Η αποτυχημένη μυστική αποστολή του αλβανού κατασκόπου υπολοχαγού Κώστα Καζαντζή στην Ελλάδα, η καταδίκη και η εκτέλεσή του (1951) Μέρος 6ο

Η αποτυχημένη μυστική αποστολή του αλβανού κατασκόπου υπολοχαγού Κώστα Καζαντζή στην Ελλάδα, η καταδίκη και η εκτέλεσή του (1951) Μέρος 6ο

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Διδάκτωρ ιστορίας ΑΠΘ

Αυτοψία της υπόθεσης του Κώστα Καζαντζή από τις αλβανικές αρχές

Οι αλβανικές αρχές ενημερώθηκαν για τις εξελίξεις στην υπόθεση κατασκοπίας του Κώστα Καζαντζή κυρίως μέσω του ελληνικού τύπου. Την 16η Οκτωβρίου 1949 ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ Αλέξης Κύρου ανέφερε το περιστατικό της σύλληψής του στον ΟΗΕ και τέσσερις μέρες βραδύτερα, την 20η Οκτωβρίου 1949, ενημερώθηκαν και τα Τίρανα. Στις αρχές Ιουνίου του 1952 το Υπουργείο Εσωτερικών της Αλβανίας ανέθεσε στον Ντιλαβέρ Πιντέρι (Dilaver Pinderi) τη διενέργεια αυτοψίας της υπόθεσής του. Σε υπόμνημα που υπέβαλε ο Πιντέρι συμπεραίνει ότι η στάση του ενώπιον των ανακριτικών αρχών της Ελλάδας δεν ήταν καθόλου καλή, καθόσον αποκάλυψε όλα τα στοιχεία της αποστολής και φανέρωσε όλες τις ευαίσθητες πληροφορίες που γνώριζε για την Αλβανία και τον ΔΣΕ, παρείχε ακριβή στοιχεία, ονόματα, τοποθεσίες και ημερομηνίες. Μάλιστα, ο Πιντέρι πίστευε ότι ο Καζαντζή δεν εκτελέσθηκε, αλλά οι «μοναρχοφασίστες της Αθήνας θα τον χρησιμοποιήσουν στο Δυρράχιο», μέσω Ιταλίας. Αποδείξεις για κάτι τέτοιο δεν διαθέτουμε, τόνιζε, αλλά αυτό πιστεύουμε, διότι ό,τι ήταν να τους δώσει τους τα έδωσε. Τέλος, πρότεινε στην ηγεσία του Υπουργείου να διακοπεί η μισθοδοσία του και να διαγραφεί από τα μητρώα του Υπουργείου ως αξιωματικός της αλβανικής ασφάλειας.

