάμενη μεν από τη συγκίνηση, αντήχησε και πάλι:

Θανάτω θάνατον πατήσας…

Ο 97χρονος παπάς είναι όρθιος και τώρα, τη Μεγάλη Εβδομάδα. Αξιοπρεπής όπως πάντα. Κύριος. Καμαρωτός. Με το αργυρό μπαστούνι  στα χέρια. Έτοιμος να το ρίξει κατακέφαλα στο θάνατο. Αυτά βλέπει και ο εικοστός αιώνας και τι του μένει να κάνει; Περνάει στα κλεφτά από τα δρομάκια του χωριού μου, μην τυχόν και του βγει μπροστά το στοιχειό του τόπου μας.

Που το λένε παπα – Σταύρο Κυριαζάτη.

Και είναι από το Λαζάτι.

Ανδρέας ΖΑΡΜΠΑΛΑΣ

Σχετικά άρθρα: