Η Μηλιά

Η Μηλιά

(Περί εξαφανισμένων χωριών και πόλεων)

Αν τύχει κι ανεβείς μήνα Μάη στο βουνό Μηλιά, έρχεται η στιγ­μή που αισθάνεσαι πως άγγιξες το θαύμα της φύσης. Κάτω από τους τροχούς του αυτοκινήτου και κάτω από το μαγεμένο βλέμμα σου, περνούν και επαναλαμβάνονται ώρα πολλή ήμερες πλαγιές, ατέλειωτα λιβάδια, απέραντοι βοσκότοποι. Κι άμα, επιτέ­λους, μέσα από τα φυλλουργιασμένα, ψηλά δέντρα και τις λουλουδιασμένες ισοτοπιές φτάσεις στην κορυφή, εκεί θα βγει να σε υπο­δεχτεί μια βαθιά και πρωτόγνωρη σιωπή, έτοιμη να σου ρίξει πάνω το διάφανο πέπλο του συλλογισμού.

Το θέαμα είναι ανεπανάληπτο. Όλα μοιάζουν παρθένα και αιώ­νια κι όλα σαν να τα ’χεις στην αυλή σου. Αν πάρεις μια πέτρα και την πετάξεις, μπορεί να μην φτάσει μέχρι το γλαυκό Ιόνιο, αλλά ανά­μεσα στις κόκκινες στέγες του χωριού Μουρσί, θα πέσει σίγουρα. Νότια του Μουρσιού, στους πρόποδες του κωνικού λόφου, που τον λένε Τσούκα (κορυφή) του Αετού, είναι το Τσιφλίκι. Αριστερά του, στην ξηρή πλαγιά της Σαρακίνας η Κονίσπολη και στο βάθος η Ηγουμενίτσα με τα τεράστια πλοία στο λιμάνι της. Μπροστά σου η Κέρκυρα. Ανατολικά η Σάλεση και το Βαγκαλιάτι, που δεν φαίνο­νται, αλλά που αποτελούν μέρος του τοπίου τούτου και της Ιστορίας.

EPSON MFP image
EPSON MFP image

Εδώ πάνω, σε υψόμετρο 800 μ. (η ψηλότερη κορφή του βουνού είναι 825 μ.) ήταν χτισμένο ένα χωριό, εξαφανισμένο πια, που, όπως και το βουνό, το λέγανε Μηλιά.[1] Για πρώτη φορά το χωριό Μηλιά αναφέρεται ως «χωριό στη δικαιοδοσία της Εξαρχίας της Μονής Θεολόγου με 2 οικογένειες».[2] Το έτος 1888, όπως αναφέρεται στον υπ’ αριθ. I πίνακα στις Στατιστικές πληθυσμού στο βιλαέτι των Ιωαννίνων, το χωριό Μηλιά είχε 50 οικογένειες και 250 κατοίκους. Αρκε­τά μεγάλο χωριό, αν λάβει κανείς υπόψη το υψόμετρο καθώς και τις αποστάσεις από τα γύρω χωριά. Σίγουρα, οι Μηλιώτες, όταν οι ανά­γκες τους υποχρέωναν να ’ρθουν σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο, τέτοιες αποστάσεις θα τις διασχίζανε με τα ανθεκτικά μουλάρια. Το Μουρσί δυτικά και το Βαγκαλιάτι ανατολικά απέχουνε τουλάχιστον τρεις ώρες.

Πότε χτίστηκε το χωριό, κανένας δεν μπορεί να το πει. Στην τούρκικη απογραφή του 1580 δεν αναφέρεται. Ωστόσο, η νοτιοανατολική πλευρά του βουνού διατηρεί ακόμα σήμερα ερείπια παλαιότατου οικισμού. Στην σπηλιά της Αγίας Μαρίνας πάνω από τη σημε­ρινή γέφυρα της Παύλας ανακαλύφθηκαν ευρήματα παλαιολιθικής εποχής. Εκεί είναι και ο πύργος, που ανήκει μεταξύ 4ου και 3ου αι­ώνα π.Χ. ο οποίος συμπληρώνει την αλυσίδα των οχυρωμάτων της πόλης του Βουθρωτού. Στα θεμέλια μίας από τις ερειπωμένες κατοι­κίες γύρω από την εκκλησία βρέθηκε μια τερακότα, που παριστάνει το Θεό Πάνα.[3] Στον εθνογραφικό χάρτη Β. Ηπείρου, εκδ. Δωδώνη 1919, στο κεφάλαιο «Καζάς Δελβίνου» όπου κάνει λόγο για την απογραφή του 1913, το χωριό Μηλιά δεν αναφέρεται ανάμεσα στα άλλα χωριά της περιοχής. Μέσα στα 25 χρόνια που μεσολάβησαν, οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν. Λέγεται ότι οικογένειες από τη Μηλιά εγκαταστάθηκαν άλλες στο Μουρσί, άλλες στο Σωπίκι και μερικές στα Καλύβια, στην Κουλουρίτσα και αλλού. Ως κύρια αιτία της εγκατάλειψης πρέπει να είναι οι ανυπέρβλητες δυσκολίες διαβίω­σης, γιατί οι πρώτοι κάτοικοι που αποφάσισαν να σκαρφαλώσουν για κατοικία στο βουνό δεν πήγαν να συναντήσουν το θαύμα της φύ­σης. Μέσα στη μεγάλη ανασφάλεια των καιρών, κυνηγούσαν την ασφάλεια.

