ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΑ ΒΡΥΣΕΡΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΧΩΡΙΟ

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΑ ΒΡΥΣΕΡΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΧΩΡΙΟ
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Βασίλης Γ. ΛΑΧΑΝΑΣ

(Εικόνες από τις παιδικές μου μνήμες)

Όταν πιτσιρικάς, κατέβαινα με τη φοράδα στα Πεπελιώτικα χωράφια, άδειαζα την κοπριά στο χωράφι μου, βοσκούσα τη φοράδα και απολάμβανα διάφορα φρούτα, μποστανικά, που τότε είχε αφθονία (πριν ιδρυθεί ο καταστροφικός γεωργικός συνεταιρισμός – η κοοπερατίβα που ρήμαξε τον αγρότη), έριχνα κάτι και στο καλάθι ή στο σπάρτινο σακούλι μου, για την υπόλοιπη οικογένεια.

Στην επιστροφή για το σπίτι, γέμιζα τις βαρέλες με νερό, για τις ανάγκες της ημέρας στην οικογένεια, στα ιδιωτικά πηγάδια του Γιάννη Λαχανά ή του Λάζου Κώτσια, στα Βρυσερά.

Με αυτή την ευκαιρία, έκανα και κάποιες γυροβολιές. Χάζευα τα Βρυσερά. Μέχρι εκεί έφταναν οι επισκέψεις μας. Ξεκινούσα το σεργιάνι από το μοναδικό μαγαζάκι του Λαχανά το χάζευα και όταν είχα χαρτζιλίκι, αγόραζα κουφέτα, σιούφρες, κοκόρια. Πιο πολύ κυνηγούσα κανένα τορόνι- ένα είδος χαλβά.

Βρυσερα 3

Θυμάμαι τον μπαρμπα – Γιάννη με τα αστεία και τα πειράγματά του, ήταν έξυπνος και με εμπορικό πνεύμα, έλεγαν ότι «έβγαζε και από τον ψύλλο ξύγκι». Σε αυτό το μαγαζί εργάζονταν δυο όμορφα κορίτσια: η Λούλα, από το Βουλιαράτι και η Όλγα, από το Βοδίνο.

Λίγο πιο κάτω, ήταν το σπίτι και τα χωράφια, με τους πλούσιους μπαχτσέδες, απόκτημα από τα κόπια, το μόχθο του εργατικότατου Λάζαρου Κώτσια. Ο μπαρμπα – Λάζος, τα πάντα παρήγαγε στα χωράφια του, δεν ξεχνώ την τεράστια τσάπα του. (Δεν είχε άλλος τόση μεγάλη τσάπα).

Στο κτήριο του, δίπλα στο σπίτι του, ήταν τα γραφεία της επαρχίας Άνω Δερόπολης (το λεγόμενο lokaliteti), το ληξιαρχείο με την ληξίαρχο την Όλγα Μπούνταλι. Εμείς, οι πιτσιρικάδες, όταν γινόταν πολιτικοί γάμοι, γυροφέρναμε απ’ έξω, περιμέναμε να γευτούμε το λουκούμι!!!

Στο ίδιο κτήριο, ήταν το γραφείο και η αποθήκη παραλαβής και αποθήκευσης γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. πάντα εδώ υπήρχε πλήθος κόσμου από τα γύρο χωριά, όλοι στη σειρά, να παραδίνουν τα προϊόντα τους.  Εδώ θυμάμαι, εξυπηρετούσαν οι αείμνηστοι: Θ. Καρακώστας, Θ. Μπέλος, Μ. Γιάννης, Η. Μέλος, η Π. Γιωργιάννη …

Εδώ και το γραφείο της αστυνομίας (policia).

Η περιέργεια μας, σαν παιδιά, ήταν να δούμε το τηλέφωνο, πως ήταν δυνατών να ταξιδεύει η φωνή μέσα από ένα σύρμα: όταν ήμασταν πολλά παιδιά μαζί, οι αείμνηστοι πρόεδροι Λευτέρης Κάριαννης και Θανάσης Μπάκος μας έπαιρναν στο γραφείο και μας έκαναν περιήγηση του τηλεφώνου, μας το βάζανε και στο αφτί, όμως στο αφτί έμενε η απορία. Παίρναμε μετά, σπάγκο και κουτόσπιρτα (σπάνιζαν κι αυτά) και φτιάχναμε τα δικά μας τηλέφωνα – τα θυμάστε, πιστεύω, εσείς οι συνομήλικοι μου;!

Σε αυτό που δεν μπορούσαμε να εισχωρήσουμε, ήταν στο καφενείο του Λάλου, του μπαρμπα – Θ. Βαρέση, με το τσιμπούκι άβγαλτο από το στόμα του, το σπιτς μουστάκι του, το μπαστούνι… και από την ανοικτή πόρτα ή το παράθυρο, αντικρίζαμε το μάγκικο βλέμμα και χαμόγελο του, εδώ το κτίριο λεγόταν Γκογκονάτικο.

