Η 7 Απρίλη, ο Πατέρας μου και τα Σπαραξικάρδια

Η 7 Απρίλη, ο Πατέρας μου και τα Σπαραξικάρδια

Του Βαγγέλη ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

Ήταν στις 7 Απρίλη/ θρήνου δύστυχη Αλβανία,

που σε κύκλωσαν οι σκύλοι,/ από κάθε μια γωνία…

Αυτό για την Αλβανία. Για μένα, μου θυμίζει ένα άλλο γεγονός, την απώλεια του δικού μου πατέρα. 7 Απρίλη 1952. Στα πενήντα δύο του χρόνια. Τα ματογυάλια και μια φωτογραφία του, τα μόνα ενθύμια. Πάνω στα οποία προστέθηκε και το διήγημα ενσωματωμένο στο βιβλίο «Σπαραξικάρδια». Και τι λέει το διήγημα;

Το μοναδικό ενθύμιο ή το μοναδικό αντικείμενο που κληρονόμησα από τον πατέρα μου, είναι τα ματογυάλια. Είναι από κόκκαλο φτιαγμένα. Οπτικά. Πολύ ωραία, ελαφρά και πανάκριβα. Το χρώμα του μέλιτος ανάμεικτο με μερικές σκούρες κηλίδες, τα κάνουν συναρπαστικά. Τοποθετημένα μέσα σ’ ένα κουτί μεταλλικό, καλυμμένο απ’ έξω μ’ ένα ανοιχτό καφέ συστατικό που μοιάζει με δέρμα ή κάτι σαν δέρμα. Από μέσα το καλύπτει ένα βαθύ μπλε βελούδινο ύφασμα, για να τα κρατούν μαλακά και να μην σπάσουν όταν πέσουν χάμω. Κλείνει ερμητικά το κουτί, αφήνοντας εκείνο τo χαρακτηριστικό: «κρακ».

Κάθε χρόνο στην επέτειο του θανάτου του (7 Απριλίου), ανάβω ένα κερί, κάνω το σταυρό μου και το τοποθετώ εκεί στη γωνία του δωματίου, εκεί που είναι η φωτογραφία του. Ανοίγω, μετά, την μικρή κασέλα, παίρνω ευλαβικά το κουτί με τα ματογυάλια, το ανοίγω, τα κοιτάζω, τα βάζω στα δικά του μάτια, λες και θα νιώσω το άρωμά του, το ξανακλείνω, για ν’ ακούσω εκείνο το χαρακτηριστικό «κρακ» και το βάζω στη θέση του.

Εκείνο το «κρακ» μου θυμίζει όλη την ιστορία του δικού μου πατέρα, μια ιστορία τόσο οδυνηρή, όσο και ανατριχιαστική:

…Ήμουν μικρός τότε όταν ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή. Ή καλύτερα όταν του αφαίρεσαν τη ζωή. Το σπίτι μας πέτρινο, δίπατο. Με τρία δωμάτια και μια κουζίνα. Και μια ευρεία βεράντα μπροστά. Ο αυλόγυρος με τα γεωμετρικά σχήματα από την τέχνη της τοποθέτησης των λιθαριών, έμοιαζε μ’ ένα μεγάλο τετράδιο γεωμετρίας. Ένα θεόρατο πουρνάρι, όπου φώλιαζαν δεκάδες πετούμενα και καθημερινά έδιναν τη δική τους συναυλία, προσπαθούσε ν’ αγγίξει τον ουρανό και να συμβολίζει το φάρο της τοποθέτησης του σπιτιού. Αρχοντικό σπίτι για τον καιρό του. Παπαδόσπιτο το «βάπτισαν» κι έτσι του έμεινε. Δύο ιερείς και τρεις διδάσκαλοι βολεύτηκαν σ’ αυτό. Αμέτρητοι οι συγγενείς, οι φίλοι, ακόμα και οι ξένοι που φιλοξενήθηκαν.

Είχα πάρει τον πρωτόυπνο, μαζί με τις δύο αδελφές μου, όταν δυνατά χτυπήματα, συνοδευόμενα από άγριες φωνές, ταρακούνησαν το σπίτι.

-Ποιος είναι; ακούστηκε από μέσα η φωνή του πατέρα.

-Ανοίξτε! Η αστυνομία είμαστε!

Και πάλι δυνατά χτυπήματα. Ξύπνησαν και οι αδελφές μου. Μαζί με την μεγαλύτερη σκαρφαλώσαμε πάνω σ’ ένα μικρό παγκάκι. Ανοίξαμε λιγάκι το μικρό, συρτό παραθυράκι που επικοινωνούσε με το άλλο δωμάτιο, τον οντά, και αφουγκραζόμασταν με κομμένη την ανάσα.

Άνοιξε ο πατέρας την εξώπορτα. Ήταν γνώριμοι οι επισκέπτες. Ο πληρεξούσιος της περιοχής, ένας μεσήλικας με το βαθμό του επιλοχία, που όσες φορές ήθελε να πει κάτι σήκωνε τον ώμο και ανοιγόκλεινε τα ματοτσίνορα, και τρεις συγχωριανοί, μέλη της κομματικής οργάνωσης. Τα πρόσωπά τους άγρια και τα μαλλιά τους, παρά το σκοτάδι που επικρατούσε, φαίνονταν ανάκατα από το κρύο της νύχτας και από τον εκνευρισμό τους.

-Τι συμβαίνει; απευθύνθηκε σ’ έναν απ’ αυτούς ο πατέρας. Γιατί χτυπάτε τέτοια ώρα σ’ ένα σπίτι που όλοι κοιμούνται;

Αυτός που ηγούνταν της ομάδας και εκτελούσε χρέη γραμματέα της κομματικής οργάνωσης του χωριού, κοντός, ένα και πενήντα, με κάτι μάτια μεγάλα που σπιθοβολούσαν και που έρχονταν σε αντίθεση με το κιτρινωπό μικροσκοπικό πρόσωπό του, του είπε:

-Έχουμε διαταγή να κάνουμε έλεγχο στο σπίτι, γι’ αυτό άνοιξε και άφησέ μας να κάνουμε τη δουλειά μας.

Τον έσπρωξαν με δύναμη και μπήκαν στον οντά, το καλύτερο υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Πετάχτηκε και η μητέρα, έριξε κάτι πάνω της και στεκόταν όρθια σαν Παναγιά.

-Τα χρυσά, πού τα ’χετε τα χρυσά; Να μας τα παραδώσετε με το καλό, για να μην αναποδογυρίσουμε το σπίτι, συνέχισε ο κοντός.

-Δεν έχουμε χρυσά, ψάξτε όπου θέλετε, ήταν η απάντηση του πατέρα.

Σαν λυσσασμένες ύαινες άρχισαν τον έλεγχο. Αναποδογύρισαν τα πάντα στο σπίτι, εκείνη την ακατάλληλη ώρα.

Έγινα έξω φρενών. Έτρεμα ολόκληρος από το θυμό. Έσφιξα το χέρι μου γροθιά και πετάχτηκα από την κρυψώνα. Η αδελφή μου δεν πρόλαβε να με συγκρατήσει. Μπήκα στο υπνοδωμάτιο χωρίς να με αντιληφθούν. Η μητέρα, σαν με είδε, φοβήθηκε. Δεν ήθελε μπλεξίματα με τα παιδιά της. Έφταναν αυτοί οι δυο για το τι θα συνέβαινε.

«Τι ζητάς εδώ, γρήγορα στο κρεβάτι σου», μου είπε σιγά, έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάμα. Ο πατέρας μου ’ριξε μια γλυκιά ματιά που δεν θα την ξεχάσω ποτέ και δεν μίλησε.

Προχώρησα προς το τραπέζι που ο πατέρας μου είχε τα προσωπικά του αντικείμενα. Αυτά του επαγγέλματος. Διδάσκαλος ήταν ο άνθρωπος, σχολικού είδους ήταν τα εργαλεία που είχε. Άρπαξα τα ματογυάλια κι ένα στυλό που τον είχε ενθύμιο από την Κέρκυρα, που είχε σπουδάσει. «Να μην του πάρουν αυτά, είπα με τον εαυτό μου. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να εργαστεί». Ήθελα να συμπαρασταθώ κι εγώ στον πατέρα μου εκείνη την δύσκολη στιγμή. Παρεισήγα εις τον κόρφο μου τα ματογυάλια. Το στυλό τον είχα ακόμα στο χέρι. Τον είδε ο γραμματέας και όρμησε πάνω μου σαν κέρβερος.

-Τι κρύβεις αυτού, παλιόπαιδο;

Μου άνοιξε το χέρι, είδε το στυλό και τον άρπαξε. Τα ματογυάλια γλίτωσαν.

-Γρήγορα, φύγε από δω και άφησέ μας να κάνουμε τη δουλειά μας, με απείλησε και με έσπρωξε, για να βγω από το δωμάτιο.

Ξανά ανέβηκα στην κρυψώνα και παρακολουθούσα. Άνοιξαν τις φλοκάτες, έσκισαν τα προσκέφαλα, άνοιξαν τα σεντούκια των νυφάδων και πέταξαν στο πάτωμα όλα τα πράγματα που είχαν μέσα τους. Χτύπησαν και τους τοίχους, μπας και είχαν κάποια κρυψώνα.

-Βρήκα ένα δίκαννο κι ένα ζευγάρι κιάλια, τι να τα κάνω; απευθύνθηκε στον κοντό ένας ξερακιανός μ’ ένα μαυροκίτρινο πρόσωπο.

-Παρ’ τα!

Μόνος του κρατούσε στα χέρια μια φωτογραφική μηχανή, σπάνιο αντικείμενο για εκείνη την εποχή, που την βρήκε στο σεντούκι. Αφού αναποδογύρισαν όλο το σπίτι και δε βρήκαν χρυσά, σταμάτησαν γύρω από τον πατέρα. Ο γραμματέας άφριζε και σκούνταγε. Φάνταζε με το αναμαλλιάρικο κεφάλι του σαν ο σκαντζόχοιρος που προσπαθεί να γλυτώσει από τα δόντια της αλεπούς.

-Μη νομίσεις πως ξεμπέρδεψες με τόσο. Εσύ θα έρθεις μαζί μας! του είπε και διέταξε τον πληρεξούσιο να τον βάλει μπροστά.

Βγήκαν από το σπίτι μέσα στην άγρια νύχτα, συνοδευόμενοι από τα κλάματα και τους οδυρμούς της οικογένειας. Φάνταζαν με τέσσερις γερόλυκους που είχαν αρπάξει από τη στάνη μια προβατίνα και ζητούσαν κάποια κρυψώνα να την τεμαχίσουν. Η μαύρη κρυψώνα ήταν το σπίτι του γραμματέα, ένα σπίτι απομονωμένο, στην κορυφή του χωριού.

«Δέστε τον!» διέταξε ο κοντός σαν φθάσανε κι αφού πήρε ένα σκαμνί κάθισε πρώτος κοντά στο τζάκι, όπου έκαιγε ένα κούτσουρο βαλανιδιάς. Η φωτιά χοροπηδούσε και η λάμψη της αντανακλούσε στα άγρια, σκυθρωπά πρόσωπά τους, προσπαθώντας να ζεστάνει κάπως εκείνη την παγερή νύχτα. Οι δύο άλλοι πήραν την τριχιά, που την είχαν προετοιμάσει από νωρίς, και τον έδεσαν. Έτσι δεμένον, σαν το σκυλί, τον άφησαν εκεί στο τέλος του δωματίου, κοντά στην πόρτα.

-Και τώρα, αν θέλεις να φύγεις ζωντανός από δω μέσα, πες μας που έχεις τα χρυσά, άρχισε τις ανακρίσεις ο γραμματέας με τη μαύρη και άσπλαχνη καρδιά όλο μίσος και έχθρα. Ο άνθρωπος με την κακούργα και αιμοβόρα ψυχή.

Ο πατέρας δε μιλούσε. Οργισμένος και κατακόκκινος ο κοντός επανέλαβε το ίδιο ερώτημα:

-Τα χρυσά είπα… Πού τάχεις; Μίλα για να μην σε κάνουμε εμείς να μιλήσεις.

Ξανά ο πατέρας δεν απάντησε. Τα χέρια του, από το πολύ σφίξιμο, άρχισαν να πονάνε. Τα άντεχε παλικαρίσια.

Δύο ώρες συνέχισε η ανάκριση και τα βασανιστήρια. Παρόλες τις πιέσεις ο πατέρας έμεινε αγονάτιστος και στάθηκε αδείλιαστος μπροστά στους ανακριτές του. Σ’ αυτούς τους κακόψυχους ανθρώπους, που άλλους τέτοιους δεν είχε συναντήσει στη ζωή του.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν δύο απ’ αυτούς σηκώθηκαν κι έφυγαν. Έμεινε ο κοντός με τον πληρεξούσιο αστυνόμο. Ξάπλωσαν στο ξύλινο κρεβάτι και γρήγορα τους έπιασε ο ύπνος. Ο κοντός, επηρεασμένος και από το ποτό, ροχάλιζε τόσο δυνατά που νόμιζες πως θα γκρέμιζε το σπίτι. Ο πατέρας δεν έκλεισε μάτι. Τα χέρια του, από το δυνατό σφίξιμο της τριχιάς, είχαν πρηστεί. Το κορμί του, από τα χτυπήματα, είχε μουδιάσει και όσες φορές κουνιόταν ένιωθε έναν φοβερό πόνο. Το κεφάλι του είχε βαρύνει από την αϋπνία και την κούραση, τα μάτια είχαν κοκκινίσει και το πρόσωπό του είχε χλομιάσει.

Την επόμενη συνέχισαν τις ανακρίσεις. Ξανά για τα χρυσά. «Κάποιο παιχνίδι παίζεται», σκέφτηκε ο πατέρας. «Αυτοί δε μπορούν να με κρατήσουν και να με ανακρίνουν μόνοι τους, χωρίς να έχουν κάποια εντολή από τη Σιγκουρίμη*».

Είχε περάσει το μεσημέρι, όταν χτύπησε η πόρτα. Κάποιος τους έφερε μια κατσαρόλα με φαγητό. Το μοίρασαν σε αλουμινένια πιάτα, πήραν μερικά σκόρδα και το μπουκάλι με τη ρακή από κούμαρο και σαν τα πεινασμένα σκυλιά καθίσανε να φάνε. Ο κοντός πήρε ένα κοψίδι, πλησίασε τον πατέρα και του το ’βαλε στη μούρη. Με μια ανάσα, που βρομοκοπούσε από το ποτό και μ’ ένα σατανικό χαμόγελο του είπε:

-Θες λίγο; Είναι από προβατίνα και είναι νόστιμο! Τι λες, θα μας πεις πού έχεις κρύψει τα χρυσά, για να το φας ή θα εξακολουθήσεις να είσαι ξεροκέφαλος; Γέλασε με χλευασμό και με το άνοιγμα του στόματος άφησε να του φανούν τα κίτρινα δόντια του. Γέλασαν και οι άλλοι.

Δύο μερόνυχτα τον κράτησαν εκεί στο σκοτεινό, τσιμεντένιο δωμάτιο του γραμματέα, βουτηγμένο στη μούχλα και τη σκόνη, με τα χέρια δεμένα, χωρίς φαγητό και ύπνο. Οι αιμοβόροι άνθρωποι του κόμματος έτρωγαν κι έπιναν. Γλεντούσαν με τον πόνο του.

Κάτω, στο δικό του σπίτι, δεν γνώριζαν τίποτε για την τύχη του. Καμία πληροφορία και καμία ενημέρωση. Είχαν κλειστεί στον εαυτό τους από τη μεγάλη θλίψη και έκλαιγαν.

***

Είχαν περάσει πάνω από δύο ώρες, όπου συνεδρίαζε η κομματική οργάνωση του χωριού. Συνεδρίαζαν σ’ ένα κρύο, μουχλιασμένο και μεγάλο δωμάτιο, με τους σοφάδες έτοιμους να

καταρρεύσουν. Το δωμάτιο είχε ένα σκισμένο τσιμεντένιο πάτωμα και μια σκεπή από σκουληκιάρικες κολώνες. Ήταν χωρίς ταβάνι και φυσούσε από δεκαοχτώ μεριές. Ένας μαύρος καπνός έβγαινε από μια λάμπα πετρελαίου. Οι πυκνοί καπνοί, από τα βαριά χωριάτικα τσιγάρα, η καυτή και λαχανιασμένη ανάσα των ανθρώπων και οι βραχνές φωνές τους, που έμοιαζαν με σφυρίγματα φιδιών, δημιούργησαν ένα κλίμα βρόμικο και παγερό. Βρόμικο λόγω της βαριάς και ενοχλητικής μυρωδιάς και παγερό από την αντιξοότητα των συζητήσεων και την βαριά ατμόσφαιρα που επικρατούσε.

Κάποια στιγμή, μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, οι τόνοι ανέβηκαν:

-Εγώ σας το ξαναλέγω κι επιμένω, να τον ανακηρύξουμε κουλάκο. Πρέπει και το χωριό μας να έχει έναν κουλάκο. Πώς αλλιώς θα κάνουμε τον πόλεμο των τάξεων; Ήταν ο κοντός, αυτός που τον ανέκρινε και τον τυράννησε για δύο μερόνυχτα και επέμενε.

-Δε συμπληρώνει τις προϋποθέσεις, για να του αποδοθεί ένας τέτοιος τίτλος. Προσπάθησε να τους εξηγήσει ο απεσταλμένος.

Ο κοντός κοίταξε την παρέα του κι αφού πήρε το νεύμα είπε στον απεσταλμένο:

-Εμείς γνωρίζομε την πραγματικότητα και τους ανθρώπους κι εμείς αποφασίζουμε. Ο λόγος της κομματικής οργάνωσης βάσης, κατάλαβες ή όχι, έχει περισσότερο βάρος από τη δική σου αναφορά, είπε ξεφουσκώνοντας από το θυμό, που τον είχε κυριεύσει και ρούφηξε τη μύτη του.

-Κάνετε ό,τι θέλετε, τους είπε ο απεσταλμένος. «Νίπτω τας χείρας μου!».

Δύο βράδια ο πατέρας δεν ήρθε στο σπίτι. Την τρίτη μέρα, αφού τελείωσε το μάθημα στο διπλανό χωριό, όπου δίδασκε, κατέβηκε στο κέντρο της περιοχής, εκεί που βρίσκονταν τα καταστήματα, το καφενείο και τα γραφεία της Τοπικής Διοίκησης. Αδημονούσε να μάθει την απόφαση της κομματικής οργάνωσης. Είχε αφήσει συνάντηση με τη σύζυγό του και την περίμενε. Αυτή πήρε μαζί της κι εμένα. Μικρός τότε, στα εννιά μου. Αφού συναντήθηκαν, καθίσανε σ’ ένα απόκρυφο μέρος κι άρχισαν την κουβέντα.

-Για πες μου, άρχισε να τη ρωτάει με ανυπομονησία, τι έγινε ψες;

-Ψες το βράδυ συγκεντρώθηκαν αυτοί του κόμματος. Ήταν και κάποιος από «πάνω». Φαγώθηκαν πολύ. Επέμενε πολύ αυτός ο γουρσούζης ο γραμματέας, κακό χρόνο νάχει, να σε βγάλουνε κουλάκο, του είπε η μητέρα, προσπαθώντας να κρύψει τα δάκρυα από μένα.

Έβγαλε ο πατέρας δύο δεκάρικα και απευθυνόμενος προς σε μένα, μου είπε: «Πήγαινε ν’ αγοράσεις μερικές καραμέλες για λόγου σου και για τη μικρή αδελφούλα σου!»

Πήρα τα χρήματα κι απομακρύνθηκα. Στάθηκα κάπου σε μια γωνία και έριξα μια ματιά στους γονείς μου. Ο πατέρας μού φάνηκε πολύ στεναχωρημένος. Τον κοίταξα με αγάπη. Κάτι μου έλεγε μέσα μου, πως δεν θα τον είχα για πολύ καιρό κοντά μου. Αναστέναξα.

-Δύσκολα τα πράγματα, Φωτεινή. Θα μας απομονώσουν και θα με φωνάζουν κάθε μέρα κουλάκο. Κανένας δεν θα μας μιλήσει και θα με πετροβολήσουν. Και το χειρότερο είναι που τα παιδιά μας ακόμα είναι μικρά. Κόμπιασε. Πρώτη φορά βρέθηκε σε μια τέτοια κατάσταση.

-Μη στενοχωριέσαι! Μαζί θα τα κουναρήσουμε, του είπε η μητέρα, θέλοντας να τον ενθαρρύνει και να τον εμψυχώσει σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές.

Ο πατέρας την κοίταξε με συμπόνια. Έτοιμος να ξεσπάσει. Έτοιμος να την αδράξει στην αγκαλιά του και να της πει ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για όσα έκανε γι’ αυτόν και την οικογένειά τους. Της έπιασε το χέρι, μ’ ένα δυνατό καρδιοχτύπι, και της είπε μ’ έναν τόνο παράκλησης και μελαγχολίας:

-Να προσέχεις τα παιδιά και τον εαυτό σου, Φωτεινή! Να είσαι δυνατή!

Ένα δάκρυ συγκεντρώθηκε στην άκρη του ματιού του. Γύρισε από την άλλη μεριά. Η φωνή του τον πρόδωσε. Η μητέρα τον ένιωσε. Τον κατάλαβε.

-Γιατί μου λες να προσέχω τα παιδιά; Μαζί θα τα προσέχομε και μαζί θα ξεπεράσομε όλες τις δυσκολίες και τα εμπόδια, του είπε αυτή και τον κοίταξε στα μάτια.

Σηκώθηκαν. Ο πατέρας κι εκείνο το βράδυ θα έμενε στο χωριό όπου ήταν δάσκαλος. Η μητέρα μ’ έπιασε από το χέρι και ξεκινήσαμε να φύγουμε, μα κοντοστάθηκε. Γύρισε να δει άλλη μια φορά το σύζυγό της. Τον είχε αφήσει πολύ ταραγμένο. Αυτός έκανε νεύμα να σταματήσουμε. Προχώρησε με γρήγορα βήματα, μ’ άρπαξε στην αγκαλιά του και μ’ έσφιξε δυνατά. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Είχε βουρκώσει. Κι εγώ το ίδιο έκανα. Ένιωθα μέσα μου πως αυτή θα ήταν η τελευταία αγκαλιά μαζί του. Με άφησε εμένα και αγκάλιασε την μητέρα με τέτοιον πόνο, που δεν τον είχε νιώσει ποτέ. Γύρισε αμέσως και απομακρύνθηκε, για να μην τον δούμε έτσι, δακρυσμένο και πονεμένο.

***

Ύστερα από δύο μέρες ο πατέρας παρουσιάστηκε στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου τον είχαν καλέσει. Το βράδυ δεν επέστρεψε στο σπίτι. Την άλλη μέρα το πρωί δύο κυνηγοί διέσχιζαν την όχθη του ποταμού για καμιά νήσσα ή άλλο θήραμα. Ο ένας, καθώς προχωρούσε παράλληλα με το ποτάμι, είδε ένα πράγμα μαύρο, σαν κούτσουρο, να ταρακουνιέται σ’ ένα μέρος που η όχθη του ήταν γεμάτη καλάμια και ιτιές. Πλησίασε προσεχτικά. Οπισθοχώρησε αμέσως, σαν να τον τσίμπησε φίδι. Μπροστά του, μπρούμυτα, ένας πνιγμένος.

-Νάσιο! Ρε, Νάσιο! Για έλα από δω! Κάποιος είναι πνιγμένος! φώναξε του φίλου του κι ένα ρίγος του σκέπασε το σώμα.

Ήρθε και ο σύντροφός του.

-Ποιος είναι; Τον γνωρίζεις;

-Όχι, είναι με το πρόσωπο προς τα κάτω!

Τον αναποδογύρισαν. Πάγωσαν σαν τον γνώρισαν.

-Ο Φώτος είναι, ρε Λάκη! Πω! Πω! Τι κακό που τους βρήκε!

Έμειναν μια στιγμή αμίλητοι.

-Κρίμα, ρε Νάσιο! Τι κάνουμε τώρα;

-Να ειδοποιήσομε τον πληρεξούσιο της ζώνης.

-Μήπως τον χτύπησε κάποιος; Βλέπω μια βαθιά πληγή στο μέτωπό του.

-Τι να σου πω κι εγώ; Ίσως… Τώρα που το λες, αλήθεια είναι χτυπημένος.

-Έλα, πάμε εδώ στο κοντινό χωριό ή καλύτερα πήγαινε εσύ, γιατί πρέπει να μείνει ένας εδώ!

Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και στο μέρος εκείνο εμφανίστηκε ο εργαζόμενος της Σιγκουρίμη, ντυμένος με στρατιωτική χλαίνη και μπότες, μ’ ένα αυτόματο στον ώμο και μια δερμάτινη τσάντα στο χέρι. Το δεξί του μάγουλο ρουφηγμένο από ένα βαθύ σημάδι, που είχε μείνει από κάποια σφαίρα. Στάθηκε μπροστά στο νεκρό.

Ο Λάκης άρχισε να του εξιστορεί όλη την υπόθεση. Σαν τελείωσε, ο σημαδομάγουλος πλησίασε το νεκρό. Μπροστά του ένας τίμιος, αγαθοεργός άνθρωπος, που ήξερε να εργάζεται και συνάμα ν’ απολαμβάνει τη ζωή. Γι’ αυτό τον μισούσαν. Του έριξε μια γρήγορη ματιά, από το κεφάλι μέχρι τα πόδια, χαμογέλασε και αφού τον χτύπησε, με αναίδεια, δύο φορές με τη μπότα στο κεφάλι, πρόσθεσε ικανοποιημένος: «Επιτέλους ψόφησες, σκύλαρε!»

-Μα γιατί τον χτυπάς; Αυτός είναι νεκρός.

-Πάψε εσύ και μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μας! Κουλάκος είναι. Εχθρός του λαού. Πώς πρέπει να του φερθούμε; Μήπως πρέπει να τον αγκαλιάσομε κι από πάνω;

Τον χτύπησε κι άλλη μια φορά με δύναμη. Μόνο τότε ο ανήλεος ένιωσε ανακούφιση. Ίσιωσε το σώμα, έφτιαξε το αυτόματο, που είχε γλιστρήσει από τον ώμο και με ένα σαρκαστικό χαμόγελο διέταξε:

-Πήγαινε, δεν είναι ανάγκη να καθίσεις εδώ! Μη φοβάσαι, δεν θα του κάνει κανένας κακό.

-Μα τι άλλο κακό μπορεί να του κάνουν απ’ αυτό που του έκαναν;

-Ποιος του έκανε κακό; Για μάσε το στόμα σου, για να μη σε στείλω στον αγύριστο, του είπε με θυμό ο ασφαλίτης. Πήγαινε! Ας τον να τον φάνε τα κοράκια, γιατί κανένας δεν θα τολμήσει ναρθεί να τον πάρει.

Σούφρωσε τα χείλη. Το σημάδι στο μάγουλό του έγινε πιο βαθύ, πιο σκούρο. Τα σκυλίσια, γυαλιστερά μάτια του μεγάλωσαν.

***

Η είδηση για το θάνατο του Φώτου διαδόθηκε σαν αστραπή σ’ όλη την περιοχή. Όσοι έμαθαν δεν ήθελαν να το πιστέψουν κι απορούσαν με αυτόν τον ξαφνικό θάνατο. Λυπήθηκαν γιατί τον γνώριζαν και τον σέβονταν.

Όταν έμαθε το γεγονός ο Πύλιος, ο κουνιάδος του, ένας άντρας ψημένος από τα λιοπύρια και το μόχθο, γεροδεμένος και ξεροκέφαλος, που τα είχε βάλει με μπέηδες και αγάδες και δε φοβήθηκε το μάτι του, πετάχτηκε σαν αγριεμένο λιοντάρι. Έσφιξε τα δόντια από το θυμό, άρπαξε μια μαγκούρα, που βρήκε στην άκρη της καλύβας και ξεκίνησε για τον ποταμό, εκεί που βρισκόταν ο νεκρός κουνιάδος του. Έφτασε στο ποτάμι. Βρήκε τον κουνιάδο του ξαπλωμένον ανάσκελα μ’ ένα βαθύ σημάδι στο μέτωπο. Το στόμα του ήταν κλειστό. Δεν είχε πιεί ούτε μια γουλιά νερό. Το σώμα του ξυλιασμένο ενώ η όψη του άσπρη σαν ασβέστης. Το πρόσωπό του γρατσουνισμένο και με λάσπη. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και κατρακύλησαν στα αδάκρυτα, μέχρι τότε, μάγουλά του. Κοίταξε μια φορά δεξιά και αριστερά και από τα βάθη της ψυχής του βγήκε μια φωνή σαν του τραυματισμένου ταύρου: «Ποιοι ρουφιάνοι στο έκαναν αυτό; Τι σου είπαν αυτοί στην πόλη; Ποιος σε φώναξε; Ποιος, που ανάθεμά τον; Ποιοι δαίμονες; Ποιοιοιοι;…»

Δεν ήταν κάποιος εκεί γύρω, για να ξεσπάσει πάνω του. Ο ασφαλίτης, αφού ξεφούσκωσε το θυμό και τη λύσσα του, απομακρύνθηκε. Άρπαξε τον πατέρα από τη μέση, τον έριξε στην πλάτη, όπως ο Άτλαντας τη Γη, και ξεκίνησε για το χωριό.

Η είδηση έφθασε και στο χωριό. Όταν το ’μαθε η μητέρα, ούρλιαξε σαν εξαγριωμένη τίγρη. Άρχισε να γδέρνει το πρόσωπο και να τραβάει τα μαλλιά της. Λιποθύμησε. Προσπάθησαν να τη συνεφέρουν με τη ρακή. Στο σπίτι έπεσε το θανατικό.

Έφεραν τον πατέρα στο σπίτι. Τον έπλυναν, τον άλλαξαν με τα καλά του ρούχα και τον έβαλαν στη μέση του δωματίου. Τριγύρω ο Πύλιος, σκυθρωπός και περίλυπος και η μητέρα με τα παιδιά της. Κανένας άλλος.

Όλοι πόνεσαν στο χωριό, μα κανένας δεν τόλμησε να ‘ρθει, να πει ένα ζεστό λόγο, να παρηγορήσει. Ο φόβος ήταν ορατός.

Βράδιασε. Ένα πυκνό σύννεφο μαύρισε τον ουρανό. Ήταν βουρκωμένο. Και τα γύρω βουνά μοιρολόγησαν. Όπως βούρκωσε και μοιρολόγησε εκείνο το σπίτι. Οι κάτοικοι του χωριού, άφωνοι, έκλεισαν τα ζωντανά τους και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους. Η κομματική οργάνωση, με πρόταση του γραμματέα, κλήθηκε να συνεδριάσει εκτάκτως. Έπιασαν θέση γύρω από ένα μακρουλό τραπέζι και περίμεναν να μάθουν το σκοπό της σύσκεψης. Είχαν μάθει για το θάνατο του Φώτου. Μερικοί ένιωσαν άβολα, που κάλεσαν τη σύσκεψη ακριβώς εκείνο το βράδυ. Ο γραμματέας κάθισε στην κορυφή του τραπεζιού. Έξυσε το κεφάλι, ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαρύγγι του και άρχισε την ομιλία: «Όπως μάθατε, πνίγηκε ο Φώτος, ο κουλάκος του χωριού μας. Γι’ αυτό σας κάλεσα, να μη σας πιάσει το παράπονο και κατεβάσετε την επαγρύπνηση. Ένας οχτρός λιγότερο, αυτό είναι όλο. Το Κόμμα να είναι καλά! Το Κόμμα να είναι δυνατό! Και για να το κάνουμε δυνατό, πρέπει να είμαστε ενωμένοι. Να μισούμε και να καταπολεμούμε τους οχτρούς του κόμματος και του λαού». Σταμάτησε, τους κοίταξε όλους με τη σειρά και με μερικά μαϊμουδίστικα φερσίματα συνέχισε: «Η αλήθεια είναι πως έφυγε γρήγορα ο κουλάκος και γλίτωσε, γιατί θα του μαθαίναμε εμείς πώς να φερόταν στο χωριό και θα διασκεδάζαμε κι από πάνω…». Γέλασε διαβολικά. «Ο κουλάκος έφυγε, αλλά η πάλη των τάξεων θα συνεχίσει με την οικογένειά του. Και ο πόλεμος αρχίζει από σήμερα. Σας καλώ όλους να εγκρίνουμε τούτα τα μέτρα:

* Ο κουλάκος δε θα ενταφιαστεί στο νεκροταφείο του χωριού, αλλά πάνω στη ράχη.

* Τον πεθαμένο δε θα τον περάσουν μέσα από το χωριό.

* Κανένας από τους χωριανούς δε θα πάει στην κηδεία.

* Αύριο θα είναι μέρα δουλειάς.

* Η οικογένειά του διαγράφεται από το γεωργικό συνεταιρισμό.

Σταμάτησε και περίμενε την αντίδρασή τους.

«Σαν πολύ βαριά είναι τα μέτρα που προτείνεις, σύντροφε γραμματέα. Προτείνω ν’ αφήσομε τα πράματα όπως είναι. Να μη ρίξουμε άλλο λάδι στη φωτιά», επενέβη κάποιος και περίμενε να τον υποστηρίξουν και οι άλλοι.

Ο γραμματέας, έχοντας την πλειοψηφία με το μέρος του, οριστικοποίησε τα μέτρα που πρότεινε.

Ήταν βράδυ αργά, όταν τάραξε την ησυχία της νύχτας η βαριά φωνή του τελάλη, που ανακοίνωνε στο χωριό την απόφαση της κομματικής οργάνωσης. Καθώς ο τελάλης φώναζε και τσίριζε, τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν πένθιμα. Έβαλαν ξεσυνέρια το ένα με το άλλο, ποιο θα μοιρολογούσε πιο δυνατά. Τα ζωντανά σήκωσαν την κεφαλή τους μέσα από τα κατώγια και τις καλύβες, όπου είχαν πάρει τον πρωτόυπνο. Οι άνθρωποι σταυροκοπιόταν: «Γιατί, Θεέ μου; Τι αμαρτίες έχουμε να πληρώσομε;» Και κάποιοι άλλοι: «Γι’ αυτές τις μέρες πολεμήσαμε εμείς; Φτου!»

Στο σπίτι του νεκρού τα πάντα είχαν παγώσει και είχαν καλυφθεί μ’ ένα μαύρο πέπλο. Πάγωσε η ειρήνη και η γαλήνη που επικρατούσε τόσα χρόνια. Πάγωσε η φιλοξενία και η ζεστασιά, που ένιωθαν όσοι το επισκέπτονταν. Πάγωσε η χαρά στα χείλη των παιδιών και των μεγάλων. Οι γυναίκες έσφιξαν δυνατά τα μαύρα μαντήλια τους. Ο θάνατος και η μαυρίλα τύλιξε ολόκληρο το σπίτι.

Σαν άκουσαν τον τελάλη, ν’ ανακοινώνει τα μαύρα μαντάτα της κομματικής οργάνωσης, ένα δεύτερο θανατικό ήρθε να προστεθεί δίπλα στη σορό που κειτόταν στη μέση του δωματίου. Οι γυναίκες έβαλαν κι άλλη μια φορά τα ουρλιαχτά, που οι καταραμένοι, ακόμα και νεκρό, δεν άφηναν ήσυχο τον άνθρωπό τους. «Ησυχάστε, τους είπε ο Πύλιος, είναι νύχτα και δεν κάνει να κλαίτε!» Ένας θυμός τον κυρίευσε. Έτοιμος να πήγαινε πάνω, εκεί που συνεδρίαζαν οι κομμουνιστές και να τα ’βαζε μαζί τους. Θα χτυπούσε δυο τρεις και μετά ας τον έκαναν ό,τι ήθελαν. Ηρέμησε, κοίταξε τον κουνιάδο του, που και έτσι νεκρός, η όψη του ήταν αγγελική. Φαινόταν σαν να κοιμόταν. Ντυμένος με τα «καλά», φρεσκοξυρισμένος, αφήνοντας να δεσπόζει μόνο το μικρό όμορφο μουστάκι, με τα μισοχιονάτα μαλλιά, ήταν έτοιμος για το μεγάλο ταξίδι.

