Η Ήπειρος στη διάκριση των ληστών

Η Ήπειρος στη διάκριση των ληστών

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Από το βιβλίο ΗΠΕΙΡΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΚΑ

Πρώτο μέρος

Οι αγάδες πηγαίνοντας για τα τσιφλίκια τους κρεμούσαν επιδεικτικά την κάμα τους για τρομοκρατία των τσιφτσίδων. Οι φτωχοί γεωργοί αν είχαν καμιά οικονομία την κρύβαν στις τρύπες. Ούτε η φαμίλια τους δεν ήξερε, που τις βάζαν. Ο ραγιάς φοβόταν να δείξει και πορτοφόλι.

Ακόμη κρατάει η συνήθεια στις συναλλαγές δυο ανθρώπων, εκείνος που πληρώνει να κάνει μια κίνηση αποκρύψεως του περιεχομένου του πορτο­φολιού του.

Δεν περνούσε νύχτα να μη ακουσθεί μια ληστεία. Με λοστούς άνοιγαν τις πόρτες των μεγάλων σπιτιών οι Λιάμπιδες. Αφού έκαναν μια τρύπα στο κάτω μέρος της εξώθυρας, ώσπου να χωρέσει ένας άνθρωπος, έχωναν πρώτα ένα μαξιλάρι για να ιδούν την αντίδραση από τους ενοίκους. Αν αφουγκράζονταν ησυχία, τότε έκαναν το μεγάλο γιουρούσι.

Οι κάτοικοι μέσα από τις πόρτες των σπιτιών κρεμούσαν κουδούνια κι αυτά με το τράνταγμα της πόρτας κουδούνιζαν και ειδοποιούσαν τους κοιμισμένους ενοίκους. Αλλά ποιος να αντισταθεί στην οπλισμένη λαίλα­πα; Ποιος να προσφέρει βοήθεια; Σπάνια γλύτωναν τα λεφτά, που βάζαν στις άγιες εικόνες, πίσω από τα στεφάνια τα πλεγμένα με τον αμάραντο.

Ο συνηθέστερος τρόπος προφυλάξεως ήταν να κάνουν τον ληστή… προστάτη. Αυτό γινόταν σε ευρεία κλίμακα στη Ζαγοριά, στο Παληοπωγώνι, στη Λιουντζουριά. Οι πιο φημισμένοι αρχηγοί συμμοριών γινόταν κεμπόρ, ντεουντερτζίδες, μπεξίδες.

Οι Λιάμπιδες δεν πατούσαν το ψωμί, που τρώγαν. Ήταν μπεσαλίδες. Το χρήμα λοιπόν και το τρομερό τους όνομα εφύλαγε τα ελληνικά χωριά.

Και κάτι άλλο: Το κόκκινο αυγό δώρο, στον αγά, η γαλιφιά, η εξυπνάδα κατόρθωσαν στους σίφουνες, που περάσανε, να διατηρήσουν τη ζωή, τη γλώσσα και τη θρησκεία οι ραγιάδες. Ξαναθυμίζομε εδώ τα λόγια των τούρκων γερόντων, που είχαν μαζευτεί στο τζαμί του Αργυροκάστρου και εσχεδίαζαν να κάνουν μποϋκοτάζ κατά των χριστιανικών καταστημάτων.

– Μα αν κάνουν κι αυτοί μποϋκοτάζ; Η συγκέντρωση διαλύθηκε και οι Τούρκοι έφυγαν με το κεφάλι κατεβασμένο.

Η περίοδος της τουρκοκρατίας σ’ όλη την Ελλάδα, μα ιδιαιτέρως στην Ήπειρο, ήταν περίοδος τού τρόμου.

Ασφάλεια η Ήπειρος εγνώρισε μόνο στην εποχή του Αλή Πασιά, τότε που ο πιστικός άφηνε τα πρόβατα αφύλαγα, γιατί του τα φύλαγε ο Αλή Πασιάς.

Όταν η συγκεντρωτική εξουσία του Αλή Τεπελενλή κατέρρευσε, σή­κωσαν τα κεφάλια τους οι διάφοροι τοπάρχαι.

*

Ο Ψαλίδας, στη Γεωγραφία του, δίνει αρκετές πληροφορίες:

«Οι μπέηδες της Κλεισούρας, οπού ήταν οι αρπαγές και φθορείς της κοινής ησυχίας.

«Φράσαρη, όπου έχει πολλά σπίτια παλαιών πασιάδων οι οποίοι στά­θηκαν αντίς διοικηταίς φθορείς της Βοσκόπολης».

«Οι Κολονιάτες εστάθηκαν ξακουστοί ως τοιχορύχοι, ήγουν κλέφτες της νυκτός, όπου τρυπούσαν τα σπίτια του κόσμου και τους έκλεφταν».

«Η περιοχή Ζαγοριά κανένα αξιόλογο χωρίο δεν έχει έξω από το Μαλέσοβο, όπου ήταν κλεφτοχώρι, το οποίον το κατεσκόρπισε και το κατεχάλασε δια την ησυχίαν του ανθρωπίνου γένους ο Αλή Πασιάς».

Και ο Λαμπρίδης για τους ραγιάδες – Ηπειρώτες: «…διά ν’ αποκτήσουν ασφάλειαν υπεβάλλοντο εις την προστασίαν των μπαμπάδων των τεκέδων ή ισχυρών φυλάρχων. Η προστασία άρχεται από του τέλους του ΙΖ’ αιώνος» (Αλής Τεπελενλής Ι. Λαμπρίδη σελ. 9).

Ο Μπαϊράμης από το Πλεσσάτι έφερνε στο Αργυρόκαστρο τακτικά ξύλα. Κλέφτης διάσημος ο ίδιος αφού πουλούσε τα ξύλα του, δεν αποχωρίζονταν το μουλάρι του, μα το έσερνε από μαγαζί σε μαγαζί, όπου ήταν ανάγκη να ψωνίσει, βαστώντας το από το καπίστρι. Φοβόταν να το αφήσει σε χάνι, για να μη του το κλέψουν!

Οποιανού έκοβε η πάλα, το’ λεγε η καρδιά του, έβγαινε στο κλαρί αψηφώντας κάθε εξουσία, κλέφτης, ζορμπάς (άρπαγας) χαϊντούτης (ληστής).

Η δικαιολογία των Λιάμπιδων για τις πράξεις τους ήταν πρόχειρη:

– Δεν είμεστε κακοί. Γκούρι θατ = ο τόπος μας είναι ξερό λιθάρι.

Όταν βρίσκανε αντίσταση, το ’ριχναν στο αστείο.

– Περ σιακά = Για αστείο.

Καραμουρατιά παλιότερα κι έπειτα νέα φυντάνια: Τάσιο Φετάνης, Χαμίτ Γκούγκας, Σάκιο Λάππας και στα τελευταία ο Μέρο Λιάμτσες. Της Λιαμπουριάς φύτρες γύριζαν μέρα μεσημέρι κάτω από τη μύτη της εξουσίας, οπλισμένοι σαν αστακοί με τα φυσεκλίκια τους χιαστί, μαύροι στη βρώμα και τη μουντζούρα, σκορπώντας τον τρόμο.

Σέρναν μαζί τους ένα σακί χώμα από νεοσκαμμένο τάφο. Το χώμα αυτό το σκόρπιζαν τη νύχτα στα σπίτια των ανθρώπων, που κοιμόταν και που επιχειρούσαν να κλέψουν. Επίστευαν ότι προκαλούσε λήθαργο.

Η εξουσία ήταν ανίσχυρη να επιβληθεί ή συχνά ήταν συνένοχη στα εγκλήματά τους.

Όταν μετά το έγκλημα εμφανίζονταν, ζητούσε πάλι χρήματα.

Η εμφάνιση του Τούρκου είχε πάντοτε ταμιευτικό σκοπό.

– Τούρκον είδες; γρόσια θέλει.

– Κι’ άλλον είδες; Κι’ άλλα θέλει.

Οι δυστυχισμένοι ραγιάδες έκαναν παντοίους τρόπους να γλυτώσουν. Συχνά τους κακοποιούς και τους νταήδες, τους εξευμένιζαν με 5-6 πήχες πανί ή με 50 δράμια ρακί.

Τα ληστρικά κατορθώματα τα τραγούδησε και η λαϊκή μούσα, που είχε φωλιάσει και αυτή στο «κλεφτοχώρι» του Ψαλίδα, το Μαλέσοβο.

