«Η Παναγιά της Νίκης»

«Η Παναγιά της Νίκης»

Στο χωριό Κούτσι, την ώρα που

παίρναμε συσσίτιο στα σκοτεινά,

ακούσαμε το εξής νέο:

Η Παναγία παρουσιάστηκε σ’ έναν

ανθυπασπιστή και αυτός την εξέλαβε

για Αλβανίδα, προφανώς κατάσκοπο,

και πήγε να την πυροβολήσει

με το ρεβόλβερ του.

Αυτή σήκωσε την παλάμη της

να τον σταματήσει και του είπε:

”Μη χτυπάς. Ένα έχω να σου πω:

Τη Λαμπρή θα είσαστε στα σπίτια σας.”

Αμέσως δόθηκε διαταγή

να χτιστεί εκκλησία στο μέρος

που παρουσιάστηκε η Παναγία,

ή μάλλον να επισκευαστεί

ένας γκρεμισμένος μύλος.

Οι μύλοι όλοι στην Αλβανία είναι

τετράγωνα κτήρια για καλαμπόκι.

Μου πρότεινε ο διοικητής

να κάνω τοιχογραφίες,

αλλά ήταν πολύ δύσκολο.

Το μέρος αυτό εβάλλετο από

τους Ιταλούς και εφοβόμουν.

Δέχτηκα όμως να κάνω

τέσσερις εικόνες για το τέμπλο,

αν βρουν τέσσερις σανίδες.

Μπογιές είχε ο λοχαγός μου

ο μακαρίτης Γεωργόπουλος,

με την ελπίδα ότι θα μπορέσω

να κάνω σκηνές από μάχες.

Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν

για να καμουφλαριστούν τα νίκελ

του αυτοκινήτου του διοικητού.

Και αργότερα, για να κάνω

μερικά πορτραίτα του λοχαγού αυτού,

που ήταν φιλότεχνος και βιβλιόφιλος.

Ύστερα από πολλές έρευνες

βρέθηκε ένα καπάκι από κιβώτιο.

Εκεί πάνω ζωγράφισα

την ”Παναγία της Νίκης”,

έχοντας ως πρότυπο

μια κακοζωγραφισμένη Παναγία

που κυκλοφορούσε σε δελτάρια.

Όταν τελείωσε

την εθαύμασαν όλοι οι στρατιώτες

και ένας λοχαγός με παζάρευε να

του κάνω μια ίδια για την Κέρκυρα.

Ο διοικητής του τάγματος

έμενε μακριά από τα σπίτια

που μέναμε εμείς,

σε μια σκηνή

καμουφλαρισμένη με κούμαρα.

Έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή,

εξαιρετικά ωραίο και μάγκα,

για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε.

Επήρα την εικόνα μαζί μου

και καβάλησα τα καπούλια

της μοτοσυκλέτας.

Καθώς πηγαίναμε στον διοικητή,

έφραξαν σχεδόν το δρόμο

στρατιώτες από την Άρτα,

που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί

και είχαν πληροφορηθεί

για την ύπαρξη της εικόνας.

Ήδη, το ταπεινό μου έργο,

που δεν είχε στεγνώσει ακόμα,

είχε αποκτήσει φήμη

θαυματουργής εικόνας.

Εκείνη την ώρα

βάρεσε συναγερμός.

Δηλαδή ένας στρατιώτης

με μια σάλπιγγα, εσάλπισε.

Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής

πέσαμε μπρούμητα, σύμφωνα

με τις διαταγές που είχαμε.

Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο.

”Βρε συνάδελφε”, μου είπε ένας,

”βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;”

”Όχι φίλε”, του απάντησα,

”αλλά είμαι στρατιώτης και υπακούω

στις διαταγές των ανωτέρων”.

Όταν είδε ο διοικητής την εικόνα,

μου είπε:

”Την έχεις κάνει άγρια την Παναγία.

Και ο Χριστός είναι και αυτός αγριωπός.”

Για να τον θαμπώσω του είπα κάτι

από τους Ψαλμούς του Δαβίδ:

”Ευλογητός ει Κύριε

ο διδάσκον τας χείρας μου εις πόλεμον,

τους δακτύλους μου εις παράταξιν.”

”Βλέπω είσαι και θεοσεβούμενος”,

μου απάντησε.

Φώναξε τον κουρέα να με ξουρίσει

και είπε σε έναν ανθυπολοχαγό

να μου βγάλει μια φωτογραφία

με την εικόνα μαζί.

Η εικόνα παρίστανε

την Παναγία με το Χριστό

και στο κάτω μέρος τα θαύματά της.

Αριστερά τον ανθυπασπιστή που

πάει να πυροβολήσει την Παναγία

και δεξιά τους στρατιώτες

που πάνε να χτίσουν το μύλο

για να τον κάνουνε εκκλησία.

Όταν γύρισα μετά τον πόλεμο

στην Αθήνα,

μου παραδώσανε

αυτή τη φωτογραφία.

Γιάννης Τσαρούχης

Γιώργος Μύτιλης