Κανένας δεν έκλεισε μάτι εκείνο το βράδυ. Κι εγώ με τις αδελφές μου, στο άλλο δωμάτιο, κλαίγαμε με αναφιλητά. Σηκώθηκα, πήγα στο μέρος που είχα κρύψει τα ματογυάλια του πατέρα, τα βρήκα, τα ’χωσα στον κόρφο μου και ξαναπήγα να ξαπλώσω. Με αυτά στον κόρφο ένιωθα πως ήμουν πιο κοντά στον πατέρα μου.

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί η μητέρα και η μεγάλη αδελφή μου, ξεκίνησαν για τα γύρω χωριά. Πήγαν να βρουν έναν ιερέα, να τον ενταφιάσει. Χτύπησαν την πόρτα του ιερέα στο πρώτο χωριό.

-Ποιος είναι; ακούστηκε από μέσα η φωνή της πρεσβυτέρας.

-Είμαστε από την Παπαράχη και ζητάμε τον παπά για μια κηδεία, απάντησαν απ’ έξω.

-Ο παπάς απουσιάζει από χθες. Λυπούμαι, τους είπε η πρεσβυτέρα, που είχε μάθει το γεγονός.

Στο δεύτερο χωριό ο ιερέας ήταν «άρρωστος». Στο τρίτο βρέθηκε κάποια χοντρή δικαιολογία για την άρνησή του. Κάποιος, που γνώριζε τις δύο γυναίκες και που αισθανόταν συμπάθεια για την οικογένειά μας, τις πλησίασε και τους είπε σιγανά:

«Τα συλλυπητήριά μου, Φωτεινή! Να ζήσουν τα παιδιά σου! Ακούστε με! Μην παιδεύεστε και χάνετε το χρόνο σας. Γυρίστε πίσω στο χωριό. Κανένας ιερέας δεν θα ’ρθεί. Φοβούνται». Κοίταξε μια φορά γύρω κι εξαφανίστηκε.

Οι καρδιές των δύο γυναικών μάτωσαν. Επέστρεψαν στο χωριό κουρασμένες, πονεμένες, δακρυσμένες.

«Ω, Θεέ μου! Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα; Πώς είναι δυνατόν να κηδεύουμε έναν χριστιανό ορθόδοξο, χωρίς ιερέα, όταν ο ίδιος είναι γιος και εγγόνι ιερέα; Γιατί, Θεέ μου, να συμβαίνουν αυτά σε μας;» Ήταν η φωνή που έβγαινε από τα σπλάχνα του καθενός και της καθεμιάς σ’ αυτό το σπίτι. Μια άλλη φωνή, που την άκουγαν μόνο μέσα τους, τους παρηγορούσε: «Ο Θεός παίρνει αυτόν που αγαπά! Ο Θεός βλέπει και δε λησμονεί!»…

Ένα ελαφρύ αεράκι, που φυσούσε από βορειοδυτικά, δροσολογούσε κάπως εκείνη την ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου. Έξι άτομα, που ξενύχτησαν όλο το βράδυ με το νεκρό, βγήκαν από το σπίτι με τη σορό στους ώμους. Εμάς, τους μικρούς, μας άφησαν στο σπίτι. «Δεν κάνει, είπαν, να βλέπουν αυτή τη σκηνή». Μπήκαν σ’ ένα σοκάκι κι απ’ εκεί στην άκρη του χωριού. Το μέρος ήταν γεμάτο παλιούρια, βάτα και πουρνάρια. Χωρίς δρόμους και μονοπάτια. Προχώρησαν μέσα σ’ αυτά σιωπηλοί, γδέρνοντας τα πόδια τους οι γυναίκες από τ’ αγκάθια και βγήκαν στην κορυφή της ράχης. Υπήρχε εκεί ένα μικρό εκκλησάκι. Είχε πολύ καιρό που δεν είχε γίνει σ’ αυτό καμία λειτουργία και ήταν κλειστό. Το μέρος, τριγύρω του, το είχαν σκεπάσει τα βάτα και τα πουρνάρια. Σ’ αυτό το μέρος άνοιξε έναν τάφο ο Πύλιος. Ενταφίασαν τον πατέρα, χωρίς ιερέα και ορθόδοξη τελετή, μέσα σ’ ένα κλίμα οδύνης και σπαραγμού, φρίκης και μίσους για τους υπαίτιους. Τοποθέτησαν έναν ξύλινο σταυρό, άναψαν μερικά κεριά και γύρισαν στο σπίτι ψυχικά συντριμμένοι.

Αυτά θυμούμαι και σπαραξικάρδια με κυριεύουν όσες φορές παίρνω στα χέρια τα ματογυάλια του πατέρα μου. Καθώς τα κρατώ στα χέρια αναρωτιέμαι: «Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ανίκανοι για την παραμικρή παρεκτροπή από τις αρχές της κομμουνιστικής ηθικής ή ανίκανοι για την παραμικρή παρεκτροπή της ζηλοτυπίας, και της φρενοπάθειας που φώλιαζαν μέσα τους;»

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Τώρα πάω στον Άγιο Χαράλαμπο για ένα κεράκι.

Στη φωτογραφία: Ο Φώτης Παπαχρήστος – πατέρας του Βαγγέλη και το εξώφυλλο του πρόσφατου βιβλίου του.

Γιώργος Μύτιλης