Δεν επέτρεπαν παιδάκια στο καφενείο, μας κυνηγούσαν, εμείς κλέφτικα ρίχναμε ματιές… Έχω μπροστά στα μάτια μου: τα χάλκινα καφέτσια (μπρίκια καφέ) που έβαζε στη χόβολη ο μπαρμπα – Θεόδωρος, για να ψήσει καφέδες για τους μερακλήδες. Έχω ζωντανή την εικόνα του καπνισμένου χώρου από τα τσιγάρα, τις γκαζολάμπες για φωτισμό, κρεμασμένες στον τοίχο, τα παλιά τραπέζια, πάνω στα οποία, ήταν τα συνηθισμένα φλιτζάνια του καφέ, τα ποτήρια με τσίπουρο, τις τράπουλες χαρτοπαιξίας, τα ντόμινα, τις τάβλες τσιγάρου …

Εδώ, είχαν το στέκι τους μόνον άνδρες, οι λεγόμενοι μόνιμοι μερακλήδες, οι μπεκρήδες του ποτού, του καφέ, οι χαρτοπαίκτες, οι κυνηγοί…οι μπεξήδες- αγροφύλακες των γύρω χωριών, οι δασοφύλακες … και οι περαστικοί…

Εκεί, στιβάδα τα κουτσομπολιά, φωνές, ταραχές, τσακωμοί, πολυφωνικά τραγούδια όπως-όπως και, όταν έρχονταν οι «γύφτοι» με τα βιολιά, γινόταν ο χαμός.

Οι αγρότες, οι καλοί νοικοκυραίοι, τους αποκαλούσαν τεμπέληδες του καφενείου, οι χαράμηδες, οι αχαΐρευτους … όχι όλους, όμως.

Οι τρεις προαναφερόμενοι, είναι οι πρώτοι, που δημιούργησαν τα πρώτα στέκια, που έριξαν τα θεμέλια του σημερινού χωριού.

Ανάμεσα στα χωράφια και στα λίγα κτήρια περνούσε ο αυτοκινητόδρομος (ντερβένι το λέγαμε τότε) με το καθημερινό μοναδικό επιβατικό αυτοκίνητο (φορτηγό προσχεδιασμένο για επιβάτες, με σκέπαστρο από μουσαμά και ξύλινα καθίσματα). Έκανε τη διαδρομή Λόγγο – Αργυρόκαστρο, με οδηγό τον Γ. Καραμπίνα από το Λόγκο … και, στη χάση και στην πιάση, περνούσε και κανένα σαράβαλο φορτηγό και εμείς, οι πιτσιρικάδες, τρέχαμε πίσω του να δοκιμάσουμε εάν είχαμε την ίδια ταχύτητα.

Θυμάμαι τους πελώριους πλάτανους, τη μεγάλη καρύδια του Ζαφύρι, την θερτήσια αχλάδια του παππου – Λάζου έξω από το σπίτι του … εκεί καρφώναμε το λαίμαργο μάτι μας και απόκρυφα πετούσαμε πέτρες και ξύλα, να κατεβάσουμε και να γευτούμε κανένα αρωματικό αχλάδι.

Το χειμώνα και την άνοιξη, σε απέλπιζε ο τόπος, με τα πολλά νερά, που ξέσπαγαν στην επιφάνεια (γι’ αυτό το χωριό, το ονόμασαν Βρυσερά) για να προσπερνούσαν τα ρυάκια, είχαν κατασκευάσει παντού αυτοσχέδιες μικρές ξύλινες γέφυρες.

Αυτό, με λίγα λόγια, ήταν το κέντρο εκείνη την εποχή, δεκαετία του πενήντα και πριν. Τότε πιο πολλοί λέγαμε, «θα πάμε ή θα κατέβουμε στη Παράγκα» και όχι στα Βρυσερά.

Το 1960, δόθηκε δικαίωμα επίσημα, να χτιστεί το νέο χωριό, το νεότερο της Δερόπολης.

Χρειάστηκαν μόνο λίγα χρόνια, για να γίνει το νέο ωραίο σημερινό χωριό. Μεγάλωσε, αναπτύχτηκε και αποτέλεσε το διοικητικό κέντρο με όλες τις υπηρεσίες για τα δεκαοκτώ χωριά με περίπου 8000 κατοίκους της Άνω Δερόπολης.

Έγινε ένα πολιτισμένο χωριό, άρχισε να λειτουργεί σε αυτό: νοσοκομείο, φαρμακείο, 8τάξιο σχολείο, μαγαζιά, βιοτεχνίες κάθε επαγγέλματος, καφενείο – εστιατόριο, νηπιαγωγείο, βρεφοκομείο, αποθήκες συγκομιδής γεωργικών και φαρμακευτικών προϊόντων, ξυλουργείο, φούρνος, ζαχαροπλαστείο, σταθμός για επισκευές γεωργικών μηχανημάτων και αυτοκίνητων, κλπ.

Μεγάλη ανάπτυξη πήραν τα Βρυσερά και μετά το 1990, με το πλούσιο εμπορικό κέντρο, δίπλα του όρθωσαν γιγάντιες επιχειρήσεις, βιοτεχνίες, δρόμοι, νέα εκκλησία, βενζινάδικο…έγινε ανακαίνιση των κατοικιών με σύγχρονες προδιαγραφές, με ωραίες αυλές και περιβόλια…

Βρυσερά 4

Παρόλα τα καλά, που είχε το κέντρο αυτό, της πιάτσα των Βρυσερών, δεν έλλειψε να της κολλήσουν και το παρατσούκλι: «Μολυσμένη πιάτσα»… δεν κρίνω το γιατί και αν του πάει το παρατσούκλι…όμως όλοι το λένε.

Τελευταία, δυστυχώς, βλέπουμε να χάνεται η ανάπτυξη, η κινητικότητα … σιγά-σιγά άρχισε να σβήνει, να μαραζώνει και το κέντρο, να ερημώνει το νέο χωριό…τα Βρυσερά, όπως κι όλα τα άλλα της περιοχής, που έχουν αρχαία ιστορία, η οποία πρέπει να γραφτεί…

Γιώργος Μύτιλης