Από το ταξίδι του έφερε κομπούρια και ντουφέκια. Αυτά ήταν ο σεβντάς του

Από το ταξίδι του έφερε κομπούρια και ντουφέκια. Αυτά ήταν ο σεβντάς του

Του Θανάση ΜΠΟΛΟΥ-ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ

Ξεχασμένοι αγωνιστές – ΣΠΥΡΟΣ ΖΕΡΒΑΣ

Δεν τα ’χε συμπληρώσει ίσως τα δυο του χρόνια όταν έμεινε χωρίς πατέρα. Και οι καιροί δύσκολοι. Παντού δέσποζε η Τουρκία. Κι η μάνα του νέα, απροστάτευτη. Πώς μπορούσε να παλέψει μόνη; Υποχρεωμένη να μεγαλώσει με τιμή το γιο της, άφησε τις Δρυμάδες κι ήρθε στο Χλωμό. Δεν είναι και μακριά. Δυόμισι ώρες με το πόδι είναι αρκετές. Νοικοκυρεύτηκε στους Τσιναίους και ανάγυωσε στη νέα της οικογένεια και το μικρό Σπύρο. Αυτά, κατά τα μέσα των δεκαετιών 1860-1870…

Σ’ αυτό το τόσο δύσκολο περιβάλλον του βόρειου Πωγωνίου, μα πολύ περισσότερο όμορφο και αγαπητό, μεγάλωσε και ανατράφηκε ο Σπύρος Ζέρβας, που διέθεσε ό, τι είχε δυνατό και δικό του, για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Ήταν πατροπαράδοτη η συνήθεια στα μέρη μας τότε, να αρραβωνιάζονται και να παντρεύονται στην εφηβική τους ηλικία τα αγόρια, για να μην τα ξεμυαλίσει η ξενιτειά. Ενώ τα κορίτσια πολύ πιο μικρά. Γι’ αυτό και όταν άλλαξαν τα δαχτυλίδια με τη Χαρίκλεια, εκείνη έπαιζε το σχοινάκι στα αλώνια.

Ο Σπύρος ταξιδεύτηκε στην Πόλη, όπως οι πολλοί τότε, και όταν επέστρεψε στο χωριό ήταν σωστός άντρας. Ξέρετε, όμως, τί έφερε από το ταξίδι του; Κομπούρια και ντουφέκια. Αυτά ήταν ο σεβντάς του. Όχι βέβαια πως δεν ενδιαφέρονταν για τη διατροφή και διαβίωση της οικογένειας, μα είναι γεγονός ότι τα όπλα αποτελού­σαν την πιο αγαπημένη του συντροφιά.

Τί τα ’θελε τα όπλα; Τα δικαιολογούσε με τη μεγάλη του αγάπη προς το κυνήγι και τη μεγαλύτερη ικανότητά του σαν κυνηγός. Οι κυνηγοί του χωριού μας έχουν ακουστό το «Σκέμπι του Λύκου» στο Γκιντάτσι. Η ονομασία δόθηκε γιατί σε κείνο το σκέμπι περνούσε ένας λύκος, έξω από τα καϊτέρια, όταν οι κυνηγοί είχαν κυκλώσει το Γκιντάτσι. Κι ο λύκος ήταν αρκετά μακριά. Μα, το μάτι και το δάχτυλο του Σπύρου δεν αστειεύονταν. Έφθασε ένα μπαμ και ανασκέλωσε το λύκο. Μια από τις αμέτρητες περιπτώσεις κυνηγετικών του επιτυχιών.

Ήταν αφάνταστα ευθύβολος. Κι όχι μονάχα με το ένα χέρι, μα με τα δύο. Γι’ αυτό, λένε, ότι του έμεινε και το επώνυμο «Ζέρβας» δηλαδή αριστερός. Μπορούσε να σχηματίσει σωστό σταυρό με το περίστροφο, πυροβολώντας σε μία σανίδα.

Ήταν η περίοδος που οι λαοί της Βαλκανικής ζητούσαν και αγωνίζονταν επίμονα για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία τους από τον τούρκικο ζυγό. Ο Σπύρος σα να το περίμενε. Κι αυτό περίμενε στ’ αλήθεια. Γι’ αυτό και στην κατάλληλη στιγμή βρέθηκε συμπο­λεμιστής του Παύλου Μελλά, ως την απελευθέρωση της Μακεδο­νίας.

Έφθανε αυτό να ανάψει το αίμα του και να μην βρίσκει ησυχία ούτε στο ταξίδι, ούτε στο χωριό, ούτε στο αγαπημένο του κυνήγι. Το 1914 τον βρίσκο­με οπλαρχηγό στις μονάδες των ανταρτών για την απελευθέρωση των βορείων περιοχών της Η­πείρου και συνεπέστατο αγωνι­στή υπέρ των συμφερόντων της Πατρίδας μας Ελλάδας. Κατά τις νικηφόρες μάχες που έδινε με την ηρωική του στρατιωτική μονάδα, η οποία αποτελούνταν ως επί το πλείστον από παιδιά του χωριού και της περιοχής του Βόρειου Πωγωνίου, αποκόμιζε και διάφορα λάφυρα, τα οποία ο Σπύρος έστελνε στο κέντρο των επιχειρήσεων. Οι άνθρωποι που τα παρελάμβαναν νόμισαν για μια στιγμή πως προορίζο­νταν για την οικογένειά του και τα έστειλαν στο Χλωμό. Όταν κάποια μέρα γύρισε ο οπλαρχηγός στο κέντρο και τα ζήτησε να τα στείλει στην ανώτερη στρατιωτική διοίκηση, δεν τα βρήκε. Μπορούσε και να εγκληματήσει στη στιγμή, γιατί θεώρησε την πράξη μεγάλη προσωπική προσβολή. Τον συγκράτησε, όμως, η αφάνταστη ψυχραιμία του. Την άλλη μέρα τα λάφυρα ήρθαν επειγόντως από το χωριό και ο οπλαρχηγός τα παρέδωσε στις ανώτερες στρατιωτικές αρχές των επιχειρήσεων.

Τσέτα

Ο Αγώνας έληξε με τα γνωστά του αρνητικά αποτελέσματα. Ο Σπύρος Ζέρβας αποσύρθηκε στο φτωχικό του, το άλλοτε μεγα­λόπρεπο Μπολέικο, ύστερα από ενεργό ένοπλη εθελοντική πάλη περισσότερο από μια δεκαετία. Να «γνωρίσει» τα παιδιά του -δυο γιους και δυο κόρες. Να προσέξει το σπίτι του. Να συντροφέψει τη γυναίκα του. Κι ο καθένας που μαθαίνει ή ακούει αυτά τα λίγα όμως τόσο σπουδαία και ιδιαίτερα πράγματα γι’ αυτόν τον ακατάβλητο μαχητή υπέρ των συμφερόντων της Πατρίδας μας, ασφαλώς θα φαντάζεται πως τα γεράματά του θα ήταν αίσια, γιατί θα ’πρεπε να επακολουθήσει και κάποιο οικονομικό επίδομα.

Δυστυχώς!

Πρώτα-πρώτα, τα διαβόητα σύνορα των κρατών απέκοψαν το χωριό του από την Ελλάδα. Το Χλωμό έμεινε στο αλβανικό κράτος. Ο Σπύρος με τον αγώνα του έθιξε ως ένα σημείο τα «συμφέροντα» του νεοσύστατου αυτού κρατιδίου από τις μεγάλες δυνάμεις. Επόμενο ήταν να αποχτούσε τη δυσμένειά του. Κι όχι μόνον αυτός, μα και τα παιδιά του, τα οποία κατηγορήθηκαν αργότερα σαν φιλέλληνες (!) και προπαγανδιστές, και δικάστηκαν σαν «πράκτο­ρες» των Ελλήνων (!).

Το κακό για το Σπύρο και την οικογένειά του δε σταματά με τόσο. Αν θα υπήρχε μονάχα η δυσμένεια των Αλβανών και υπήρχε ευμένεια από την ελληνική πλευρά, μοιράζονταν το κακό. Ο Σπύρος Ζέρβας «κέρδισε» και τη δυσμένεια αυτών των ίδιων των ιθυνόντων του ελληνικού κράτους. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ήταν φανατικός βασιλόφρων και οι κατοπινές «δημοκρατικές» κυβερνήσεις τον έσβησαν από τα δευτέρια, χωρίς να υπολογίσουν τους αγώνες και την εθελοντική του προσφορά υπέρ των συμφερόντων της Μητέρας Ελλάδας. Ο Σπύρος Ζέρβας πέθανε πάμπτωχος στο Χλωμό το 1926. Έμεινε, όμως, στο Σπύρο και στην οικογένειά του η εντιμότητα και η συνέπεια, τα οποία διατηρούν φανατικά και δεν τα αλλάζουν με κανένα ηθικό και υλικό αντάλλαγμα οι απόγονοί του. Κι αυτό τους κρατεί το μέτωπο ψηλά!

1991

Γιώργος Μύτιλης