Το Μαλέσοβο στά 1913, είχε 547 Έλληνες και 500 τουρκαλβανούς. Οι τουρκαλβανοί ήταν ζητιάνοι, δερβισάδες και λαϊκοί ποιηταί. Έφτιαχναν ποιήματα (μπεέτια) με καταπληκτική στιχουργική ευχέρεια. Μόλις σε ’βλεπαν, αμέσως σου ’καναν έμμετρη περιγραφή, μια έμμετρη προσωπογραφία.

Αυτοί τραγούδησαν των ληστών τα κατορθώματα.

Στο Σαλιαρί του Κουρβελεσίου ήταν κακοί άνθρωποι, στο Κούτσι δεν ήταν ηθικοί. Οι γυναίκες ωραίες.

Από τα λιαμποχώρια, το Πιτσάρι και το Μιντάρι, ήταν βρώμικα, όλα τ’ άλλα χωριά καθαρά.

Από το Κουρβελέσι άνδρες ξεκίνησαν ομαδικά, παλιότερα χρόνια και ’φθασαν στη Ζίτσα. Αρπάξαν εκεί γυναίκες, τις ωραιότερες, που είχαν κατασκοπεύσει λιάμπιδες πιστικοί και τις έσυραν στο ορεινό Κουρβελέσι. Ποιοι νόμοι μπορούσαν να τιμωρήσουν τις αρπαγές των ωραίων Σαβίνων της Ζίτσας;

Λεντοβιστινοί, κάτοικοι της Λεντοβίστας, που βρίσκεται κάτω από τη Σαρακίνιστα και σώζονται τα ερείπια της κοντά σ’ άλλα ερείπια, τα ερείπια της αρχαίας Γέρμας, κάτω από την πίεση των Τούρκων, έφυγαν και πήγαν στη Ρωσία.

Ο Χαρ. Παπαγιάννης μουχτάρης της Σωπικής τούυ ΙΙωγωνίου και άλλοι δυό κοινοτικοί σύμβουλοι, παζάρευαν με τον Μούτσο Μπούτο, από το Προγονάτι να τον ρογιάσουν για ντεουντερτζή της Σωπικής. Δεν συμφώ­νησαν στη ρόγα. Εκείνος ζητούσε 60 γρόσια, αυτοί του ’διναν 50 κι ο Λιάμπης έφυγε κακοφανισμένος. Του τη φύλαξε κι έπειτα από λίγο ο Παπαγιάννης βρέθηκε σκοτωμένος.

Κάθε ληστεία που γινόταν εθέρμαινε τη φαντασία του κόσμου για το θησαυρό, που βρήκαν οι λησταί και πήραν. Οι διαδόσεις πάλι παρακινούσαν νέους Λιάμπιδες ληστάς, που επιχειρούσαν νέες ληστείες και έτσι ο αιμα­τηρός κύκλος της ληστείας ετύλιγε τους δυστυχισμένους ραγιάδες.

Ο Μουφίτ Μπέης του Λιμποχόβου, είχε προ του 1913, τσιφλίκι την Παντάνασσα της Φιλιππιάδος. Χρεωμένος στον Λιολιο – Μάνη του Αργυροκάστρου, που ο αναγνώστης είδε πάρα πάνω, αναγκάστηκε να του το δώσει για δύο χιλιάδες λίρες. Η πράξη έγινε με τη μεσιτεία του Πάνου Ζώτου. Η φαντασία του κόσμου ανέβαζε το θησαυρό του Λιολιο-Μάνη, πού φύλαγε στις μπίμτσες του (στέρνες υπόγειες) σε 30.000 λίρες.

Κάθε πλούσιος ραγιάς εμίσθωνε φύλακα – ντεουντερτζή, που τον φύλαγε με το όπλο στο χέρι.

Η έλλειψη δημοσίας ασφαλείας είχε δημιουργήσει την κατ’ επάγγελμα προσωπική ασφάλεια.

Ο Νίκο Πουτέτσης στο Αργυρόκαστρο – πλούσιο σπίτι, είχε φύλακα τον Ισμαήλ Μπίτση από το Ντουναβάτι. Οι εχθροί του καιροφυλάκτησαν και του τον εσκότωσαν. Όλα τα πλουσιόσπιτα διέθεταν δική τους υπεράσπιση.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης