ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΑΛΚΙΔΗΣ: «Η Ελλάδα πάντοτε για σας τους Βορειοηπειρώτες θα είναι μια μάνα, που πολλές φορές αποδείχτηκε μητριά»

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΑΛΚΙΔΗΣ: «Η Ελλάδα πάντοτε για σας τους Βορειοηπειρώτες θα είναι μια μάνα, που πολλές φορές αποδείχτηκε μητριά»

(Συνέντευξη)

Ο καθηγητής, από τη μια πλευρά, με την σαφέσταστη ανάλυση κι εγώ από την άλλη, με τα απλά επίκαιρα ερωτήματα – στη συνέντευξη που ακολουθεί, προσπαθούμε να ρίξουμε μια προσεχτική ματιά σε δύο μειονότητες: Την Εθνική Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία και τη μουσουλμάνικη μειονότητα της Θράκης.

Ερ: Πριν μπούμε στα καυτά και δύσκολα ερωτήματα και τις υπεύθυνες, τεκμηριωμένες απαντήσεις, πείτε μας σας παρακαλώ, για να μάθει ο αναγνώστης, ποιος είναι ο συνομιλητής μας, Θεοφάνης Μαλκίδης, και τι είναι αυτό, που τον κρατάει δεμένο χρόνια, με τα ζητήματα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού;

Απ: Γεννήθηκα στην Αλεξανδρούπολη από γονείς ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τους Τούρκους το 1922. Από την πλευρά της μητέρας μου έχω καταγωγή από  την περιοχή της Κορυτσάς και της Κολόνιας. Κύρια κοιτίδα των προγόνων μου  είναι το Βιθκούκι και δευτερευόντως η Κιουτέζα και το Κιάφσεζ.  Η ορεινή περιοχή του Βιθκουκίου αποτέλεσε τον τόπο καταφυγής χιλιάδων ορθοδόξων χριστιανών οι οποίοι μετανάστευσαν από πιο πεδινές περιοχές της Ηπείρου έπειτα από την οθωμανική κατάκτηση στα τέλη του 15ου αιώνα.  Το Βιθκούκι  το οποίο γειτνίαζε με τη Μοσχόπολη,  ήταν μια ξακουστή πόλη η οποία στην ακμή της, τη δεκαετία του 1730, είχε 20 – 25.000 κατοίκους ενώ η Κιουτέζα και το Κιάφσεζ ήταν δύο μικρά  χωριά μερικών εκατοντάδων κατοίκων.

Στα τέλη του 16ου αιώνα (πιθανότατα το 1566), στο πλαίσιο της εποικιστικής πολιτικής που       εφαρμόστηκε από τον Σουλτάνο Σελίμ τον Β’ (1566-1574), χιλιάδες υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετακινήθηκαν βίαια στην Ανατολική Θράκη η οποία ήταν έρημη λόγω των συνεχών πολέμων και των μολυσματικών ασθενειών.

Τότε συντελέστηκε το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων οι οποίοι εποίκισαν τη  Ανατολική Θράκη, όπου και εργάστηκαν ως πολύ καλοί τεχνίτες στην ανέγερση του τεμένους «Σελιμιέ» της Αδριανουπόλεως (1566-1574).

Το 1769, οι Τουρκαλβανοί εισήλθαν στη Μοσχόπολη, στο Βιθκούκι και στις υπόλοιπες πόλεις και τις λεηλάτησαν. Οι χριστιανοί κάτοικοι, εγκατέλειψαν την περιοχή, δημιουργώντας το δεύτερο μεταναστευτικό κύμα. Αρκετοί κάτοικοι του Βιθκουκίου, της Κιουτέζας και του Κιάφσεζ που γλίτωσαν από τη λεηλασία μετακινήθηκαν στις γύρω περιοχές (Κορυτσά, Καστοριά, Φλώρινα, Κρούσοβο κ.λπ.) ενώ το μεγαλύτερο  τμήμα τους κατευθύνθηκε προς την Ανατολική Θράκη η οποία τους ήταν γνωστή καθώς εκεί εργάζονταν πολλοί από αυτούς ως εποχιακοί εργάτες.

Έτσι βρέθηκαν οι πρόγονοί μου από την πλευρά της μητέρας μου στην ανατολική Θράκη, από  όπου εκδιώχθησαν το 1922 για να βρεθούν στην Αλεξανδρούπολη. Από τον πατέρα κατάγομαι από την πρωτεύουσα της ανατολικής Θράκης, την Αδριανούπολη.

Σπούδασα οικονομικές και κοινωνικές επιστήμες και ασχολούμαι με τις εκφάνσεις  της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας στον Παρευξείνιο χώρο και  τα Βαλκάνια.

Έχω τιμηθεί από διάφορους φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό  για τη συνεισφορά μου στην προαγωγή του πολιτισμού και την αλληλοκατανόηση μεταξύ των Εθνικών Κοινοτήτων.

Κυριότερα έργα μου για την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία είναι τα εξής:  «La situation de la Minorité Grecque en Albanie. A l ‘ égard du Droit International relatif a la protection des Minorités. Dimensions Politiques et Juridiques». (Με τον Στέφανο Αμπατζή). «Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις». «Η Εθνική Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία» (στην ελληνική, αγγλική και αλβανική γλώσσα).

Επίσης έχω μιλήσει στην Ελλάδα και το εξωτερικό για τα ζητήματα της ελληνικής μειονότητας, όπως και άλλα για θέματα που αφορούν τον Ελληνισμό.

Ερ: Τι είναι αυτό που λείπει από την Εθνική Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας για να σταματήσει η κατρακύλα;

Απ: Αυτό το οποίο λείπει εδώ και χρόνια από το χώρο αυτό είναι μια πολιτική πρωτοβουλία και πολιτική ανάλυση η οποία θα βάλει τα προβλήματα της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας σε σύγχρονη τροχιά. Να λαμβάνουμε υπόψη τι συνέβη στο παρελθόν αλλά μη μένουμε μόνο σ΄ αυτό, αφού αναπαράγει στρεβλώσεις και αντιπαραθέσεις που δεν έχουν καμία εφαρμογή στη σύγχρονη πραγματικότητα: «Ότι αυτό έγινε», «εκείνο δεν έγινε» ή «εκείνο το πρόσωπο ευθύνεται», κλπ. Να δούμε από δω και πέρα και πολύ συγκεκριμένα τι μπορεί να γίνει.

Επιπλέον υπάρχει το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου. Αυτό να μην το αποσυνδέουμε από τις γενικότερες εξελίξεις στα Βαλκάνια. Είναι μείζον πρόβλημα και για την ίδια μας την τύχη. Όχι μόνο ως Έλληνες που ζουν στην  Αλβανία, αλλά  γενικότερα ως Ελληνισμό.

Ερ: Ισχύει ο παραλληλισμός αυτού του ζητήματος με το Βορειοηπειρωτικό και ποιες κινήσεις πρόκειται να γίνουν σήμερα;

Απ: Κάποιοι το παραλληλίζουν με το δικό μας ζήτημα. Σε πολιτικό επίπεδο μπορώ να πω πολλά. Σε νομικό, ιστορικό άλλα τόσα. Εμάς μας ενδιαφέρει πλέον έγινε στα Βαλκάνια. Μια μειονότητα έγινε πλειονότητα. Απέκτησε την ανεξαρτησία της. Κι όμως, από την άλλη μεριά, υπάρχει μια μειονότητα, η δική μας, αναγνωρισμένη με δικαιώματα, κλπ, που σήμερα φθίνει, συρρικνώνεται, περιθωριοποιείται. Βρίσκεται στην Ελλάδα, σε δύσκολη πολλές φορές κατάσταση, παρά στην ιστορική εστία όπου έπρεπε να ζει.

Από την άλλη πλευρά το ζήτημα των μειονοτήτων, έτσι όπως ορίζεται από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η Αλβανία ή που θα υπογράψει, σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα για να μπει στην Ενωμένη Ευρώπη, το σέβεται η όχι; Μπορούμε να πούμε όχι. Αυτό το δείχνει η πράξη.

Δεν μπορούμε τώρα, το 2009, να μιλάμε για Ελληνική Μειονότητα, όπως μιλούσαμε το 1991 ή ακόμη παλιότερα  το 1914. Μιλάμε πάρα πολύ για το πρωτόκολλο της Κέρκυρας, της Φλωρεντίας, για την προσφυγή στη Χάγη για τα σχολεία. Ήταν άλλες συνθήκες τότε. Στην περίοδο του Χότζα, επίσης. Το ίδιο και στην πρώτη περίοδο του Μπερίσια. Τώρα είμαστε εδώ. Συνεπώς με βάση τα όσα υφίστανται ως δικαιώματα από τις διεθνείς συμβάσεις, ως υποχρεώσεις της Αλβανίας, να δούμε τι θα γίνει από εδώ και πέρα.

Τίθεται επίσης  καθήκον των Ελλήνων που ζουν στην Αλβανία να καλέσουμε ελληνικά κόμματα και να μας πούνε τις θέσεις τους και τα αντίστοιχα αλβανικά. Να μας πουν την πρότασή τους. Αν έχουν πρόταση. Αυτούς τους ανθρώπους τους καλείς και τους λες τι κάνεις σήμερα. Όχι τι έκανες χθες.

Ερ: Ποιοι μπορούν να αναλάβουν μια τέτοια πρωτοβουλία;

Απ: Τις πολιτικές πρωτοβουλίες μπορεί να τις αναλάβει μια ομάδα ανθρώπων που είναι πολιτικά όντα, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Και εδώ είναι ευθύνη όλων. Από την ηγεσία και μέχρι τα σωματεία και τις αδελφότητες. Τους πνευματικούς ανθρώπους, τους δημοκράτες στην Ελλάδα και την Αλβανία, αλλά και όπου υπάρχει Βορειοηπειρώτης και Έλληνας που αγαπά την αλήθεια και τη δημοκρατία. Η ευθύνη μας είναι, αυτό που έγινε στο παρελθόν να διορθωθεί στο παρόν και να εξαφανισθεί στο μέλλον.

Ερ: Στη σημερινή κατάσταση, με ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων να παραμένει στις εστίες του, τι κάνουμε;

Απ: Αυτή είναι μια ουσιαστική παράμετρος. Απ’ ότι έχω διαπιστώσει, δεν ξέρω αν με διαψεύσετε ή όχι, στα τελευταία δέκα χρόνια για μην πάμε πιο πίσω, τα αιτήματα τα οποία βάζετε ως πρώτη απαίτηση είναι οι συντάξεις του ΟΓΑ  και η πολιτογράφηση. Αν είναι δυνατόν χιλιάδες άνθρωποι να έχουν περιοριστεί σε δύο γραφειοκρατικά ζητήματα. Έχει μεγάλη σημασία αυτό που λέω. Γιατί αυτό το ακούνε Αλβανοί και διάφοροι άλλοι και λένε: μόνον από την Ελλάδα ζητάνε. Από μας, δηλαδή το αλβανικό κράτος δεν ζητάνε τίποτε. Η στρατηγική του μέλλοντος δεν είναι αυτή. Η στόχευση ξεκινάει από τα μικρά και φτάνει στα πιο μεγάλα. Πολλά μικρά μπορούν να συνθέσουν ένα μεγάλο. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν δίγλωσσες πινακίδες ή όσες υπάρχουν έχουν σβηστεί, αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Για να πάμε  σε αυτό πρέπει να έχουμε το πιο μικρό, που είναι παράδειγμα η ηλεκτροδότηση, το νερό, η χωρίς προβλήματα δημιουργία ελληνικών επιχειρήσεων κλπ. 

Ερ: Το περιουσιακό, νομίζουμε, είναι το βασικότερο ζήτημα σε μια μειονότητα. Έβαλες νόμιμο σύνορο, μετά πήγαινε όπου θες. Δεν στο αγγίζει κανείς.

Απ: Συμφωνώ ότι είναι βασικό ζήτημα. Όμως για να φτάσεις στην περιουσία θα πρέπει να έχεις κάνει πρώτα τα βήματα τα μικρά. Γιατί αν πας κατευθείαν στην περιουσία, διεκδικώντας την, για παράδειγμα από ένα ανώτατο δικαστήριο σε αλβανικό η ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς να έχεις προετοιμαστεί, θα έχεις μεγάλο κενό. Κι αυτό είναι η πολιτική σκέψη που θα σου λείπει.

Ερ: Τι θέλετε να πείτε με την «πολιτική σκέψη».

Απ: Για να διεκδικήσεις την περιουσία πρέπει να έχεις αυτόματα ένα πολιτικό υπόβαθρο, για να πεις ποιος είσαι. Από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις. Δεν είσαι ξένος εδώ. Υπάρχεις εδώ και χιλιάδες  χρόνια, είσαι αυτόχθον, και όχι έποικος δεν υιοθέτησες την ελληνική γλώσσα, χωρίς να είσαι Έλληνας, όπως υποστηρίζει ο αλβανικός εθνικισμός. Όμως ποιος αλήθεια μιλά γι’ αυτό; Το γεγονός ότι εδώ είναι ο τόπος σου στοιχειοθετεί μαζί με άλλα,   το δικαίωμα στην περιουσία που καρπώθηκε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο εμφανιζόμενο με δημοκρατικό  πρόσωπο σήμερα, δεν την αποδίδει, ή την αποδίδει σε νέους δικαιούχους, αποβλέποντας στην αλλοίωση του χώρου.

Ερ: Το έχουμε εμείς αυτό το πολιτικό υπόβαθρο, για να έχει μετά μέλλον και η μειονότητα;

Απ: Να πω ένα παράδειγμα που είναι και η απάντηση. Μια γενική αρχή είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες σε όλο τον κόσμο, που έχουν πάψει να συνδέονται με το λαό που τις ανέδειξε, δεν μπορούν να εξυπηρετούν τα συμφέροντα του λαού και της κοινωνίας. Η ειδική διαπίστωση σαφώς είναι ότι, όλη αυτή η διαδρομή από το 1991 και μέχρι σήμερα του Ελληνισμού εκεί, θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Θα έπρεπε να είχε πλέον συγκεκριμένους στόχους και σαφή αναφορά πλέον στην Αλβανία. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, που δυστυχώς τη γνωρίσατε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Που, πάντοτε για σας, θα αποτελεί μια μάνα, η οποία όμως  πολλές φορές αποδείχτηκε μητριά. Από την άλλη ο στόχος μας είναι  η Δρόπολη, ο Βούρκος, η Χιμάρα. Δηλαδή η ιδιαίτερή μας πατρίδα. Εκεί που γεννηθήκαμε, ζήσαμε από χιλιάδες έτη και την ονομάζουμε Πατρίδα.

Συμφωνώ απολύτως με τη σημερινή ανησυχία, το ανεπτυγμένο πολιτικό ζήτημα: για το που βαδίζει η μειονότητα;  Τι θα γίνει, ας πούμε, μετά από δέκα χρόνια. Θα είναι αυτή η κατάσταση του μαρασμού, της παρακμής, της εγκατάλειψης, της αδιαφορίας, του περιθωρίου; Ή θα είναι μια άλλη κατάσταση: ο κόσμος θα επιστρέφει, τα παιδιά θα θέλουν να γυρίσουν πίσω, θα ανοίγουν νέες επιχειρήσεις, ο κόσμος θα δραστηριοποιείται; Ο κοινός αγώνας ανατρέπει καταστάσεις. Με στόχους προτεραιότητας. Με θυσία.

Ερ: Πείτε μας τι συμβαίνει στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης;

Απ: Χωρίς να είναι σχήμα λόγου, ή υπερβολικό, η κατάσταση  που ζει ένας μουσουλμάνος Έλληνας πολίτης στη Θράκη, ουσιαστικά είναι πρότυπο και για άλλες μειονότητες στην Ευρώπη. Υπό την έννοια ότι, – λίγα πράγματα μόνον να σας αναφέρω, – η εισαγωγή στην δημόσια ανώτατη εκπαίδευση της χώρας με ειδικό ποσοστό και χωρίς εξετάσεις, και η εισαγωγή πάλι με ειδικό ποσοστό στη δημόσια διοίκηση, οι αυξανόμενες αρμοδιότητες του θρησκευτικού τους ηγέτη, η ολοένα και αυξανόμενη εκπαίδευσή τους σε δημόσια σχολεία, το γεγονός ότι η τουρκική γλώσσα διδάσκεται απρόσκοπτα, χωρίς κανένα πρόβλημα. Γενικότερα το καθεστώς που διέπει τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες τους εντάσσει ομαλά στην πολιτικό, εκπαιδευτικό, οικονομικό, κοινωνικό βίο, ως ισότιμους Έλληνες πολίτες. 

Ερ: Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης πώς λειτουργεί πολιτικά;

Απ: Κατ’ αρχήν έχει μια εκπροσώπηση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, μέσω των Ελληνικών πολιτικών κομμάτων. Ενώ πριν από 17 χρόνια έγινε και μια απόπειρα ανεξάρτητης εκπροσώπησης, μέσω ανεξάρτητου συνδυασμού. Υπάρχει μια ανώτατη συμβουλευτική επιτροπή, όπως αποκαλείται, η οποία έχει ευθεία σχέση με την Τουρκία. Η οποία κινείται συχνά μέσα σε εθνικιστικά,  και ρατσιστικά πλαίσια, δημιουργώντας προβλήματα στη συμβίωση και καταπιέζοντας τους μουσουλμάνους έλληνες πολίτες, ιδιαιτέρως αυτούς που δεν μιλούν την τουρκική γλώσσα, και δεν είναι τουρκοφανείς, όπως είναι οι τσιγγάνοι, οι Πομάκοι. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια δραστηριοποίηση σ’ αυτούς τους ανθρώπους, προκειμένου να αναδείξουν κι αυτοί την Πομακική  και τσιγγάνικη ταυτότητα. Ζήτημα που έχει προκαλέσει αντιδράσεις από την Τουρκία και τους μηχανισμούς της στη Θράκη, αφού νιώθουν ότι δεν μπορούν να χειραγωγήσουν όλους τους μουσουλμάνους.

Ερ: Στην Αλβανία βλέπετε να γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα;

Απ: Τα δικαιώματα της εθνικής ελληνικής μειονότητας που ζει στην Αλβανία, προκύπτουν από διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα προστασίας των μειονοτήτων και μπορούν να χωριστούν σε δύο μέρη, το γενικό και το ειδικό. Στο γενικό εντάσσονται τα δικαιώματα που έχουν πεδίο εφαρμογής σε όλα τα μέλη όλων των μειονοτήτων. Δηλαδή, εξ αιτίας της μειονοτικής ιδιότητας υπάρχουν κάποια δικαιώματα, τα οποία, λόγω της γενικής φύσεως και του εύρους τους, μπορούν να τύχουν εφαρμογής οπουδήποτε υπάρχουν μειονότητες. Τέτοια δικαιώματα είναι το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, η επιλογή μεταχειρίσεως, η ελεύθερη και διασυνοριακή επικοινωνία, η ατομική και από κοινού άσκηση ειδικών δικαιωμάτων, η ίδρυση συλλόγων, η συμμετοχή στην ζωή της χώρας, η συμμετοχή σε αποφάσεις που αφορούν τις μειονότητες, ο σεβασμός της πληθυσμιακής συνθέσεως και των ορίων των μειονοτικών περιοχών, η ίδρυση πολιτικών κομμάτων, η αυτονομία των μειονοτήτων.

Ερ: Μιλήστε μας, παρακαλώ, για το ειδικό μέρος της μειονοτικής προστασίας…;

Απ: Στο ειδικό μέρος της μειονοτικής προστασίας εντάσσονται τα δικαιώματα που έχουν πεδίο εφαρμογής στα μέλη των μειονοτήτων με επιμέρους χαρακτηριστικά. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια γενική εφαρμογή των δικαιωμάτων αυτών σε κάθε είδους μειονότητα, αλλά για την κατ’ επιλογή εφαρμογή ενός εκάστου σε κάθε μειονότητα. Τέτοια      δικαιώματα είναι τα εθνοτικά – πολιτιστικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα. Τι γίνεται, λοιπόν, στην Αλβανία. Μιλάμε για μια εθνική ελληνική μειονότητα, που είναι αναγνωρισμένη όχι μόνο από παλιές συμβάσεις, μα κι από νέες, που σχετίζονται άμεσα με ζητήματα που αφορούν την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας. Όμως παρά το γεγονός ότι η Αλβανία λέει ότι  σέβεται τις συμβάσεις και υλοποιεί τις δεσμεύσεις της, αυτό προφανώς  δεν γίνεται πράξη.

Ερ: Περισσότερο διαπιστώνουμε να περνάει η αλβανική υποκρισία προς την Ευρώπη, παρά τα παράπονά μας για καταπάτηση των ανθρώπινων και μειονοτικών μας δικαιωμάτων.

Απ: Είναι  αλήθεια αυτό που επισημαίνεται, αφού η αλβανική πρακτική είναι αντιστρόφως ανάλογη από τη ρητορεία. Από την  άλλη η  Ελλάδα δεν θέλει να φέρει εμπόδιο στην Αλβανία, ή  σε οποιαδήποτε χώρα της περιοχής, υπό την έννοια ότι  έχει έναν διακηρυγμένο στόχο  στήριξης  της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Αλβανίας και  γενικώς όλης της περιοχής ταυτόχρονα με την πορεία προς το ΝΑΤΟ, προκειμένου, όπως υποστηρίζεται από τους θιασώτες της άποψης αυτής, να αποκτήσει η περιοχή σταθερότητα, ασφάλεια και ευημερία. Όμως, η Ελλάδα ταυτόχρονα με τον διακηρυγμένο αυτό στόχο της, δεν πρέπει να πάψει να αποτελεί τον κριτή της Αλβανίας για το εάν τελικά γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα και ειδικότερα σε ότι έχει σχέση με την ελληνική μειονότητα. Εκεί μπορεί να σταματήσει και η αλβανική υποκρισία και να περάσει στα έργα και στις πράξεις.

Ερ: Ενώ μας αρπάζουν τις περιουσίες, μας σβήνουν τις γραμμένες πινακίδες στην ελληνική, κλπ, κλπ, εμείς συγκυβερνούμε.

Απ: Υπάρχουν πολλά προβλήματα με τις περιουσίες, την εκπαίδευση, τις δίγλωσσες πινακίδες. Γενικώς  με την εφαρμογή όλων των διατάξεων του αλβανικού συντάγματος και των διεθνών συμβάσεων, που έχει υπογράψει η Αλβανία. Από την άλλη είναι το πολιτικό ζήτημα. Οφείλει η Ελληνική Μειονότητα πρώτα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της, χωρίς να βάζει εφήμερους στόχους θυσιάζοντας  την ουσία και κυρίως το μέλλον της.

Ερ: Πώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι η μεγάλη οικονομική βοήθεια της Ελλάδας προς την Αλβανία να μην έχει αντίκρισμα στην Εθνική Ελληνική Μειονότητα;

Απ: Η οικονομική παράμετρος μεταξύ των δύο χωρών, με  έχει απασχολήσει πολύ, υπό την έννοια ότι, ενώ η Ελλάδα όχι ως κράτος μόνον, αλλά και ως οικονομικό σύστημα, έχει βοηθήσει την Αλβανία, αυτή η βοήθεια σε πολιτικό επίπεδο δεν έχει μεταφραστεί σε οφέλη. Μια μεγάλη οικονομική παρουσία μιας χώρας μεταφράζεται και σε πολιτικά οφέλη. Σε διπλωματικό επίπεδο με την καλυτέρευση των σχέσεων, σε πολιτικό με τη βελτίωση της διαβίωσης των μειονοτήτων που υπάρχουν, αυτό τουλάχιστον αναφέρει η διεθνής εμπειρία.  Από την άλλη όμως πλευρά η οικονομική παρουσία της Ελλάδας και η επένδυση πολλών εκατομμυρίων ευρώ –  αρκετά προέρχονται  από τη φορολογία των Ελλήνων πολιτών σε δύσκολες οικονομικά συνθήκες – δεν έχει αντίκρισμα άμεσα στην Ελληνική Μειονότητα. Στην παρούσα φάση οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους και τις αρχές της οικονομικής παρουσίας της Ελλάδας. Η Ελλάδα κάνει επενδύσεις, δίνει οικονομική βοήθεια,  για το σκοπό της παραμονής και την ανάπτυξη της παρουσίας  της Ελληνικής Μειονότητας στο χώρο της. Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται τότε αναζητείται το λάθος και επαναπροσδιορίζονται οι στόχοι.

Ερ: Ποια είναι η προσωπική σας σκέψη για ανατροπή κατεστημένου κι ίσως αλλαγή πορείας στον τόπο μας;

Απ: Χρειάζεται να συσπειρωθεί μια νέα γενιά ανθρώπων με πολιτική σκέψη και κυρίως χωρίς ιδιοτέλεια, με ήθος και με την διακήρυξη της αλήθειας στην καθημερινή της διαδρομή. Για να γίνει πια η ορθή πολιτική παρέμβαση, το επόμενο σωστό βήμα, να υπάρξει μια άλλη  πολιτική πρόταση που σημαίνει επιβίωση και συνέχεια για την Ελληνική Μειονότητα. Δεν θέλουμε άλλους ανθρώπους που θα  κτίσουν καριέρες και θα εντάξουν τα προσωπικά και πολιτικά συμφέροντά τους και αυτοί πάνω στο Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα.

Ερ: Ιδρύθηκε Ελληνικό Κόμμα στη Μειονότητα, το ΜΕΓΚΑ. Πως κρίνετε την εξέλιξη αυτή;

Απ: Δε γνωρίζω περισσότερα ή πιο συγκεκριμένα ζητήματα σχετικά με την εξέλιξη  αυτή, παρά μόνο τα όσα διαβάζω και ενημερώνομαι. Για το  εάν είναι θετική ή όχι η εξέλιξη αυτή, θα κριθεί  από τα επιτεύγματα του καθενός, και όλων όσων ασχολούνται πολιτικά με την ελληνική μειονότητα. Μέσα και  έξω από τα αλβανικά κόμμα, σε νέα ή σε παλιά κόμματα που εκπροσωπούν τον Ελληνισμό.

Ερ: Μέχρι τελευταία οι Αλβανοί πολίτες βλάχικης καταγωγής ήταν ενταγμένοι πολιτικά σε Ομόνοια – ΚΕΑΔ. Πρόσφατα ίδρυσαν δικό τους Κόμμα. Πώς σχολιάζετε την κίνηση αυτή;

Απ: Η απάντηση συνδέεται με την προηγούμενη. Η δημιουργία κομμάτων είναι στα πλαίσια της πολιτικής λειτουργίας κάθε δημοκρατικού κράτους. Το εάν τα κόμματα θα λειτουργήσουν προς όφελος  των πολιτών, εν προκειμένω των Βλάχων,  αυτό θα κριθεί από την συμμετοχή τους σ’ αυτά και την αποδοχή στην εκλογική διαδικασία. Αυτό θα γίνει και στην περίπτωση που αναφέρετε.

Ερ: Βλέπετε να είναι στοχευμένος ο παραλληλισμός δύο ζητημάτων: Βορειοηπειρωτικού και Τσάμικου, από στελέχη της Ομόνοιας; Συχνά η αντιπαράθεση αυτή μέσα στο Αλβανικό Κοινοβούλιο, παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις κι επηρεάζει αρνητικά το κοινό.

Απ: Μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους το 1913 και κυρίως στη δεκαετία του  1920, οι Τσάμηδες- εξισλαμισμένοι Ηπειρώτες και έποικοι μουσουλμάνοι –  έγιναν μήλο της έριδας της πολιτικής και η Αλβανία άρχισε να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να δημιουργήσει μειονοτικό ζήτημα στην  Ελλάδα, σε αντίβαρο της ελληνικής μειονότητας.

Από τότε δεν έλειψαν οι προσπάθειες εκ μέρους της Αλβανίας να παρουσιάζονται οι Τσάμηδες ως αλβανική μειονότητα.  Η Συνέλευση της  Κοινωνίας των Εθνών το 1928 συμφώνησε με την ελληνική θέση και αρνήθηκε το δικαίωμα στην  Αλβανία να έχει το ρόλο της προστάτιδας δύναμης των Τσάμηδων, που ήταν Έλληνες πολίτες. Κατ‘ αυτό τον τρόπο συνεπώς δεν αναγνωρίζονταν και ως αλβανική μειονότητα.

Το ζήτημα των Τσάμηδων επανήλθε στην επικαιρότητα μετά από την εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1940 και τη κατοχή της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα. Οι Τσάμηδες συνέστησαν δική τους κυβέρνηση, τo «Εθνικό  Αλβανικό Συμβούλιο» υπό την καθοδήγηση του Τζεμάλ Ντίνο γαμπρού του πρωθυπουργού της Αλβανίας Σεφκέτ Βερλάτσι, ενώ ο Μαζάρ Ντίνο (Mazar Dino), ήταν αρχηγός της οργάνωσης της νεολαίας των Τσάμηδων Militsia. Τον Ιούλιο του 1942 οι Τσάμηδες συγκροτούν την οργάνωση K.S.I.L.I.A. («Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως») με 14 Τάγματα έχοντας ως κύριο στόχο τους την εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Μάλιστα  ο Μ. Ντίνο σε ομιλία του προέτρεπε σε «θάνατο στους Έλληνες. Όπου και εάν τους βρίσκετε να τους σκοτώνετε. Η Τσαμουριά, μέχρι Πρέβεζα πρέπει να μείνει καθαρά Αλβανική. Εκδικούμεθα τους εχθρούς μας, επεκτείνουμε τα σύνορα της αλβανικής πατρίδας. Η κραταιά Ιταλία είναι στο πλευρό μας».

Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών το 1943, οι Τσάμηδες πέρασαν στο στρατόπεδο των Γερμανών. Στα Ιωάννινα οργανώθηκε ένα ειδικό στρατιωτικό τμήμα των Τσάμηδων με γερμανικές στολές. Στη γερμανόφιλη εφημερίδα των Τιράνων «Bashkimi i Kombit» στις 14.3.1944 δημοσιεύθηκαν οι κοινές ενέργειες των Τσάμηδων με τους Ναζί το Φεβρουάριο του 1944, που είχαν ως τραγικό αποτέλεσμα την πυρπόληση 25.000 σπιτιών και τη δημιουργία 100.000 προσφύγων. Μετά τη  συνθηκολόγηση και των Γερμανών, οι επικεφαλής των Τσάμηδων, συναισθανόμενοι τις πιθανές συνέπειες από την συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της κατοχής, αναζήτησαν  προστασία στην Αλβανία,  και 18.000 άτομα, εγκατέλειψαν την  Ελλάδα.  Στη συνέχεια κατηγορήθηκαν για αξιόποινες πράξεις και για    συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Ειδικά το ∆ικαστήριο Ιωαννίνων καταδίκασε ερήμην 1930 Τσάμηδες για συνεργασία με το στρατό κατοχής και μάλιστα  πολλούς εξ’ αυτών με την ποινή του θανάτου. 

Μετά το 1991, το ζήτημα  επανήλθε στην επικαιρότητα. Οι Τσάμηδες έχουν ιδρύσει στην Αλβανία τον «Σύνδεσμο της Τσαμουριάς» μιά 100μελή άτυπη βουλή, ο οποίος έγινε μέλος της «οργάνωσης υπο-αντιπροσωπευμένων λαών» του ΟΗΕ το 1995,  διατείνονται ότι  έχει ο απελευθερωτικός στρατός της Τσαμουριάς (UCC- Ushtria Nacionalclirimtare e Chameria) «με σκοπό την απελευθέρωση των εδαφών που τους ανήκουν», ενώ στις 30 Ιουνίου 1994 η αλβανική βουλή καθιέρωσε ομόφωνα την 27 Ιουνίου ως «ημέρα Γενοκτονίας των Τσάμηδων»(!).  Επίσης με βάση τις  εκτιμήσεις της Αλβανίας, η αξία των περιουσιών των Τσάμηδων φτάνει περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ με βάση το σύλλογο «Τσαμουριά» η συνολική αξία των περιουσίων στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου ήταν 340 εκατομμύρια δολάρια, η οποία με την σημερινή αξία υπολογίζεται στα 2,5 δις. δολάρια

Είναι γεγονός ότι το ζήτημα των Τσάμηδων αποτελεί για την αλβανική πλευρά θέμα  που ξεπερνά τις εσωτερικές του διαστάσεις και  συνδέεται άμεσα με την αλβανική εξωτερική πολιτική (παραστάσεις στους Έλληνες προέδρους της Δημοκρατίας το 2000 και το 2005). Η στάση των κατά καιρούς Αλβανικών κυβερνήσεων οι οποίες θέτουν το ζήτημα στην ελληνική πλευρά θεωρώντας ότι υφίστανται  σε όλες τις  διαστάσεις του, περιουσίες, αποζημίωση, επιστροφή ελληνικής ιθαγένειας και επιστροφή των Τσάμηδων που κατοικούσαν στην Ελλάδα πριν το 1944, δεν αποτελεί απλώς διαχείριση ενός θέματος για εσωτερικούς λόγους συνοχής, την ώρα μάλιστα που συζητείται το μέλλον των αλβανικών πληθυσμών στο Κοσσυφοπέδιο – πρωτίστως – και την ΠΓΔΜ.

Τα όσα ανέφερα παραπάνω έχουν σχέση με την ιστορία και την πορεία της ελληνικής μειονότητας; Και πως μπορεί να γίνει σύγκριση; Όλοι λοιπόν  γνωρίζουν τα παραπάνω και ελπίζω να το κατανοήσουν έγκαιρα και οι θεσμικοί παράγοντες. 

Ερ: Δύο βουλευτές ελληνικής καταγωγής, συγκεκριμένα ο Τάβος, ενταγμένος στο κόμμα του Μέτα, (πριν ήταν στο Σ.Κ)  και ο Ξέρρας στου Μπερίσια (πριν ήταν στο ΚΕΑΔ), πέτυχαν από μια υπουργική καρέκλα. Ο πρώτος διορίστηκε πρόσφατα Υπουργός Υγείας κι ο δεύτερος, αμέσως μετά τις εκλογές, Υπουργός Εργασίας και Ίσων Ευκαιριών.

Βλέπετε το αποτέλεσμα αυτό να είναι σκοπιμότητα Αλβανών ή επιτυχία Ελλήνων; Όταν η στάση της Ομόνοιας είναι δεδομένη. Προκαλεί έντονα τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες που εντάσσονται σε Αλβανικά Κόμματα.

Απ: Οι προσωπικές αποφάσεις δεν μπορούν να δεσμεύουν το σύνολο. Το γεγονός που αναφέρεστε αφορά συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα. Και στο παρελθόν υπήρχαν σχετικές συμμετοχές Ελλήνων σε θεσμικές θέσεις του αλβανικού κράτους, αλλά τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Και είναι επόμενο να υπάρχει αντίδραση όταν δεν υπάρχει πρακτικό αποτέλεσμα από τη συμμετοχή σε κυβερνητικές θέσεις, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως ενίσχυση του δημοκρατικού προσωπείου της Αλβανίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό, παρά ως ουσιαστική καλυτέρευση της κατάστασης των Ελλήνων.

Ερ: Αν έχετε υπόψη το επεισόδιο της Επισκοπής, ποιο είναι το σχόλιό σας γι’ αυτό το επεισόδιο; Ποιες δυνάμεις ήρθαν αντιμέτωπα και γιατί; Ποια κέρδισε και ποια έχασε;

Απ: Θα σας απαντήσω με τη δήλωση του τότε υπουργού εξωτερικών Κ. Παπούλια: «η σπουδή της αλβανικής κυβέρνησης να κατηγορήσει σε υψηλούς τόνους την ελληνική κυβέρνηση εγείρει ερωτηματικά για τις αφανείς προθέσεις της»  (επιστολή προς το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., 13/4/1994).

Ερ: «Η δίκη των πέντε» ηγετικών στελεχών της Ομόνοιας, κατά τη δική σας γνώμη, τι σκοπό είχε και γιατί δεν έπιασε τόπο στη συνείδηση των Βορειοηπειρωτών ο αγώνας και η αντίσταση τους;

Απ: Τον Ιούνιο του 1994 φυλακίζονται τα ηγετικά στελέχη της «Ομόνοιας». «Το «κατηγορητήριο» όπως επισήμανε ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου σε επιστολή του προς τους ξένους ηγέτες «έχει τη μορφή ενός ασαφούς πολιτικού κειμένου… όταν η στάση των αλβανικών αρχών έχει ως αποτέλεσμα, ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων της Αλβανίας αναγκάστηκε ήδη να ζητήσει καταφύγιο στην Ελλάδα καθώς τα πολιτικά τους δικαιώματα και οι εκπαιδευτικές και θρησκευτικές ελευθερίες τους περιορίζονται συστηματικά. Καλλιεργείται συνεχώς κλίμα διώξεων εναντίον της ελληνικής μειονότητας που στοχεύει στην αποκαρδίωση της μειονότητας και στην ενθάρρυνσή της να εγκαταλείψει την Αλβανία».

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη η δίκη αυτή θεωρήθηκαν απαράδεκτες και προκάλεσαν τη γενική κατακραυγή και καταδίκη του αλβανικού συστήματος δικαιοσύνης.

Θα σας θυμίσω ότι λίγους μήνες μετά, στις 6 Νοεμβρίου 1994, η αλβανική κυβέρνηση υπέστη σημαντική ήττα στο εσωτερικό μέτωπο, όταν απορρίφθηκε από τον αλβανικό λαό το σχέδιο Συντάγματος που είχε υποβληθεί σε δημοψήφισμα, ένα σχέδιο που είχε από πολλές πλευρές κατηγορηθεί ότι δεν εξασφάλιζε τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν συμβάδιζε με τα διεθνή πρότυπα. Μάλιστα στο σχέδιο Συντάγματος περιλαμβανόταν και διάταξη για την ορθόδοξη εκκλησία της Αλβανίας και ειδικότερα να είναι ο επικεφαλής της Αλβανός πολίτης, η οποία στρεφόταν κατά του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου (άρθρο 7 παρ. 4 του σχεδίου)

Επίσης την αποφυλάκιση των «πέντε» ακολουθεί το ταξίδι του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών στα  Τίρανα (13 Μαρτίου 1995), η οποία σηματοδότησε την επανέναρξη του διαλόγου και αποτέλεσε την αρχή μιας σειράς επισκέψεων αντιπροσωπειών   των δύο χωρών για τη προώθηση των διμερών ζητημάτων. Το ενδιαφέρον της ελληνικής πλευράς           επικεντρώθηκε στο θέμα του σεβασμού των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και της κατάργησης των μειονοτικών ζωνών, ενώ η αλβανική πλευρά πρόβαλε κυρίως το  αίτημα για ρύθμιση του προβλήματος των λαθρομεταναστών. Έτσι φάνηκε ότι η εξομάλυνση των ελληνοαλβανικών σχέσεων είχε τεθεί σε νέες βάσεις και ότι τα υπάρχοντα προβλήματα θα αποτελούσαν πλέον αντικείμενο συστηματικής και υπεύθυνης εξέτασης και όχι πεδίο αντιπαράθεσης. Κάτι που θα οδηγήσει στην υπογραφή  το Μάρτιο του 1996 του Συμφώνου Φιλίας Ελλάδας – Αλβανίας, που ικανοποίησε  αμοιβαία  αιτήματα, εξυπηρετήσεις, παρά τις αντιδράσεις μελών του ελλαδικού κοινοβουλίου, της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης.

Το Σύμφωνο  Φιλίας Ελλάδας – Αλβανίας  ήλθε  μετά την περίοδο διώξεων των Ελλήνων για πολιτικούς («δίκη των 5») και θρησκευτικούς λόγους  (Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος). Το Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας, Καλής Γειτονίας και Ασφάλειας που υπέγραψε η Ελλάδα με την Αλβανία το 1996 κάνει ειδική μνεία στην Ελληνική Μειονότητα ως ακολούθως: «Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία συνέβαλε και εξακολουθεί να συμβάλλει σημαντικά στη ζωή της κοινωνίας της Αλβανίας και αποτελεί παράγοντα για την ανάπτυξη της φιλίας μεταξύ των δύο χωρών».

Για να καταλήξω, η «δίκη» οδήγησε σε ένα Σύμφωνο, σε εξομάλυνση των διμερών σχέσεων, που δεν είχε όμως πρακτικό αποτέλεσμα για την ελληνική μειονότητα. Για αυτήν που αγωνίσθηκαν οι παράνομα καταδικασθέντες και χιλιάδες άλλοι Βορειοηπειρώτες αγωνιστές.   

Ερ: Ο κ. Ντούλες σε ερώτημα Αλβανού δημοσιογράφου: «τι είναι η Χιμάρα», απαντάει: «πήγαινε να ρωτήσεις τους Χιμαραίους να σου πουν», ενώ πολίτης αυτής της κοινότητας  στο ερώτημα: «ποια είναι η εθνικότητά σου», απαντάει: «είμαι Χιμαραίος.» Και συνεχίζει: «Με το πρόβλημα της Χιμάρας, δυστυχώς, σε δεδομένες στιγμές παίζουν οι κυβερνήσεις και των δύο χωρών: Αλβανίας και Ελλάδας». Πώς ερμηνεύετε το γεγονός αυτό; 

Απ: Η Χιμάρα δεν χρειάζεται προσεγγίσεις, μαύρου – άσπρου, που δημιουργούν προβλήματα παρά επιλύουν. Επίσης είναι τραγικό λάθος να εξομοιώνεται ο θύτης με το θύμα και γνωρίζουμε όλοι ποιος έχει τον κάθε ρόλο. Επίσης οι παλιοί και νέοι διωχθέντες αγωνιστές, νεκροί και ζωντανοί, είναι γνωστοί.  Για τη Χιμάρα χρειάζεται σοβαρότητα και σχέδιο. Εύχομαι οι δύσκολες καταστάσεις που περνούμε όλοι μας να συνθέσουν μια νέα πολιτική σκέψη και για τη Χιμάρα. Μία μετάνοια, δηλαδή μία μεταστροφή του νου.

Ερ: Η κρίση στην Ελλάδα λες να μετατραπεί σε ευκαιρία για επιστροφή Βορειοηπειρωτών στα πάτρια εδάφη;

Απ: Δεν θα ήθελα να ταυτιστεί μία επιστροφή στις εστίες, με μία δύσκολη οικονομική κατάσταση, όπως ταυτίστηκε η φυγή  το 1991, με μία αντίστοιχη επώδυνη περίοδο. Η επιστροφή θα μπορούσε να γίνει με προϋποθέσεις, και όχι με όρους άτακτης φυγής για επιβίωση. Το 1991 δεν μπορεί να επιστρέψει με όρους 2012! Εάν όμως η κατάσταση στην Ελλάδα χειροτερέψει και άλλο, η επιστροφή μοιάζει αναπόφευκτη. Και επειδή οι  Βορειοηπειρώτες έχουν αποδείξει ότι μπορούν να καταφέρουν σε οποιεσδήποτε συνθήκες, είμαι βέβαιος ότι θα κατορθώσουν να τα βγάλουν πέρα και τώρα.    

Ερ: Αν ξέρετε τι σωστό έκανε ή κάνει μια άλλη Εθνική Μειονότητα στην Ευρώπη ή στον κόσμο και προοδεύει, το οποίο αξίζει να το κάνει και η δική μας,  για να πετύχει θετικά αποτελέσματα;

Απ: Η ανάδειξη των προβλημάτων, υπαρκτών και μη,  γιατί υπάρχει και η προπαγάνδα, από τις μειονότητες είναι ένα ζήτημα που απασχολεί την Ευρώπη. Είναι γεγονός ότι η ελληνική μειονότητα απουσιάζει από τη σχετική συζήτηση που γίνεται στην Ευρώπη και διεθνώς. Τα προσωπικά μάλλον υπερτερούν των συλλογικών και ειδικά του κοινού συμφέροντος. Ο χρόνος όμως στην πολιτική δεν είναι ουδέτερος. Αυτός που χάθηκε δεν μπορεί να αναπληρωθεί με όρους απομονωτισμού. Ο καθένας, θεσμικός, πολιτικός, διανοούμενος, πολίτης, Έλληνας της μειονότητας, ας αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί και ας πράξει αναλογιζόμενος το καθήκον έναντι των προηγούμενων και των επόμενων γενεών.

Ερ: Η εφαρμογή της απόφασης για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στους Βορειοηπειρώτες από τις Ελληνικές Κυβερνήσεις, τραβάει με ταχύτητα αραμπά. Γιατί αυτή η καθυστέρηση; Λες να  υπάρχει κάποια σκοπιμότητα;

Απ: Είναι δείγμα της γραφειοκρατίας που υπάρχει στην Ελλάδα. Δύσκολα κάτι μπορεί να αλλάξει. Στην ουσία όμως, ας σκεφτούμε το μετά: τι σημαίνει δηλαδή η απόδοση ιθαγένειας. Εκεί πιστεύω είναι το κλειδί για το μέλλον των Βορειοηπειρωτών στην Ελλάδα και την Αλβανία.

Ερ: Αυξάνεται με ταχύτητα η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης, ενώ εξαλείφεται η  Εθνική Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας. Καταβάλλονται έντονες και πολύπλευρες προσπάθειες να την εκμηδενίσουν. (Είναι μεγάλη η ευαισθησία της Αλβανίας για την εκδίωξη των Βορειοηπειρωτών κι ελάχιστη η ευαισθησία της Ελλάδας για την παραμονή τους στα πάτρια εδάφη.). Γιατί αυτή η αντίφαση;   

Απ: Μία αντίφαση συνδέεται με τη Θράκη, ανοιχτή και συγκεκριμένη από την μία πλευρά, την Τουρκία  και από την άλλη, της Ελλάδας μετέωρη και μη αποφασιστική. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Ο Πλάτωνας, έλεγε πως όταν οι θεσμοί αδιαφορούν, ολιγωρούν,  την ευθύνη την έχουν οι πολίτες. Και στην περίπτωσή μας, στη Θράκη αλλά και στη Βόρειο Ήπειρο, την ευθύνη για αναστροφή της κατάστασης την έχουμε εμείς.

Ερ: Οι μουσουλμάνοι υποψήφιοι βουλευτές, που στηρίζουν ελληνικό κόμμα στην Ελλάδα: Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ, κλπ, για να πείσουν τους ψηφοφόρους να τους ψηφίσουν στη Θράκη, τι τους τάζουν; Οι υποψήφιοι του ΚΕΑΔ, π.χ., στις περιοχές μας εκφοβίζουν τους γέροντες, ότι αν δεν τους ψηφίσουν, θα τους κοπεί η σύνταξη του ΟΓΑ από την Ελλάδα…

Απ: Η διάσταση των εκλογών στη Θράκη, έχει μία και μοναδική, έστω και εάν και διαβάζεται υπερβολική, έκφραση: την Τουρκία και τον τοπικό της φορέα άσκησης πολιτικής, το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής.

Θα ήταν περιττό να επαναληφθεί για ακόμη μία φορά η ουσιαστική πίεση που ασκεί η Τουρκία στη Θράκη (και) στο ζήτημα  της ψήφου των μουσουλμανικών μειονοτήτων και των προσπαθειών που   γίνονται προκειμένου να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα για την τουρκική πολιτική. Ωστόσο η προσπάθεια ανάδειξης και αυτής της παραμέτρου της δράσης της Τουρκίας στη Θράκη, εκτός των άλλων (οικονομικών, κοινωνικών, εκπαιδευτικών, κ.ά) αποτελεί μείζον ζήτημα αφού δημιουργεί πολιτικά τετελεσμένα που προσπαθούν να επηρεάσουν την τοπική κοινωνία, αλλά και ευρύτερα την Ελλάδα.

Η Τουρκία πέραν από το προφανές, έδειξε ενδιαφέρον για τις εκλογές στη Ελλάδα και ιδιαιτέρως στη Θράκη, κινούμενη σε γνωστά για την περιοχή δεδομένα. Μετακινήσεις ψηφοφόρων από την Τουρκία, παρουσία του τουρκικού προξενείου,  παρουσία αποστολών από την Τουρκία φανερή ή αθέατη υποστήριξη σε υποψηφίους. Οι οποίοι με τη σειρά τους μιλούν για την «ισχυρή Τουρκία που θα λύσει όλα τα προβλήματα». Έτσι σε μία δύσκολη συγκυρία όλα τα άλλα ακούγονται περιττά. 

Και στις νέες εκλογές στην Ελλάδα, εδώ στη Θράκη, ζήσαμε και βιώσαμε ακόμη ένα (προ)εκλογικό παρεμβατισμό της Τουρκίας, ο οποίος εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως. Μία διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι η παρέμβαση αυτή εντείνεται και δεν λαμβάνει πλέον κανένα πρόσχημα. Είναι αυτονομημένη. Κάθε έννοια προεκλογικού αγώνα και δημοκρατικής λειτουργίας και θεσμικής παρουσίας  έχει εξαφανιστεί αφού τα αποτελέσματά των εκλογών είναι προγραμμένα λόγω των επιδόσεων του μηχανισμού, με χειριστή το Τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής,  δημιουργώντας στις εκλογικές διαδικασίες της Ροδόπης και της Ξάνθης  εκείνο το  περιβάλλον χειραγώγησης και προγραφής με βάση την καταγωγή και θρησκεία.

Το δεδομένο βεβαίως αυτό έχει και την άλλη όψη: την (εγκληματική) ανοχή των κομμάτων για λόγους κυρίως ψηφοθηρικούς, και κατ’ επέκταση  της ελληνικής πολιτείας και της τοπικής κοινωνίας, που για λόγους φοβίας, αδιαφορίας,  ή απάθειας,  και εσχάτως «οικονομικής κρίσης» αρνούνται συστηματικά εδώ και πολλά χρόνια να αντικρύσουν το πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που δεν κρύβεται, ούτε απομονώνεται, ούτε βεβαίως λησμονείται.

Πείτε μου τώρα αυτό που σας περιέγραψα έχει κάποια σχέση με αυτό που συμβαίνει προεκλογικά στην Αλβανία;

Ερ: Τι σημαίνει μη εγγραφή στα πιστοποιητικά των Βορειοηπειρωτών, από τις αλβανικές αρχές, της ελληνικής εθνικότητας; Έγιναν έντονες διαμαρτυρίες, όμως η απόφαση του αλβανικού δικαστήριο λέει ότι δεν είναι απαραίτητο οι Αλβανοί πολίτες να διαχωρίζονται σε εθνότητες. Πέρασε ο χρόνος που ο νόμος αυτός εφαρμόζετε στην πράξη.

Απ: Είναι, νομίζω αυτονόητο, τι αφορά η μη αναγραφή της εθνικότητας. Δε χρειάζεται να επεκταθούμε και άλλο. Για αυτό κάθε αναφορά για απογραφή πληθυσμού στην Αλβανία, που δεν αφορά την εθνικότητα, δεν σχετίζεται με  την πραγματικότητα. Την παρουσία δηλαδή των Ελλήνων στη χώρα που δεν μπορεί να εξαφανισθεί.

Ερ: Τι αποτέλεσμα προβλέπετε να φέρει η απογραφή του πληθυσμού της Ε/Ε. Μειονότητας από την Ομόνοια, ασφαλώς αν γίνει αποδεκτό από Ενωμένη Ευρώπη και Αλβανία;

Απ: Θα το δούμε στην πράξη. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, για παράδειγμα εάν είναι με βάση τους διεθνείς κανόνες είναι πολύ πιθανόν να έχει αποτέλεσμα, αφού αυτό είναι το ζητούμενο.

Ερ: Τι νόημα έχει η παρουσία ενός Τουρκικού Προξενείου στην Κομοτηνή όταν είναι σταθερά εξωθερμική, παράνομη και υπονομευτική η δράση του εκφράζεστε αντικειμενικά σε εισήγησή σας; Μάλιστα παίρνετε και θέση: από καιρό να είχε εκδιωχθεί από τη χώρα. Μα η παρουσία των Ελληνικών Προξενείων στην Αλβανία, που όλα αυτά τα χρόνια ως βασικό στόχο είχαν το εμπόριο βίζας για πλουτισμό πολιτικών και διπλωμάτων κι όχι τη συμπαράσταση και νόμιμη στήριξη των Ελλήνων της Αλβανίας, πείτε μας  τι νόημα είχαν;

Απ: Το Γενικό προξενείο της Τουρκίας στην Κομοτηνή δημιουργήθηκε το 1923 σε αντιστοιχία της δημιουργίας του Γενικού προξενείου της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Ο προφανής λόγος η προστασία των μειονοτήτων, της ελληνικής και της  μουσουλμανικής που εξαιρέθηκαν της Ελληνοτουρκικής συμφωνίας περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών. Η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη, αριθμούσε το 1923 πάνω από 250.000, ενώ οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου ήταν 12.000 περίπου. Σήμερα η ελληνική μειονότητα αριθμεί συνολικά μόνο 2000, οι περισσότεροι υπέργηροι. Το 1923 οι μουσουλμάνοι της Θράκης ήταν 90.000 άτομα περίπου, ενώ σήμερα είναι περίπου 110.000.

Μία από τις πρώτες κινήσεις του προξενείου της Τουρκίας στην  Κομοτηνή, ήταν να εισαχθούν οι αρχές του κεμαλισμού στη Θράκη. Πολιτική της  οποίας τα πρώτα δείγματα  έγιναν ορατά από τα μέσα της  δεκαετίας του 1920.

Επίσης η έκρηξη τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955 στον κήπο του τουρκικού προξενείου Θεσσαλονίκης και έξω από το φερόμενο ως σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ, θα αποτελέσει την αφορμή για το πρωτοφανή για τα παγκόσμια χρονικά διωγμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι λίγα χρόνια πριν είχαν εξοντωθεί οικονομικά, με τον κεφαλικό φόρο (Όλα τα έσοδα από το φόρο εναντίον των Ελλήνων κατατέθηκαν στην κρατική αγροτική Τράπεζα (Ζιράτ), η οποία λειτουργεί  στην Κομοτηνή και τη Ξάνθη, έχοντας συγκεντρώσει σεβαστό ποσό καταθέσεων).

Ο κλητήρας του τουρκικού προξενείου έπεσε σε αντιφάσεις, σχετικά με τα αίτια της έκρηξης και τελικά ομολόγησε ότι αυτός έβαλε τη βόμβα  προσθέτοντας ότι του την έδωσε ο Οκτάι Εγκίν, φοιτητής της Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την Κομοτηνή, ο οποίος και ομολόγησε την πράξη του. Ο Εγκίν είχε εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις και ο πατέρας του, Φαίκ Εγκίν, δάσκαλος στο σχολείο της Σαλμώνης Ροδόπης είχε υποστηριχθεί  από το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, ως υποψήφιος βουλευτής το 1952.  Ο Οκτάι Εγκίν αφέθηκε ελεύθερος  με εγγύηση και ο τούρκος πρόξενος της Κομοτηνής Αχμέτ Ουμάρ τον φυγάδευσε με το διπλωματικό αυτοκίνητο στην Τουρκία, όπου   εργάστηκε αρχικά στον ραδιοσταθμό της Κωνσταντινούπολης, στη διεύθυνση του Αστυνομικού σώματος, στην Υπηρεσία Πληροφοριών (ΜΙΤ), ενώ το 1993 διορίστηκε νομάρχης στην Καππαδοκία.

Μετά τη προβοκάτσια που στήθηκε με φορέα το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής,  η εφημερίδα Ιnstabul Ekspress σε παράρτημα της παραποίησε τα γεγονότα και προέτρεψε σε επεισόδια εναντίον των Ελλήνων. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα κρατήσουν κρατικές και παρακρατικές εθνικιστικές οργανώσεις όπως «Η Κύπρος είναι Τουρκική». Μέσα σε 9 περίπου ώρες τουλάχιστον 30 Έλληνες σκοτώθηκαν και εκατοντάδες άλλοι κακοποιήθηκαν,  καταστράφηκαν ολοσχερώς 1004 σπίτια, ενώ άλλα περίπου 2500 υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Καταστράφηκαν επίσης 4348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις 3 εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες, ενώ συλήθηκαν πάρα πολλοί τάφοι καθώς και οι τάφοι των πατριαρχών στην Μονή Βαλουκλή. Εκεί όμως που ο όχλος έδρασε ανελέητα ήταν εναντίον των Ελληνίδων. Σε 2000 (!) υπολογίζονται οι βιασμοί, αν και επισήμως καταγγέλθηκαν μόνο 200, για ευνόητους λόγους…

Επίθεση από οργανωμένες ομάδες, δέχθηκε και το ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη. Οι ζημιές που προκλήθηκαν εκτιμήθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση, στα 70 εκατομμύρια λίρες, ενώ μόνο οι καταστροφές στις εκκλησίες , όπως σημείωσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών , ήταν 150 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά οι ζημιές υπολογίζονται σε πάνω από 300 εκατομμύρια δολάρια. Τελικά δόθηκαν ως αποζημίωση για τις καταστροφές δόθηκαν 3 εκατομμύρια λίρες στα ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, που έπαθαν σοβαρές ζημιές, ενώ έχει ενδιαφέρον ότι η Ελλάδα δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον των μουσουλμάνων της Θράκης και δε σημειώθηκε κανένα επεισόδιο βίας εναντίον τους. Οι πολιτικές  παρεμβάσεις σε προεκλογικές περιόδους είναι ίσως η πιο γνωστή  δραστηριότητα του προξενείου. Ακόμα πιο επικίνδυνη είναι η δράση του Προξενείου και των ανθρώπων του σε βάρος των μη τουρκογενών μουσουλμάνων της περιοχής. Πομάκοι και Τσιγγάνοι που αποφασίζουν να διαφοροποιηθούν από τη γραμμή “μουσουλμάνος = Τούρκος”, βρίσκουν τον μπροστά τους  μηχανισμούς αυτούς. Ακόμα και για τα παιδιά που αποφοιτώντας από ελληνικό σχολείο εισάγονται σε ελληνικά πανεπιστήμια, διάφορα σωματεία που συχνά δρουν ως εργαλείο του Προξενείου, έχουν  ιδρύσει ανά την Ελλάδα συλλόγους νεολαίας, προκειμένου να διατηρήσει έναν έλεγχο πάνω τους.

