Η μεγάλη σχολική απεργία του 1934

Η μεγάλη σχολική απεργία του 1934

Του Θανάση ΜΠΟΛΟΥ-Μπιρμπίλη

Σεπτέμβριος του σχολικού έτους 1934-1935. Περιμέναμε βέβαια με μια σχετική χαρά την έναρξή του. Όχι γιατί ξέραμε ότι το σχολειό μας μαθαίνει όλα εκείνα τα καλά πράγματα, μα, έτσι απλά, για να αλλάξομε τη μονοτονία της ζωής του χωριού. Παιδιά ήμασταν. Κάπου και δε μας άρεγε η σχολική πειθαρχία. Μα μπορούσαμε να αντιμιλήσομε στους γονείς μας, που απαιτούσαν από μας να ήμασταν ταχτικοί και επιμελείς μαθητές; Όμως πόσο παράξενο! Την πρώτη μέρα αυτής της σχολικής χρονιάς οι γονείς μας μάς είπαν να μην πάμε σχολείο. Κι εμείς αυτό θέλαμε.

Υπάρχει πιο ευχάριστο από το παιχνίδι για το παιδί;

Όχι, λοιπόν, στο σχολείο. Ναι, στο παιχνίδι!

Ολόκληρη τη σχολική χρονιά 1934-1935 την περάσαμε με παιχνίδια και με «κατ’ οίκον» μάθημα μερικοί από μας. Όχι μόνον στο Χλωμό, μα σε όλα τα σχολεία των χωριών της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.

Τί είχε συμβεί; Είναι ένα περιστατικό, ένα σοβαρό ιστορικό γεγονός, για το οποίο οι σημερινοί κάτοικοι στα χωριά μας έχουν μεσάνυχτα βέβαια. Μα και στη Μητέρα μας Πατρίδα, νομίζω, πολύ ολίγοι γνωρίζουν το συμβάν.

Η τότε αλβανική κυβέρνηση, υπό την βασιλείαν της . . Α. Μ. του Αχμέτ Ζώγκου, αγνοώντας παντός είδους συμφωνίες παγκοσμίως αναγνωρισμένες για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, καταπατώντας τα αυθαίρετα, απαγόρεψε την ελληνική γλώσσα στα σχολεία μας. Αυτό συνέβηκε το 1933. Γι’ αυτό την επόμενη σχολική χρονιά κηρύχτηκε η μεγάλη σχολική απεργία που διήρκησε έναν ολόκλη­ρο χρόνο. Σε κανένα σχολείο των 90 ή 100 ελληνόφωνων χωριών στην Αλβανία δε χτυπούσε σχολικό σήμαντρο. Η κυβέρνηση του Ζώγκου διατηρούσε σε κάθε ελληνικό χωριό από έναν ή και δύο δασκάλους της, οι οποίοι περνούσαν τις ώρες τους στο καφενείο, κι εμείς τα παιδιά παίζαμε με το μπαλωματένιο τόπι στα αλώνια.

Ως εδώ μια απλή πληροφορία. Η σημασία της είναι μεγάλη. Μα πιο μεγάλη σημασία έχει ο τρόπος οργάνωσης της απεργίας. Δεν ήταν εύκολο το θέμα. Και πιο δύσκολο γίνονταν με την υπογραφή των υπομνημάτων από τους έγκριτους των χωριών που έπρεπε να φθάσουν στους φακέλους της τότε ελληνικής κυβέρνησης, η οποία θα τα παρουσίαζε στην Κοινωνία των Εθνών.

Η Κυβέρνηση του Ζώγκου είχε πάρει τα μέτρα της ώστε να εμποδίσει την κυκλοφορία και τη μεταφορά μηνυμάτων στα ελληνικά Προξενεία Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα. Στις εισόδους των χωριών έλεγχαν τους διαβάτες οι περιβόητοι τζιαντάρηδες, μα και το κέντρο της Νομαρχίας, το Αργυρόκα­στρο, φρουρούνταν από παρόμοιους φύλακες.

Ο πολύ τότε δραστήριος Αλέξη Ρέτζιος, από το Χλωμό Πωγωνίου, μού διηγήθηκε λεπτομερειακά τον τρόπο με τον οποίο υπογράφηκαν τα μηνύματα στο Πωγώνι και πώς έφθασαν στο Αργυρόκαστρο.

Έπρεπε να υπογράψουν το χαρτί οι πρόκριτοι των χωριών μας Κιτσιάτης και Ζέρης, γιατροί από Πολίτσιανη και Σωπική, Δημοσθένης, ακουστός για το κύρος του στις Σχωριάδες. Παναγιώ­της Βασιλειάδης και Θανάσης Οικονόμου από την Τσιάτιστα, δημοδιδάσκαλοι, με κεντρικόν οργανωτή τον ιερέα Οικονόμο Σπυρίδωνα Δημητριάδη από το Χλωμό.

