Γράψη – Κράψη: «Μια ξενιτιά που βαστάει 400 χρόνια πια…»

Γράψη – Κράψη: «Μια ξενιτιά που βαστάει 400 χρόνια πια…»

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

… στη φωτογραφία (1955), τα παιδιά του δημ. σχολειού στο χωριό Γράψη, δίπλα στο Αργυρόκαστρο … η Γράψη, είναι η πατρίδα των προγόνων της μάνας μου … το σόι της, τότε το μακρινό 1600, έφυγε από τη Γράψη, και έχτισε νέο χωριό στα Γιάννενα, που το ονόμασαν Κράψη. – Η αιτία της φυγής: Η επιθυμία ενός τούρκου μπέη να κοιμηθεί με μια νιόπαντρη δεν εκπληρώθηκε. Ο νιόπαντρος σκότωσε τον μπέη, πήρε τη γυναίκα του και όλους τους συγγενείς του, καβαλίκεψαν τα άλογα, πεταλωμένα ανάποδα ώστε να έχαναν οι διώκτες τους τα ίχνη τους, και πήγαν και εγκαταστάθηκαν στο σημερινό χωριό Κράψη, πίσω από το Δρίσκο, 25 χλμ. ανατολικά απ’ τα Γιάννενα … στη φωτογραφία λοιπόν, τα παιδάκια του σχολείου της Γράψης, μοιάζουν, όπως τα «είδα» εγώ, να κοιτάνε, πίσω στους αιώνες, το σόι της μάνας μου, να φεύγει … και μαζί με το σόι, με τους παλιούς Γραψίτες δηλαδή, «βλέπω» να ‘ναι κι η μάνα μου, κι ας γεννήθηκε 3 αιώνες μετά, να ‘ναι κι αυτή μαζί, γιατί έτσι θα ‘θελα, να ‘χε πατήσει μικρή τον τόπο των παπούληδων, και ποτέ να μην είχε φύγει απ’ εκεί, γιατί σε ξένο κι άγνωρο τόπο εντέλει επήγαν, σε ξενιτιά δηλαδή … μοιάζουν λοιπόν τα παιδάκια της Γράψης, να τους «φωνάζουν» βουβά με τα μάτια «-Γυρίστε πίσω» … εκείνοι όμως, Κραψίτες πλέον, κι όχι Γραψίτες, συνεχίζουν το δρόμο τους, τραβώντας ουσιαστικά σε μια ξενιτιά που βαστάει 400 χρόνια πια…τα παιδιά, κάποτε, αποκαμωμένα σταματούν να τους καλούν… βροντούν μόνο τα πέταλα/τ’ ανάποδα βαλμένα…

…Κείθε, βροντούν τα πέταλα

τ’ ανάποδα βαλμένα!

Δώθε,τα Γραψιτόπουλα,

στον τοίχο ακουμπισμένα,

κοιτάν’, μάνα, που φεύγετε

και πάτε για το Νότο,

γρήγορα, να σας βρει μακριά

το χάραμα το πρώτο,

πριν ξημερώσει κι εύρουνε

τον μπέη μακελεμένο,

και βγουν οι καβαλάρηδες

με ξίφος γυμνωμένο.

Κι όλο στο δρόμο εισάστενε,

κι όλο στη μαύρη στράτα…

Πατρίδες δυό σάς κρένουνε:

η μια γαλανομάτα,

κι η άλλη του Σκεντέρμπεη.

Kι όλο βαρούν κλαρίνα,

κλαρίνα-πικροκλάρινα,

πατρίδα και πυξίδα…

Kι όλο τραβάτε στη βροχή,

στ’ αγιάζι και στα χιόνια,

χίλια διακόσια τέρμινα

και τετρακόσια χρόνια.

Eδώ Γράψη το λέγατε,

Κράψη θα λέτε κάτω,

θα βγαίνετε στο ξάγναντο,

Τετάρτη και Σαββάτο,

και θα κοιτάτε στο Βορά

εκεί που σβήνει η Πίνδος

και θα ‘ναι μες στα στήθια σας

πικρός ο αγέρας λίγος ,

κι όλο τα Γραψιτόπουλα

θα λένε “ελάτε πίσω”

μ’ ένα βουβό παράπονο

σαν κύμα πελαγίσιο

που βλέπει βάρκα πλουμιστή

αλάργα να τραβάει

να χάνεται στο πέλαγο

να μην ξαναγυρνάει!

Kαι θα βροντούν τα πέταλα

τ’ ανάποδα βαλμένα,

κι εσείς στο Νότο μακριά,

πουλιά ξενιτεμένα,

κι αν θα ‘χετε , μανούλα μου,

δυο φράγκα παραπάνω,

στη Γράψη,των παπούληδων

το αίμα, θα ‘ναι απάνω…

Και θα σας πνίγει η ξενιτιά,

και θα σας τρών’ τα ξένα,

και θα βροντούν τα πέταλα

τ’ ανάποδα βαλμένα.

Από το facebook, Άγγελος Παπαγεωργίου

Γιώργος Μύτιλης