EPSON MFP image
EPSON MFP image

Το πρώτο άθιχτο σημάδι του εξαφανισμένου χωριού είναι η εκκλησία. Οι Μουρσιώτες λένε ότι είναι η εκκλησία του Αγίου Θανάση. Οι Μουρσιώτες, μάλιστα, την περιποιούνται, αφού την ώρα που την επισκεφτήκαμε, είδαμε στο δάπεδό της δομικά υλικά και σύνερ­γα οικοδόμων. Η εκκλησία έχει ορθογώνιο σχήμα, σώζεται τέλεια, αλλά δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε κάποια ημερομηνία κατα­σκευής ή και ανακαίνισης, για να μπορέσουμε να προσεγγίσομε και το χρόνο ίδρυσης του χωριού. Στην εξωτερική πλευρά του ιερού έχει σκαλισμένο σταυρό.

Ένα δεύτερο και σημαντικότατο σημάδι της ζωής του χωριού, που παρέμεινε άθιχτο, είναι η στέρνα, που συγκέντρωνε το νερό της βρο­χής. Με πρόχειρες μετρήσεις, θα μπορούσες να υπολογίσεις ότι η χω­ρητικότητα της στέρνας θα ’φτανε τα 50 κυβικά μέτρα. Σκύβεις στο στόμιο και βλέπεις το νερό να μαυρολογεί σιωπηρό και κρυμμένο στα έγκατα της γης, σαν ο πολυτιμότερος θησαυρός του ορεινού χω­ριού, που ευκολότερα επικοινωνούσε με τον ουρανό παρά με τη γη.

Η εκκλησία σώθηκε στο πέρασμα του χρόνου λόγω λατρείας, αλ­λά και από το φόβο των ανθρώπων προς τους οίκους του Θεού, όπως συμβαίνει συνήθως. Τη στέρνα την έσωσε μια άλλη θεότητα, σκληρή και αδυσώπητη αυτή, η θεότητα της ανάγκης. Τα σπίτια, όμως, όσο θεμελιωμένα κι αν ήταν, δεν άντεξαν. Κατά πρώτον, τα γκρέμισε η ίδια η εγκατάλειψη και μετά ήρθε ο άνθρωπος για να στήσει εδώ πάνω στρατιωτικό τμήμα αεράμυνας, να φυλάει, λέει, τους αιθέρες από τους εχθρούς. Οι πέτρες των εγκαταλειμμένων σπιτιών χρησιμοποιήθηκαν τη δεκαετία 1960-70 για το σκοπό αυτόν. Λιθοσωριές, όμως, υπάρχουν ακόμα σήμερα, όπως φαίνονται και στις φωτογραφίες. Πλάι στις λιθοσωριές και τα θεμέλια ορθώνονται και κάποια ήμερα δέντρα, όπως, συκιές και άλλα ημιάγρια, όπως, τσουμπλικιές.


[1] Σίγουρα, το χωριό πήρε το όνομά του από το βουνό Μηλιά. Οι πρώτοι κάτοικοι φρό­ντισαν περισσότερο για την εγκατάστασή τους, ενώ το όνομα το ’χαν έτοιμο. Μπορεί, όμως, μια απλή μηλιά να δώσει το όνομά της σ’ έναν τεράστιο ορεινό όγκο, που αρχίζει από τη χαράδρα στο Μπογάζι και φτάνει σχεδόν στις όχθες της Θαλασσοπούλας; Ίσως να πήρε το όνομα από τη «μηλωτή», δέρμα προβάτου, προβιά -αρχ.: μήλο (πρόβατο, σύμφωνα με το Υπερλεξικό Νεοελληνικής Γλώσσας, εκδ. Παγουλάτου).

[2] Βασίλειος Μπαράς, Το Δέλινο Β/Η και η περιοχή του, σελ. 153.

[3] Χαλίλ Σιαμπάνι, ό.π.

Από το βιβλίο του Ανδρέα ΖΑΡΜΠΑΛΑ: Ο Άλλος Χάρτης

Γιώργος Μύτιλης