Εδώ και χρόνια, υπάρχει υποστήριξη σε διάφορα πρόσωπα, μέχρι το σημείο που εξυπηρετούν τα τουρκικά συμφέροντα (περίπτωση Αχμέτ Σαδίκ, ψευδομουφτήδες, παράνομες ενώσεις και σωματεία, διχαστικά κηρύγματα στα τεμένη, κ.ά). Συνεχίζεται η στήριξη της ανθελληνικής προπαγάνδας στο εξωτερικό (π.χ Σύλλογος Αλληλοβοήθειας Τούρκων Δυτικής Θράκης), ενώ το προξενείο με μία σειρά από άλλες   ενέργειες επηρεάζει την καθημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Υπάρχουν κάποιες δικαιολογίες από την Τουρκική πλευρά για την παρουσία του προξενείου της στην Κομοτηνή. Υπάρχουν όμως σήμερα Τούρκοι πολίτες στη Θράκη;  Ίσως μερικές δεκάδες; Τότε ποια είναι η αναγκαιότητα της λειτουργίας του;  Η βίζα όμως για την Τουρκία έχει καταργηθεί, άρα ποια είναι η ανάγκη ύπαρξής του και γι’ αυτό το ζήτημα;  Πόσες γραφειοκρατικές δουλειές απομένουν και μάλιστα χρειάζονται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο και τόσοι υπάλληλοι; Σύμφωνα με δημοσίευμα (εφημερίδα Μακεδονία 9/12/2009) το Γενικό προξενείο της Τουρκίας στην Κομοτηνή έχει σήμερα  μεγάλο αριθμό υπαλλήλων (υπολογίζεται σε 20), 15 έως 20 εκατομμύρια ευρώ ετήσιο προϋπολογισμό και 3500 έμμισθους συνεργάτες.

Η γραφειοκρατική εργασία θα μπορούσε να γίνει εναλλακτικά, όπως άλλωστε γίνεται και από άλλες χώρες, προφανώς για τη μείωση του κόστους. Σε πολύ λίγη ώρα πλέον βρίσκεται το Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη, άρα ποια λοιπόν είναι η αποστολή της υπηρεσίας αυτής; Κι αν ακόμη υπάρχει έργο που πρέπει να διεκπεραιωθεί, ας διατηρηθεί ένα γραφείο όπου θα αποσπώνται 1 – 2 υπάλληλοι από τη Θεσσαλονίκη να εξυπηρετούν τους ελάχιστους, όπως γνωρίζουμε, Τούρκους πολίτες της Θράκης. Υποτίθεται ότι το τουρκικό Προξενείο Κομοτηνής επιβλέπει την εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάνης.  Μία Συνθήκη  την οποία  καταπατά από την πρώτη μέρα της υπογραφής της.  Που δεν άφησε ούτε μία διάταξή της που να μην την παραβιάσει. Πού είναι η αυτοδιοίκηση της Ίμβρου και της Τενέδου; Πού είναι τα δικαιώματα των μειονοτικών, οι περιουσίες των χριστιανικών ιδρυμάτων; Δεν είναι απαράδεκτο να δεχόμαστε να επιτηρούν, μετά τα τόσα τουρκικά  εγκλήματα, την εφαρμογή της ίδιας Συνθήκης από εμάς; Που είναι η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης; Μία αυτόχθονη μειονότητα η οποία μέσα σε λίγες δεκαετίες εξαφανίσθηκε από την Κωνσταντινούπολη. Υποστηρίζεται ότι το Προξενείο εγγυάται τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας.

 Αυτό υποστηρίζεται από μία χώρα που βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σεβασμού των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων παγκοσμίως.

Το συμπέρασμα το οποίο βγαίνει είναι ότι αφενός ότι  το προξενείο λειτουργεί έξω από κάθε όρια της αποστολής του και αφετέρου ότι δεν υφίσταται ούτε μία αντικειμενική αιτία για τη συνέχιση της λειτουργίας του Προξενείου της Τουρκίας στην Κομοτηνή, με αυτή την κατάσταση.

Πράξεις του προξένου και του προξενείου που παραβιάζουν το βασικό του καθήκον προστασίας των πολιτών του κράτους που αντιπροσωπεύει, ξεφεύγουν ουσιαστικά από το πλαίσιο των νόμιμων καθηκόντων του. Ο πρόξενος είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις παράνομες ενέργειές του που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν σαν υπαγόμενες στην άσκηση των προξενικών του καθηκόντων. Στην περίπτωση αυτή αλλά και σε πολλές άλλες, ανακαλείται ο διπλωμάτης. Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι του Τούρκου πρόξενου στο Ντύσσελντορφ Χακάν Κιβάντς, για τον οποίο η Γερμανία ζήτησε το Μάιο του 2009, την ανάκλησή του, λόγω της εθνικιστικής του δράσης στους Τούρκους μετανάστες. 

Σε περίπτωση βεβαίως απομάκρυνσης του προξενείου από τη Θράκη,  η Τουρκία θα διώξει το Προξενείο της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό είναι πράγματι ένα σοβαρό ζήτημα. Όμως κάποια στιγμή πρέπει να ζυγίσουμε το εκεί και το εδώ διακύβευμα. Η Τουρκία σήμερα χρειάζεται την ελληνική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη, για να την χρησιμοποιεί ως άλλοθι μειονοτικής πολιτικής έναντι μιας πρακτικά εξαφανισμένης μειονότητας.  Για αυτό παρατηρείται ότι γίνεται συχνή αναφορά για τα δικαιώματά της, αφού γνωρίζει ότι είναι μία μειονότητα των 2000 ατόμων, σε μία χώρα 70 πλέον εκατομμυρίων… Ο ρόλος του Ελληνικού Προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, εκτός του ότι είναι πάντοτε εντός προξενικού δικαίου, βαρύνει αναλογικά ελάχιστα σε σχέση με ό,τι γνωρίζουμε να συμβαίνει στην Θράκη. Η ζυγαριά κλίνει αναφανδόν υπέρ της Τουρκίας στη Θράκη.

Κάποιοι μιλούν για περιορισμό του εκάστοτε Προξένου στα αυστηρά διπλωματικά του καθήκοντα. Όμως μια άλλη λειτουργία του Προξενείου θα προϋπέθετε μιαν άλλη Τουρκία, καταλήγουμε δηλαδή πάλι στο γνωστό ευχολόγιο για «ευρωπαϊκή Τουρκία» κτλ. Ακόμη και μία παροδική συμμόρφωση με την διπλωματική δεοντολογία δεν παρέχει καμιά εγγύηση για το αύριο, εφόσον η γειτονική χώρα είναι αυτή που όλοι γνωρίζουμε.

Στο εσωτερικό της Θράκης είναι επίσης αλήθεια ότι θα υπάρξουν αρκετοί που θα δυσαρεστηθούν με μία τέτοιαν εξέλιξη. Εδώ όμως είναι το  χρέος του κράτους έναντι της Θράκης και των πολιτών της. Είναι ανάγκη να περιορίσουμε τη δυσαρέσκεια μόνον στους υστερόβουλους για συνεργάτες της Τουρκίας, και να μην επιτρέψουμε στους τελευταίους να το παρουσιάσουν ως πρόβλημα του καθενός μουσουλμάνου πολίτη. 

Πρέπει κάποια στιγμή να αντιληφθεί και ο τουρκικής καταγωγής (ή συνείδησης) μουσουλμάνος της Θράκης ότι η  Ελλάδα έχει συμφέροντα, όπως κάθε κράτος, τα οποία δεν είναι διαπραγματεύσιμα.  Να αντιληφθεί ότι άλλο η τουρκική συνείδηση κι άλλο η υιοθέτηση μιας εθνικιστικής πολιτικής από την Τουρκία, η οποία εκφράζεται ποικιλοτρόπως.

Θα πρέπει ο μουσουλμάνος ότι ανεξαρτήτως καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας είναι πολίτης της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης – κι εδώ μπορεί να λύσει όλα του τα προβλήματα.

Η ειρήνη στη Θράκη  κινδυνεύει ακριβώς από τη δράση της Τουρκίας, και όσο δεν αφοπλίζουμε τούτον τον μηχανισμό που βρίσκεται μέσα στην κοινωνία  που ζούμε, είμαστε ανά πάσα στιγμή όμηροι των όποιων προθέσεών του (π.χ. Κωνσταντινούπολη 1955). Το κρίσιμο του ζητήματος προϋποθέτει  άμεσες αποφάσεις.

Πείτε μου τώρα εσείς έχει καμία σχέση η διπλωματική δραστηριότητα των ελληνικών ή άλλων αρχών σε οποιαδήποτε χώρα με την αντίστοιχη τουρκική στη Θράκη,  όπως  σας την περιέγραψα;

Σε ότι αφορά τη διπλωματική παρουσία της Ελλάδας στην Αλβανία, αυτή έχει κριθεί και κρίνεται. Και ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Γιώργος Μύτιλης