ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Αμαλία ΚΕΝΤΡΟΥ

Το επιλεγμένο διήγημα από τις εκδόσεις «Ωκεανός»

Δέκα η ώρα το πρωί. Όλοι οι γείτονες από τα διαμερίσματα του δικού μας δρόμου, βγήκαν στα μπαλκόνια. Σιωπή…!!! Ακούγονται χειροκροτήματα από τις πολυκατοικίες στην αρχή του δρόμου. Μια νεκροφόρα περνάει αργά, κάτω από τα μπαλκόνια μας. Βροχή από διάφορα λουλούδια πέφτουν πάνω της. Ο δρόμος γεμίζει χρώματα. Μέσα, στη νεκροφόρα, είναι ο καλός μας γείτονας. Ο μπαρμπα – Τάσος. Άλλαξε δρόμο χθες. Δεν πέρασε από τον δικό μας, όπως κάθε πρωί. Δεν μας χαιρέτησε. Δεν είπαμε την καθημερινή μας καλημέρα της καραντίνας από τα μπαλκόνια.

Έκανες κοπάνα μπαρμπα – Τάσο. Δεν σου βάζουμε, όμως, απουσία. Η γειτονιά σου είναι εδώ. Σε χαιρετάει από τα μπαλκόνια, στον δρόμο χωρίς γυρισμό. Περνάει από κάτω η νεκροφόρα και όλοι φωνάζουν: «Καλό ταξίδι στον παράδεισο μπαρμπα – Τάσο!».

Σταματάει, στο χαμόσπιτο, στο τέλος του δρόμου. Παρκάρει κάτω από την ανθισμένη πασχαλιά και κορνάρει. Χαιρετάει το σπίτι του ο μπαρμπα – Τάσος. Εκεί, κάτω από την πασχαλιά, που έπινε κάθε πρωί τον καφέ του και μας καλημέριζε, μας χαιρετούσε, μας ρωτούσε πως ξημερώσαμε, μας έδινε κουράγιο αυτές τις δύσκολες μέρες. «Δεν ζήσατε πόλεμο εσείς» – μας έλεγε. «Τότε μείναμε στο σπίτι νηστικοί και φοβισμένοι. Δίχως φως και πολύ κρύο. Σήμερα μένουμε σπίτι με όλα τα καλά και έχουμε και παράπονα. Δεν ζήσατε κατοχή, όχι!».

Εμείς μένουμε σπίτι μπαρμπα – Τάσο. Δεν μπορούμε να σε συνοδέψουμε στην καινούρια σου κατοικία. Μας έκανες, όμως, το χατίρι μία τελευταία φορά. Πέρασες να σε χαιρετήσουμε εμείς. Δεν μας μίλησες. Σου μιλήσαμε εμείς. Δεν μας είδες. Σε είδαμε. Μας παράτησες, δεν θα σε παρεξηγήσουμε, όμως. Καλό σου ταξίδι μπαρμπα – Τάσο! Μόνος σου ήρθες στην ζωή, μόνος σου έζησες στο σπίτι, μονός σου φεύγεις. Καλό σου ταξίδι!

Γιώργος Μύτιλης