Για να αποφευχθούν οι μεγάλες κινήσεις ανάμεσα στα χωριά «αρρώστησε βαριά» η Όλγα Παπανικόλα (Νικόλαινα) στο Χλωμό. Προσκλήθηκαν εκεί οι δυο γιατροί, ενώ ο Αλέξης ήταν ο μεταφορέας τους. Το σπίτι της «άρρωστης» αυτής, έγινε το κέντρο, στο οποίο συντάχτηκε και υπογράφηκε το μήνυμα. Έπρεπε όμως να υπογραφεί και από τους εκπροσώπους των δύο άλλων χωριών. Το καθήκον αυτό ανέλαβε ο Αλέξης, ο οποίος πολύ εύκολα το προώθησε στο Δημοσθένη, γιατί ανάμεσα στο Χλωμό και στις Σχωριάδες υπάρχει μια πολύ φυσιολογική γεωγραφική συνοχή και συνέχεια καλλιεργειών στον κάμπο, πράγμα που δε συμβαίνει με τα άλλα χωριά. Γι’ αυτό και δυσκολία τώρα παρουσιάζει η Τσιάτιστα.

Εκείνη την εποχή, λόγω έλλειψης οδοντιάτρων, χειρίζονταν τη δοντάγρα μερικοί επιδέξιοι εμπειροτεχνίτες. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θανάσης Οικονόμου από την Τσιάτιστα. Γι’ αυτό και οι γιατροί που «γιάτρεψαν» την άρρωστη στο Χλωμό, «αρρώστησαν» τον Αλέξη με μια ειδική ένεση στο μάγουλο. Το μέρος πρίστηκε, κι εκείνος, τρέχοντας περίπου, έφθασε στην Τσιάτιστα. Στις σκοπιές έδειχνε το πρισμένο του πρόσωπο, και πέρασε χωρίς έλεγχο, λόγω του «πόνου» που είχε και των επιφωνημάτων «αχ» και «βαχ»..!

Το υπογραμμένο αυτό έγγραφο διαμαρτυρίας για την απαγόρευση τηςελληνικής γλώσσας στα χωριά αυτά του Πωγωνιού, όπως και σ’ ολόκληρη τη Μειονότητα, από τους εκπροσώπους και των πέντε χωριών, έπρεπε να καταλήξει στο Ελληνικό Προξενείο στο Αργυρόκαστρο. Και αυτό το καθήκον ανέλαβε πάλι ο Αλέξης. Ύστερα από διήμερη πεζοπορία με μεγάλη προσοχή εκ μέρους του, με υποδείξεις και διευκολύνσεις από το γνωστό μας Δερβιτσιανιώτη Σιώρη, μυλωνά στη Ντοφτή και κάποια γριά Ζντάβο, πάλι από τη Δερβιτσιάνη, πουλήτρια αυγών, έφθασαν, Αλέξης χωρίς χαρτί και η Ζντάβο με τα αυγά και το χαρτί στο καλάθι, στο Ελληνικό Προξενείο στο Αργυρόκαστρο.

Όμως μια ολόκληρη τέτοια διαδικασία δε μπορούσε να ξεφύγει από το μάτι των αρχών. Γι’ αυτό και ενώ η έγγραφη διαμαρτυρία του Πωγωνίου έμπαινε στα δεφτέρια των ελληνικών αρχών, ο Αλέξης λάβαινε θέση στα υπόγεια του διοικητηρίου της Νομαρχίας. Παρά πόσες τεσσαράκοντα ήταν ή θα ’τανε οι ραβδοκοπήσεις, δεν θυμάται καλά, γιατί δεν πρόκαμε να καλογνωρίσει το κελί, λόγω της άμεσης επέμβασης του Ελληνικού Προξενείου. Θυμάται όμως άλλες κατοπινές περιπέτειες, η αρχή και η αιτία των οποίων βρίσκεται εδώ: Στις προσπάθειές του για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ελληνικού στοιχείου και την αγάπη του προς την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Και η αμοιβή του γι’ αυτό;

Φυλακίσεις διάρκειας. Καμιά υποστήριξη, κανένα όφελος από το Ελληνικό κράτος!

Το αποτέλεσμα αυτού του κινήματος;

Η Κοινωνία των Εθνών υποχρέωσε την αλβανική κυβέρνηση να επιτρέψει ολοκληρωτικά την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σε όλα τα σχολεία των ελληνόφωνων χωριών μας. Κι έτσι έγινε. Τα μαθήματα γίνονταν στην ελληνική γλώσσα και στις πέντε τάξεις του τότε Πλήρους Δημοτικού Σχολείου, με βιβλία που στέλνονταν από την Ελλάδα, μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις, και με δασκάλους από την Ελλάδα.

Είναι η μοναδική και τελευταία περίπτωση που η μητέρα μας Ελλάδα ενδιαφέρθηκε συγκεκριμένα και αποτελεσματικά για μάς. Δεν θα γίνει ποτέ προτελευταία η περίπτωση αυτή; Ή δεν υπάρχουν σήμερα παρόμοια και άλλα μεγάλα και σοβαρότερα θέματα σε εκείνα τα ξεχασμένα μέρη; Πότε θα υλοποιηθούν; Ή λέτε, όποιοι κι αν είστε οι αρμόδιοι, να βασιστούμε στην προσδοκία ανάστασης νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος; Τί να πούμε; Αμήν ή αλληλούια;

(Στο εξώφυλλο το σχολείο της Πολύτσανης σε οικία και οι μαθητές μιας τάξης με το δάσκαλο, έτος 1931).

Γιώργος Μύτιλης