Με την αυτοψία ασχολήθηκαν και δύο τρεις βορειοηπειρώτες αξιωματικοί της αλβανικής ασφάλειας, λόγω της γνώσης της ελληνικής γλώσσας και της προσπέλασης του πληροφοριακού υλικού. Την 15η Φεβρουαρίου 1953 ένας εξ αυτών σημείωνε ότι ο Καζαντζή παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες, οι οποίες δημοσιευθήκαν στον ελληνικό τύπο επί δύο μήνες περίπου. Ο υποβάλλων την αναφορά πίστευε ότι πολλές καταθέσεις και προφορικές μαρτυρίες που αποδίδονταν στον Καζαντζή δεν ανήκαν στον ίδιο, αλλά αφορούσαν γεγονότα και μαρτυρίες άλλων αιχμαλώτων, αποδιδόμενες σε αυτόν για να προκαλέσουν την αίσθηση της δημόσιας γνώμης. Για τον λόγο αυτό κλήθηκε ο Μυφτάρ Τάρε, ο οποίος είχε υποπέσει πλέον σε δυσμένεια για να επιβεβαιώσει ή ανατρέψει την ανωτέρω υπόθεση. Μερικά γεγονότα, δήλωνε Τάρε, τα έζησε όντως ο ίδιος, αλλά μερικά απλώς τα είχε ακούσει από άλλους συναδέλφους. Ο Καζαντζή ουδέποτε επικοινώνησε με άλλους έλληνες ηγέτες, πλην του Ιωαννίδη και με αυτόν μόνον μια φορά, πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, καθώς ουδεμία εξουσιοδότηση είχε για μια τέτοια επικοινωνία και ουδέποτε μετέβη στην Πύλη των Πρεσπών. Για την έλευση του Σοκολόφ και του ιδίου του Τάρε στο Δυρράχιο ο Καζαντζή δεν είχε ενημερωθεί, αλλά το έμαθε πιθανώς από τρίτους. Στην ίδια αναφορά του αξιωματικού της ασφάλειας ο μελλοντικός υπουργός Εσωτερικών Καντρί Χαζμπίου σημείωνε ότι οι πληροφορίες ήταν επαρκείς και ο Καζαντζή έπρεπε να κηρυχθεί προδότης, παρότι, σημείωνε, απέκρυψε τις μυστικές του αποστολές στην Ελλάδα το 1946 στο Αρχηγείο του Λεωνίδα Ράφτη στο Πωγώνι, αλλά αυτό το έκανε για ίδιον όφελος. Σύμφωνα με την άποψη του Χαζμπίου, ο Καζαντζή μπορούσε να μην αποκαλύψει πολλές πτυχές της αποστολής του. Η θανατική του καταδίκη δεν τον εξιλεώνει και δεν δικαιολογεί την προδοσία· η Ελλάδα δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει εναντίον μας καθώς ήταν αξιωματικός ασφαλείας, θεωρούσε τότε ο Χαμζπίου. Δεν ξέρουμε, κατέληγε, εάν εκτελέσθηκε η δικαστική απόφαση, αλλά, ούτως ή άλλως, η Ελλάδα θα τον καταδίκαζε για πολλούς άλλους λόγους. Ο Καζαντζή δεν εξυπηρετούσε πλέον κανέναν.

Το 1954 ο Μεχμέτ Σέχου (τότε υπουργός εσωτερικών) ωρυόταν γιατί είχαν στείλει κατά τρόπο βλακώδη έναν από τους ικανότερους κατασκόπους στην Ελλάδα σαν πρόβατο επί σφαγή σε μια αποστολή που δεν είχε καμιά πιθανότητα επιτυχίας.

Έτσι, για μία δεκαετία, έως το 1962 ο Καζαντζή στιγματίσθηκε ως προδότης της Αλβανίας, καθώς η αυτοψία παρέλειψε τη στάση του ενώπιον του Δικαστηρίου και αγνόησε τις επιστολές του από τις φυλακές του μελλοθανάτου. Την 13η Απριλίου 1962 ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών υποθέσεων, ο Ρασίμ Ντέντια (Rasim Dedja) υποδιευθυντής της Α΄ Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών (αντικατασκοπείας) ανέφερε μια συζήτηση που είχε με τον ίδιο τον υπουργό Εσωτερικών πλέον Καντρί Χαζμπίου, ο οποίος του εκμυστηρεύθηκε ότι σε μια τυχαία επίσκεψη στη Μόσχα, αυτός (ο Χαζμπίου) βρέθηκε νοσηλευόμενος στον ίδιο θάλαμο με έναν έλληνα κομμουνιστή, ο οποίος του εκμυστηρεύθηκε ότι ο Καζαντζή είχε υποστεί βασανιστήρια, τον απομόνωσαν σε σκοτεινό κελί και επειδή δεν ξυριζόταν είχε γένια μεγάλα, αλλά δεν λύγισε. Η αποστολή του προδόθηκε από έναν επίτροπο του Αρχηγείου. Στη φυλακή τον συμπάθησαν όλοι και του έδιναν τρόφιμα. Ζητούσε από τους δεσμοφύλακες και τους συγκρατούμενους δηλητήριο για να γλυτώσει από το Γολγοθά των οδυνών, και από τις αρχές να έδιναν ένα τέλος στο μαρτύριο του. Ο υπουργός πίστευε ότι ο Καζαντζή είχε υποβληθεί σε βασανισμό επειδή ήθελαν να τον στρατολογήσουν, αλλά απέτυχαν και γι’ αυτό τον καταδίκασαν σε θάνατο και τον εκτέλεσαν.

Ύστερα από τις πληροφορίες αυτές, τις οποίες δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ο ίδιος ο Χαζμπίου έδωσε εντολή για μια νέα αυτοψία της υπόθεσής του. Η πρώτη προσπάθεια επανεξέτασης της υπόθεσης έγινε τον Ιανουάριο 1963 από τον αξιωματικό Τζεβντέτ Γκαβότσι (Xhevdet Gavoçi) , ο οποίος ανέφερε ότι το 1952, ορμώμενοι από τα δημοσιεύματά του ελληνικού τύπου και επηρεαζόμενοι από αυτά ο Καζαντζή θεωρήθηκε προδότης και διεκόπη η μισθοδοσία προς την οικογένειά του. Απέδιδε τη σύλληψή του σε προδοσία του επιτρόπου και τόνιζε και αυτός ότι δεν μπορεί να ανήκουν στον ίδιο όλες οι μαρτυρίες που του αποδίδονταν δημοσιευμένες στον τύπο, με τέτοια ακρίβεια. Τον Αύγουστο του 1965 ο Ρασίμ Ντέτνια, επικαλούμενος την επευφημία του στο ακροατήριο και ένα δημοσίευμα στην αλβανική ομογενειακή εφημερίδα της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ (Iliria, 25 Ιανουαρίου 1952), που μνημόνευε τη γενναία στάση του Καζαντζή ενώπιο του δικαστηρίου πρότεινε την πλήρη αποκατάστασή του, ηθική, πολιτική και οικονομική και ανέθεσε στον αξιωματικό Μιλτιάδη Μέτση (Miltjadh Meçi) τη διεκπεραίωση της υπόθεσης αυτής.

Πράγματι, διά της απόφασης 1730/1-9-1965 της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, διαβιβαζομένη στο Υπουργείο Εσωτερικών ο Κώστα Καζαντζή χαρακτηρίστηκε μάρτυρας τους έθνους, ο οποίος είχε τηρήσει αγέρωχη και επαναστατική στάση κατά την εκτέλεση της αποστολής, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του κόμματος και του κράτους. Η ύπατη κομματική ηγεσία πρότεινε να αποκατασταθεί ως αξιωματικός της ασφάλειας, να κηρυχθεί ήρωας και, συγχρόνως, προτάθηκε στο Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής να κηρυχθεί μάρτυρας μετά θανάτου, αναγνωρίζοντάς του όλα τα δικαιώματα του αξιωματικού, παραγγέλλοντας να καταχωρηθούν οι σχετικές προσθήκες και μεταβολές στον ατομικό του φάκελο. Τέλος, χορηγήθηκε σύνταξη στην οικογένειά του. Μια εβδομάδα μετά, την 8η Αυγούστου 1965 στη μητέρα του απονεμήθηκε το «Αριστείο Ανδρείας», σε μια λαμπρή τελετή παρισταμένων υψηλόβαθμων στελεχών του Υπουργείου Εσωτερικών.

Το 1977 ο ιστορικός και συγγραφέας Βαγγέλ Κούλε, βασιζόμενος σε προφορικές πληροφορίες και ανεπιβεβαίωτες έως τότε φήμες και μελετώντας τον ελλιπή φάκελο του Καζαντζή στο Υπουργείο Εσωτερικών συνέγραψε ένα λογοτεχνικό βιβλιαράκι για τη ζωή και τη δράση του [Në katakombet e një ishulli (Στις κατακόμβες ενός νησιού)], το οποίο πέραν της προπαγανδιστικής ικμάδας δεν έχει να προσθέσει κάτι άλλο. Πρόσφατα (το 2020?) το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Δυρραχίου μετονόμασε την οδό που έφερε το όνομα του σε κεντρικό σημείο της πόλης περιστέλλοντας τη συλλογική μνήμη που σχετίζεται με την προσωπικότητα και την υστεροφημία του.

