Κάπου στη Δερόπολη …

Κάπου στη Δερόπολη …
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Κατερίνα ΚΑΡΑΝΤΖΑ

Καθισμένη όλο το απόγευμα πίσω από ένα ξύλινο παράθυρο.

Τα σύννεφα έφεραν τη νύχτα νωρίτερα. Αυτός ο ουρανός, που τις προηγούμενες μέρες χαμογελούσε και έστελνε ζεστασιά στο παράθυρο, ξαφνικά σκοτείνιασε. Δεν άργησαν να έρθουν και οι πρώτες σταγόνες βροχής.

Ο χειμώνας έδειχνε σιγά-σιγά το πραγματικό του πρόσωπο.

Η γιαγιά – Ευτέρπη σηκώθηκε να φτιάξει τον συνηθισμένο καφέ της στην ξύλοσομπα, όμως είδε πως είχε σβήσει. Έριξε στους ώμους ένα παλιό μαύρο πλεκτό σάλι και βγήκε στην αυλή να πάρει ξύλα.

Στα πόδια της έτρεξε ο γάτος της και το σκυλί, μόλις την άκουσαν να ανοίγει την πόρτα. Ήταν η παρέα της, από τότε που έχασε τον άντρα της. Τα χάιδεψε με τα ρυτιδιασμένα χέρια της. Ξαναμπήκε στο σπίτι και πήρε λίγο γάλα και φαγητό να τα ταΐσει. Συνομίλησε μαζί τους, πήρε τα ξύλα αγκαλιά στην ποδιά της και μπήκε στο χειμωνικό.

Έβαλε τα ξύλα στη σόμπα, έφτιαξε τον καφέ της και ξανά επέστρεψε στην αγαπημένη της θέση, δίπλα στο παράθυρο.

Η τηλεόραση να παίζει κάτι παλιά τραγούδια και αυτή να αγναντεύει τον κάμπο. Να μετράει τα αυτοκίνητα και καθώς πέρναγε η ώρα, όλο και λιγόστευαν, χάνονταν σαν οι πυγολαμπίδες στο σκοτάδι.

Νύχτωσε και έκλεισε την κουρτίνα. Η ώρα, όμως, ήταν ακόμη έξι. Πήρε τις σακοράφες να συνεχίσει το πλέξιμο. Έφτιαχνε κάτι κόκκινες χριστουγεννιάτικες πούπες για τα εγγονάκια της.

Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο. Πετάχτηκε έντρομη. Το πρωί είχε μιλήσει με τα παιδιά της και ήταν όλοι καλά. Απλά στεναχωρήθηκε που δεν θα ερχόταν για τις γιορτές.

Ποιός να ήταν άραγε;!

Σήκωσε το τηλέφωνο τρομαγμένη.

Ήταν κάποιος συγχωριανός της. Ήθελε να την ειδοποιήσει ότι την επομένη θα πήγαινε στην Αθήνα και την ρώτησε αν ήθελε να στείλει κάτι στα παιδιά της. Αυτή ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που το χαμόγελό της έφτασε μέχρι τα αφτιά.

Η χαρά της, τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Έπρεπε να ετοιμάσει το δέμα της.

Τραχανά από τα χεράκια της, αυγά από τις κοτούλες της, ρόδια από την ροδιά της, αλλά θα έφτιαχνε και τον παραδοσιακό μπακλαβά και τα σπάργανα του Χριστού. Ακόμη και τις κουφιστές τηγανίτες. Ήθελε να τους κάνει χαρούμενους. Έπρεπε να ανοίξει τα φύλλα και να τα ψήσει στη σόμπα. Δεν την ένοιαζε αν θα το ξημέρωνε, το έκανε με αγάπη. Όλο το βράδυ δούλευε ασταμάτητα να τα τελειώσει.

Τα κατάφερε να φτιάξει δυο ισότιμα τεράστια δέματα για τα δύο της τα παιδιά. Έστειλε και δώρο από 20 € στα 4 εγγονάκια της, μαζεμένα από την πενιχρή σύνταξή της.

Φανταστείτε τη χαρά της, όταν τα έβαλε στο αμάξι του συγχωριανού της.

Ήταν κρεμασμένη πάνω στο τηλέφωνο τις επόμενες δύο μέρες. Περίμενε να την πάρουν και να της πουν ότι τα έλαβαν. Και έτσι και έγινε. Δεν έδειξε τη συγκίνησή της όταν της τηλεφώνησαν και την ευχαρίστησαν. Όταν έκλεισε, όμως, το τηλέφωνο και έμεινε μόνη της, ξέσπασε.

Όλη της τη ζωή πάλεψε και τώρα που ήταν να χαρεί τα παιδιά της, βρισκόταν μόνη της στο χωριό. Παλιά ήταν αλλιώς. Ερχόντουσαν συχνά και τους έβλεπε. Τώρα όμως, λόγο καταστάσεων, τους άκουγε μόνο στο τηλέφωνο.

Δεν ήθελε να κάνει άλλες σκοτεινές σκέψεις, μα ούτε και να ξαπλώσει.

Πήγε και έπιασε τη θέση στο αγαπημένο της παράθυρο, κοιτάζοντας τα αυτοκίνητα με μια κρυφή ευχή.

Πώς κάποια μέρα θα γυρίσει ένα αυτοκίνητο στο χωριό της και αυτά θα είναι τα παιδιά της, που θα γεμίσουν το άδειο σπιτικό της, χαρά και φωνές!

(Αφιερωμένο σε αυτά τα περήφανα γηρατειά, που κρατούν Θερμοπύλες)

Γιώργος Μύτιλης