«Εργάτες στη δική τους γη…»

«Εργάτες στη δική τους γη…»

Μια σταλαγματιά -ένα βροχερό χειμώνα- από τη σκεπή σε δωμάτιο του παρατημένου σπιτιού στο χωριό, στην Πάνω Λεσινίτσα, προκάλεσε μεγάλη ζημιά, κατέστρεψε ένα ολόκληρο τετράδιο γραφής του Δημοσθένη ΠΑΣΧΟΥ, στο οποίο είχε γραμμένους με υπομονή, με έμπνευση, με μεράκι πολλούς στίχους.

Αν θα ήταν και αυτό το αρχείο, προφανώς θα κουβεντιάζαμε διαφορετικά, καλύτερα σήμερα για τις ποιητικές αξίες του στιχουργού.  

Παρόλα ταύτα, με τη σεμνή προσπάθειά του, ο στιχουργός, μέσω της ποιητικής συλλογής «Θέλω να γράψω με καημό», που κυκλοφορεί εδώ και μήνες, με τη συμβολή, την αγωνία, το πάθος και το μεράκι της μικρής κόρης του, της ΑΝΝΑΣ, κατόρθωσε, μετά θανάτου, να περάσει απλά και όμορφα στο αναγνωστικό κοινό, το ξεκάθαρο μήνυμα στο πρώην δικτατορικό σύστημα του Χότζα και στους κολάκους του, που στέρησε χαρά, δικαιώματα, ολόκληρη ζωή σε τίμιους, έντιμους, πανέξυπνους ανθρώπους εκείνης της δύσκολης εποχής.

Έχουμε ξαναγράψει για τη συλλογή, σήμερα σας παρουσιάζουμε μόνο ένα ποίημα απ’ αυτή, απλά για να σας φρεσκάρουμε τη μνήμη για τα δεινά εκείνης της μαύρης εποχής. Χαρείτε το Δημοσθένη:

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Σαράντα επτά, σαράντα οκτώ,

πάθανε χάλι οι εμπόροι.

Αφού τους κατασχέθηκε,

η περιουσία τους, όλη.

……………………………………..

Μα και τους εφυλάκισαν,

για να τους τιμωρήσουν.

Για τα χρυσά που είχανε,

να τους ομολογήσουν.

…………………………………..

Πενήντα έξι και μετά,

άρχισε άλλη φάρσα.

Δεν πρόλαβαν οι χωρικοί,

να πάρουνε ανάσα.

………………………………..

Άρχισ’ ο συνεταιρισμός,

με θέληση ή με βία.

Για όποιον δεν τον δέχονταν,

υπήρχε τιμωρία.

………………………………

Εχθρό θα τον ονόμαζαν

και στη βιογραφία.

Και μάλλον, ήταν δυνατόν,

να κάνει κι εξορία.

…………………………….

Λίγη ήτανε η χαρά,

πού είχαν οι χωριάτες.

Τους πήρανε τη γη ξανά,

τους έκαναν εργάτες.

……………………………..

Εργάτες στη δική τους γη,

στον τόπο, τον δικό τους.

Λέγανε όλα είναι κοινά,

μα τίποτα δικό τους.

…………………………….

Εξήντα επτά, εξήντα οκτώ,

καταραμένα χρόνια.

Γκρεμίσανε τις εκκλησιές,

θρησκεία και ζακόνια.

…………………………

Πάσχα πια δεν γιορτάζαμε,

Χριστούγεννα, ούτε Φώτα.

Καντήλια δεν ανάβαμε,

όπως κάναμε πρώτα.

………………………………..

Δουλειά – δουλειά, μόνο δουλειά,

χωρίς κανένα κέρδος.

Περίμενε ο φουκαράς,

τι θα πάρει στο τέλος!

……………………………

Με την ελπίδα πήγαιναν,

να δουν μιαν άσπρη μέρα.

Μα, τα μυαλά του κόμματος,

είχαν πάρει αέρα.

………………………………

Ογδόντα ένα, ογδόντα δυο,

να μ’ είχαν βρει το δρόμο!

Έβγαλε η Κυβέρνηση,

έναν καινούργιο νόμο.

………………………….

Έφερε την καταστροφή,

μας βούτηξε στο χώμα.

Άφησε ολόκληρο λαό,

με το δάκτυλο στο στόμα.

…………………………………….

Μαζέψανε τα πρόβατα,

πήραν την αγελάδα.

‘Μείναν ανάπηροι, μωρά,

χωρίς μια γουλιά γάλα.

………………………………….

Μαύρη ζωή για το χωριό,

σκοτεινή, για την πόλη.

Στα μαγαζιά ξημέρωναν,

 μικροί – μεγάλοι, όλοι.

…………………………………

Μιλούσανε για λευτεριά,

μ’ αυτά ήταν γελοία.

Αφού ο κόσμος ήτανε,

υπό κατασκοπεία.

Γιώργος Μύτιλης