Επιλογικά συμπεράσματα

Αυτό είναι το αφήγημα και το κάλυμμα του αλβανού κατασκόπου και καταδρομέα Κώστα Καζαντζή, όπως το διηγείται ο ίδιος, αυτή είναι η αλήθειά του. Ο Καζαντζή διείσδυσε από την Αλβανία στη Νότια Πελοπόννησο με πλοιάριο την 6η Σεπτεμβρίου 1948, έδρασε μυστικά έως την 6η Οκτωβρίου 1949 και καταδικάσθηκε δις σε θάνατο, την 17η Δεκεμβρίου 1951 από το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών.

Το δικογραφικό υλικό και κυρίως οι αποκαλύψεις στον δημοσιογράφο Πάνο Τρουμπούνη εντός του κρατητηρίου, οι οποίες διήρκησαν επί δύο μήνες, απέδειξαν τη διεθνή κομμουνιστική συνομωσία που είχε σκοπό την επιβουλή της ειρήνης ως το υπέρτατο έννομο αγαθό της δημόσιας τάξης, την κατάλυση του πολιτεύματος και της συνταγματικής νομιμότητας στην Ελλάδα, ενώ διακυβεύθηκε σοβαρά η εδαφική ακεραιότητα και η εθνική της κυριαρχία. Την περίοδο αυτή οι δύο χώρες βρέθηκαν στα όριο του πολεμικού συναγερμού.

Ανάμεσα στον κατάσκοπο και τον δημοσιογράφο καλλιεργήθηκε κλίμα φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης με την ψευδαίσθηση του ανταλλάγματος καλής μεταχείρισης στο δικαστήριο από τον Καζαντζή και την επιδίωξη να αποσπάσει όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούσε από τον δημοσιογράφο, τις οποίες έκρινε ακριβείς αφού τις είχε διασταυρώσει από άλλες πηγές, κυρίως με καταθέσεις άλλων «συμμοριτών» που είχαν συνεργασθεί μαζί του στον Γράμμο, στα Τίρανα, στην Κορυτσά, στο Δυρράχιο και στα βουνά και χωριά της Πελοποννήσου, ανάφεραν τα δημοσιεύματά του. Οι «συμμορίτες» βρίσκονταν πια στα χέρια των στρατιωτικών και των ανακριτικών αρχών.

Όντως, η θέση του ως υψηλόβαθμου στελέχους στην αλβανική ασφάλεια και ο πολυετής συγχρωτισμός του με υψηλόβαθμα στελέχη του ΔΣΕ και του ΚΚΕ τον προήγαγαν στα άτομα που κατείχαν ευαίσθητες και απόρρητες πληροφορίες, αφορούσες την προώθηση βοήθειας από τα ανατολικά κράτη, το παιδομάζωμα, το δράμα των οδυρόμενων μητέρων, το στρατόπεδο του Σουκθ, και τη μυστική του δράση το διάστημα της διείσδυσής του στην Ελλάδα. Για πρώτη φορά η παγκόσμια δημόσια γνώμη με αψευδείς μαρτυρίες από έναν αλβανό κατάσκοπο, υπολοχαγό εν ενεργεία της αλβανικής ασφάλειας, μάθαινε συγκλονιστικές λεπτομέρειες.

Ο ισχυρισμός του ως κατασκόπου που μετέβη με αποκλειστική αποστολή στην Κεφαλονιά για να κατασκοπεύει την περιοχή και τις κινήσεις των Αμερικάνων ελέγχθηκε ως μερικώς αναληθής, καθώς επιβεβαιώθηκε ότι μία από τις αποστολές του ήταν να κατασκοπεύσει τη δράση του ιδίου του Στέφανου Γκιουζέλη, παρά του οποίου είχε εμφυτευθεί και συνόδευε παντού σαν eminence grise και σκιά του. Απεδείχθη ότι λάμβανε σήματα από τα Τίρανα και το Αρχηγείο του ΔΣΕ στην Πύλη Πρεσπών και επηρέαζε ο ίδιος, ανεξάρτητα από τους άλλους, τις κινήσεις των δυνάμενων του ΔΣΕ σε Μαίναλο, Πάρνωνα, Ταΰγετο, Καψάλα, Δίβρη, Κερπινή, Λαγκάδα, Τρόπαιο, Ανδρίτσαινα, Βελημάχι, Κοντοβάζαινα και αλλού από τον Σεπτέμβριο του 1948 μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1949.

