Εμείς … οι Βορειοηπειρώτες

Εμείς … οι Βορειοηπειρώτες

ΠΟΙΗΣΗ

Ο Πάρης Ανδρεάδης, με τους στίχους του, βγαλμένους με πόνο και αγάπη μέσα από τα βάθη της ευαίσθητης ψυχή του, ένα απόβραδο μας ανάγκασε να απαγγείλουμε με συναισθηματική φόρτιση σε φίλο μας που κρίνει ορθά τη λογοτεχνία, το ποίημα του: «Εμείς … οι Βορειοηπειρώτες».

Ο φίλος μας, μόλις το άκουσε, κατενθουσιάστηκε και χωρίς υπερβολή, αυθόρμητα αποκάλεσε το ποίημα του Πάρη «Ύμνο του τόπου μας»

Ο Πάρης είναι ανακάλυψη του Ντραγούς Τσαμπέι – καθηγητής λογοτεχνίας στη δεκαετία του ’70. Τον παρότρυνε, τον ενθάρρυνε τότε τον μαθητή του με κλίση στη λογοτεχνία, με τον τρόπο του να επιμένει ακόμα και σε γραπτά.  

Ένα μεσημέρι στις ειδήσεις των δύο – θυμάται ο Πάρης – στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό Αργυροκάστρου, ανάμεσα σε μαθητές του σχολείου του, που διακρινόταν στη λογοτεχνία, αναφέρθηκε και το όνομά του – του άριστου μαθητή από την Καλογοραντζή. Σαν το άκουσαν οι κομμουνιστές του χωριού, λόγω βιογραφίας έτρεξαν σε αρμόδια όργανα και διαμαρτυρήθηκαν έντονα.

Εκτός του ποιήματος «Εμείς … οι Βορειοηπειρώτες», στο συρτάρι του ο Πάρης έχει και άλλα ποιήματα, τα οποία κάποια στιγμή, ίσως να καταλήξουν σε ποιοτική ποιητική συλλογή.  

Εμείς… οι Βορειοηπειρώτες

Του Πάρη ΑΝΔΡΕΑΔΗ

Δεν είμαστε παιδιά κατώτερου Θεού,

ούτε επαίτες που ζητούν ελεημοσύνη.

Παιδιά δικά σου είμαστε και ‘μεις,

που μάχονται να βρουν δικαιοσύνη.

Δεν φταίμε εμείς, που μείναμε ορφανοί,

ούτε και συ μας πέταξες στην άκρη.

Του κόσμου αυτού οι μεγάλοι και τρανοί,

φροντίσανε να ζούμε εμείς με δάκρυ.

Μας κλείσανε την είσοδο εκεί,

που τ’ όνειρο γινότανε αλήθεια.

Οι δυο γενιές τυραννικής ζωής,

να κρύβουν τον καημό βαθιά στα στήθια.

Χρόνια και χρόνια μόνοι μας εμείς,

κρατήσαμε στις πλάτες το φορτίο.

Μ’ ελπίδα ότι στους δρόμους της ζωής,

μαζί θα προχωρούσαμε κι οι δύο.

Γενιές ανθρώπων φύγαν’ με καημό,

το χώμα σου να σφίξουν μες στα χέρια.

Να σκύψουν και να κλάψουν με λυγμό,

τινάζοντας της μοίρας τα μαχαίρια.

Δοκίμασε κανένας από σας,

να κρύβεται σαν κάνει το σταυρό του;!

Και να κοιτά δεξιά κι αριστερά

κρυφή ματιά μη δει το μυστικό του;!

Πολλές μανάδες χάνουν τα παιδιά,

σε κούραση, στα δύσβατα, σε στράτες.

Ζητώντας την στοργή καθώς γυρνάν,

δεν γίνεται να βλέπουνε τις πλάτες…

Μέσα στην πέτρα, πέτρα γίναμε και μεις

σκληροί απέναντι σ’ ανεμοβρόχι.

Μες στην ψυχή μας μένει ζωντανή,

η ορμή της λευτεριάς, μα και του ΟΧΙ!!

Στην αδικία ζήσαμε εμείς,

μορφές γδαρμένες μες την τυραννία.

Για πες μας, τι κατάρα είναι αυτή,

που κουβαλάμε στη Δημοκρατία;!

Λεβέντες νέοι αφήσαν την πνοή,

επάνω στα φρικτά ηλεκτροφόρα.

Αψήφησαν την ίδια τη ζωή,

στη διαδρομή για την δικιά τους χώρα.

Για χάρη σου, σταθήκαν αρκετοί,

απέναντι στου δήμιου την ομάδα.

Κοιτάζοντας προς την Ανατολή,

ψιθύρισαν το όνομα: ΕΛΛΑΔΑ! 

Σαν κρατάς στην αγκάλη με στοργή,

Πελοποννήσιους, Κρήτες και Θρακιώτες…

Γιατί, Πατρίδα μου όμορφη, γιατί,

αλλιώς κοιτάς τους Βορειοηπειρώτες;!

Πέρασαν χρόνια αλλάξαν οι καιροί,

ο τόπος μας κοιτάει απεγνωσμένα.

Στήριξε Ελλάδα, να γίνει η στροφή,

τα μέρη μας ποτέ μη γίνουν ξένα.

Πατρίδες ακόμα κι άλλες δεν μπορείς,

να κλάψεις, να αφήσεις να χαθούνε.

Εσύ, που είσαι ο ομφαλός της γης,

δώσε πνοή, τις κορυφές να δούμε!

Γιώργος Μύτιλης