Η ΣΑΜΑΡΙΤΣΑ

Η ΣΑΜΑΡΙΤΣΑ
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

(Για όσους κουνήθηκαν σε σαμαρίτσα και βγήκαν από τα σπάργανα)

Είναι ένας πραγματικός μύθος η ηπειρωτική σαρμανίτσα – η κούνια, το κρεβατάκι του μωρού της παλιάς εποχής. (Στα χωριά μας, στη Δερόπολη, τη λέμε σαμαρίτσα. Μια συμφωνία κάνουμε μαζί: «Σαμαρίτσα» θα τη συναντήσετε στην αφήγησή μου, που ακολουθεί)

Πολύτεκνες ήταν, σχεδόν, όλες οι οικογένειες των προγόνων και των γονιών μας.

Κουνιόταν, νανουρίζονταν το πρώτο μωρό στη σαμαρίτσα και πριν προλάβει να ηρεμήσει, έρχονταν το δεύτερο, το τρίτο, συνήθως έως και το πέμπτο μωρό. Μέχρι και εννέα παιδιά αποχτούσε ίδιο ζευγάρι. Έτυχε να κουνήσουν συγχρόνως και δύο σαμαρίτσες.

Τα ζευγάρια παλιά, δεν φοβόταν τα πολλά παιδιά. Τα χαιρόταν, το είχαν ως πολύτιμο δώρα, που τους το έστελνε ο Θεός. Τα σπίτια τους ήθελαν να είχαν πολλά παιδιά και ας ήταν οι δυσκολίες, η φτώχεια με το τσουβάλι. Έτσι, μεγάλωνε και το σόι τους. Γινόταν πιο δυνατό.

Η σαμαρίτσα με το μωρό, τοποθετημένη σε κάποιο σημείο του δωματίου, αποτελούσε το μίνι παιδικό δωμάτιο.

Σήμερα, με όλες τις ανέσεις, τα ζευγάρια αποφεύγουν να αποκτήσουν πολλά παιδιά. Κυριεύει η υπογεννητικότητα, ζούμε πράγματι, σε αφύσικες καταστάσεις.

Η σαμαρίτσα, δεν είχε καμιά σχέση με τις πολυτελέστατες σημερινές κούνιες (κρεβατάκια μωρού), με τα ανατομικά stromatex, τις ακριβές κουβέρτες, τα χρωματιστά ποιοτικά σεντόνια …, τα pampers, τα ατελείωτα παιδικά παιχνιδάκια, τις παιδικές μελωδίες στα παιδικά δωμάτια και…, και…

Το στρώμα, στη σαμαρίτσα, συνήθως, ήταν από χόρτο ακοντσιάς, φιλικό προς τα ούρα και την αποστείρωση. Τα στρωσίδια, τα σκεπάσματα του μωρού, ήταν από μάλλινα υφαντά αργαλειού, ή πλεκτά…οι μανάδες χρησιμοποιούσαν και πάνες. Έριχναν γάζα (κουνουπιέρα) πάνω στο πρόσωπο του μωρού, για να το προστατέψουν από τα έντομα.

Αφού φάσκιωναν το μωρό με τα σπάργανα, το ξάπλωναν στη σαμαρίτσα και το έδεναν με την μάλλινη παρδαλή φασκιά. Το μωρό το κοίμιζαν πάντα ανάσκελα …, τρόπος που έπαιζε σημαντικό ρόλο στη μορφολογία της κεφαλής του – έχουμε σχεδόν ίσιο (πλάκα) το πίσω μέρος του κρανίου. Δεν γνωρίζουμε εάν έχει κάποια σχέση αυτό με την έκφραση: «Έχει ηπειρώτικο κεφάλι».

Το μοναδικό παιχνίδι του μωρού, ήταν το γουργούλι, ένα βραγκαλίδι, που το τάραζαν και ο ήχος του προσέλκυε την προσοχή του μωρού, ώστε να πάψει το κλάμα, να απλώσει το χέρι, για να το πιάσει…, και να σου «χαρίσει» ένα χαμόγελο.

Το νανούρισμα ήταν οι σιγανές κουβέντες της μεγάλης οικογένειας, τα παραμυθάκια της γιαγιάς, το κελάηδημα των πουλιών, όταν τη σαμαρίτσα την κουβαλούσαν στον κάμπο και την έβαζαν κάτω από σκιά δέντρων.

Το ρυθμικό κούνημα πέρα – δώθε, πέρα- δώθε, της σαμαρίτσας, από τη μάνα με το πόδι της (για να έχει ελεύθερα τα χέρια για εργόχειρο, έφερνε το γλυκό ύπνο που έφτιαχνε το παιδί, όπως λέει και ο λαός:

«Ο ύπνος φτιάχνει το παιδί, ο ήλιος το μοσχάρι

και το παλιό, καλό κρασί, κάνει το γερό παλικάρι».

Η σαμαρίτσα – έχοντας υπόψη τις απανωτές δουλειές της μάνας – ήταν σκλαβιά και όμως το πάλευε, ακριβώς όπως στο τραγούδι:

«Το κέντημα είναι γλέντησμα,

η ρόκα είναι σεργιάνι.

Η σαμαρίτσα κι ο αργαλειός,

είναι σκλαβιά μεγάλη…».

Τα σεργιάνια με το μωρό στη σαμαρίτσα, παλιά γίνονταν μόνον από τη μάνα, που τη μετέφερε ζαλωμένη στους ώμους της. Πήγαινε με αυτή στο χωράφι, όπως προαναφέραμε, στο μύλο, στο αλώνι, στην καλύβα, στα πηγάδια για νερό, στις ακροποταμιές που έκαναν πλύμα.

Το πιο μακρύ ταξίδι γινόταν όταν το μωρό χρειάζονταν νοσηλεία: έφταναν στο Βουλιαράτι, στο Θεολόγο, μέχρι και το Αργυρόκαστρο, όπου ήταν ο γιατρός.

Σήμερα από τις πρώτες μέρες τα μωρά κάνουν τα ταξιδάκια τους, τα περιπατάκια τους με τα ωραία καροτσάκια, με τα αυτοκίνητα, με τα τρένα, με τα αεροπλάνο σε θέσεις biznes, με κρουαζιέρες …

Οι αναμνήσεις και η νοσταλγία για τη σαμαρίτσα, δεν έχουν τέλος… Κλείνω το σεμνό κείμενο με ένα παραδοσιακό ηπειρωτικό τραγούδι που έχει μέσα και αυτό τη σαμαρίτσα:

«Εγώ ‘νο μαύρος γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια,

θέλεις στην κούνια βάλε με, θέλεις στη σαμαρίτσα

και με τα πόδια κούναμε και με τα χέρια πλέξε

και με το στόμα Χάϊδω μου, γλυκά λογάκια λέγε…!.»

Βασίλης Γ. ΛΑΧΑΝΑΣ

Γιώργος Μύτιλης