Από την 12η Οκτωβρίου 1948 όταν το χωριό Δίβρη του Ερυμάνθου επισκέφθηκε το Αρχηγείο ο ανταποκριτής του ραδιοφωνικού σταθμού του Λονδίνου Κένεθ Μάθιους, προς τιμή του οποίου οργανώθηκαν εορτές, παρελάσεις και γεύματα των ανταρτών, έως την 28η Οκτωβρίου 1948, που οι μαχητές του ΔΣΕ εόρτασαν την επέτειο της ίδρυσης του Αρχηγείου Πελοποννήσου με φανφάρες, τέλεση μνημόσυνων και δοξολογιών, την εκφώνηση πύρινων λόγων, με παρελάσεις ανταρτικών δυνάμεων κ.ά. η κατάσταση ήταν σχεδόν ελεγχόμενη, μα κατά τα τέλη του 1948 άρχισαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Εθνικό Στρατού και σημειώθηκαν τα πρώτα κρούσματα αποσύνθεσης των ανταρτικών τμημάτων. Οιαδήποτε απόπειρα ανασύνταξης και προβολής αντίστασης με σκοπό την κατάληψη κάποιου αστικού κέντρου για εφοδιασμό με τρόφιμα ή εξασφάλιση οπλισμού και πολεμοφόδιων ή και να προκαλέσουν αντιπερισπασμό αποκρούονταν από τις κυβερνητικές δυνάμεις με αιματηρές συνέπειες για τους αντάρτες. Συνεπώς, ο βασικός τρόπος εξασφάλισης προμηθειών ήταν οι επιδρομές στα χωριά της περιοχής.

Μετά την κατάρρευση του Γράμμου (Αύγουστος 1949) οι δυνάμεις του Εθνικού Στρατού σάρωσαν όλη τη χώρα. Οι διασκορπισμένες και ασυντόνιστες θύλακες των ανταρτών σε όλη την Ελλάδα προσπάθησαν να διαφύγουν, υποχωρώντας άτακτα στην Αλβανία.

Θα πρέπει να κριθούν ως αήθη και άδικοι οι χαρακτηρισμοί του Καζαντζή για τους διοικητές και επιτρόπους του Αρχηγείου του Πελοποννήσου, περιγραφόμενους ως μια ληστρική σπείρα ή κουστωδία μυημένων τιτλούχων που επιβουλεύονται αλλήλους, δρούνε με όρους ραγιαδισμού προς την ύπατη ηγεσία: με κουτοπονηριά, κολακεία, κρυψίνοια και διαβολή, έτοιμοι να καταληστέψουν τους φτωχούς χωρικούς του Μοριά, αγνοώντας την ιδεολογία, την οποία εμφάνιζαν ως τιμαλφέστατο αγαθό της πίστης τους. Απόδειξη είναι ότι ο Κονταλώνης, τον οποίο κοσμεί αρνητικά στις δηλώσεις του, δεν ενεμφανίσθη στο ακροατήριο να καταθέσει εις βάρος του. Η απολογία του Καζαντζή εμπλουτισμένη με πρακτορική ικμάδα και τα έωλα εξηγητικά του επιχειρήματα δεν έπεισαν ούτε τους δημοσιογράφους, ούτε τους εισαγγελικούς λειτουργούς και τους δικαστικούς υπαλλήλους.

Κατά των ενεδρών των εθνικών δυνάμεων φονεύθηκαν επιφανείς στελέχη του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο. Γι αυτό ο Στέφανος Γκιουζέλης αναγκάσθηκε να μετατοπίζει συνεχώς την έδρα του Αρχηγείου από μια γιάφκα σε άλλη, αναγκαζόμενος, λόγω της συνεχούς δίωξης εκ μέρους των εθνικών δυνάμεων, να διαλύσει ογκώδη τμήματα του Αρχηγείου του, μάλιστα και τον λόχο της προσωπικής του ασφάλειας, απομένοντας μόνον με ευάριθμους έμπιστους μαχητές, μεταξύ των οποίων και τον αλβανό κατάσκοπο. Πάρα ταύτα, ο ίδιος με μια δράκα ανθρώπων επέμεναν πεισματικά στη στασιακή πρόθεση, ώσπου τον Σεπτέμβριο του 1949 φονεύθηκε και ο ίδιος σε μια περιοχή κοντά στο χωριό Καστόρι και ο Καζαντζή, παροπλισμένος με πλήρη ψυχική απόγνωση πλέον, αναζητούσε ευκαιρία παραδόσεως. Στις αρχικές του καταθέσεις ισχυρίσθηκε ότι είχε κατέλθει στο χωριό Καστόρι να παραδοθεί, αλλά, συγχρόνως, άφηνε να εννοηθεί ότι συνελήφθη από τον ΜΑΥ, Ηλία Γεωργάτσο, παντοπώλη του Καστορίου. Αυτή η διπλή εκδοχή τον συνέφερε για πολλούς λόγους, ώστε να εμφανισθεί ως ήρωας (για τους Αλβανούς) και ως μετανοήσας κατάσκοπος (για τους Έλληνες). Η λεπτή αυτή αντίφαση και η αμφιθυμική στάση διέπει όλη τη δικογραφία, γνώρισμα επαγγελματιών κατασκόπων, που ηδονίζονται «αποκαλύπτοντας» σκοτεινές όψεις της συλλογικής συνείδησης, αλλά δεν αποτελούν σχεδόν ποτέ την αναδρομική δικαίωσή τους, όπως συνέβη και με τον ίδιο. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και ούτε υιοθετούμε τις μαρτυρίες ανωνύμων περί βασανισμών του –που δεν αποκλείονται– αλλά αυτό δεν τον εξευμενίζει ενώπιον της απαξίωσης όλων όσων τον βοήθησαν για να επιβιώσει τη διάρκεια της δράσης του στην Πελοπόννησο.

Πράγματι, σύμφωνα με την κρίση των ανακριτικών αρχών, ο Καζαντζή απεδείχθη ένας ικανότατος κατάσκοπος, αναπτύσσοντας εξαιρετικά προσόντα και προικισμένος με ποικίλες δεξιότητες: οξύτατη αντίληψη, λεπτή παρατηρητικότητα, σχετική μόρφωση, κομμουνιστική κατάρτιση, αλλά κυρίως γνώριζε να αποκρύπτει τις σκέψεις του. Ζύγιζε με επιμέλεια τις απαντήσεις του και ήταν εφοδιασμένος με απίστευτη μνήμη, με την απαραίτητη κατασκοπευτική σκευή, ενθυμείτο με βασανιστική ακρίβεια λεπτομέρειες, γεγονότα και ημερομηνίες, τοπωνυμίες που πέρασε και έδρασε, συναντήσεις, στιχομυθίες, αποφάσεις ωσάν να τηρούσε ημερολόγιο. Σε κάθε περίπτωση, ο Καζαντζή δεν έφτασε ποτέ στην Κεφαλονιά για να κατασκοπεύσει τον αμερικανικό ναυτικό στόλο, που προοριζόταν ως βάση εξόρμησης των Αμερικανών. Συνεπώς, μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί και αυτός ως ένα ακόμα θύμα της ψυχροπολεμικής παράνοιας, του αέναου μαχητικού εθνικισμού και αλυτρωτισμού της δύσης και της άλογης κομμουνιστικής πίστης της ανατολής, που προήγαγαν αόκνως διά της ανεξέλικτης προπαγάνδας τον κίνδυνο ενός νέου παγκόσμιου πολέμου ή, αντιστρόφως, την απειλή της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Στο εξώφυλλο: Επιστολές των οικείων του Καζαντζή από την Ελλάδα προς την μητέρα του, 1952

ΤΕΛΟΣ

Γιώργος Μύτιλης