ΟΙ ΔΥΟ ΕΡΩΤΕΣ ΤΗΣ ΜΑΛΕΚΩ ΚΑΤΕΡΩΣ

ΟΙ ΔΥΟ ΕΡΩΤΕΣ ΤΗΣ ΜΑΛΕΚΩ ΚΑΤΕΡΩΣ
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Λεωνίδας ΠΑΠΠΑΣ

Οδηγώντας μεσημεριάτικα σε δρόμο της πόλης των Αγίων Σαράντα, είδα μια ηλικιωμένη που περπατούσε βιαστικά, σα να ήθελε κάτι να προλάβει. Σταμάτησα διπλά της και της μίλησα ελληνικά, αφού ήμουν βέβαιος από την ενδυμασία της, ότι ήταν από τα χωριά του Βούρκου.

«Μη τρέχεις, θα σε πάω εγώ στο χωριό», της είπα.

«Όχι μο παιδάκι μου, θα πάω με το φουγκόνι…», μου απάντησε αυθόρμητα, αλλά σταμάτησε, ακούμπησε στο ανοιγμένο παράθυρο του αυτοκινήτου μου και με τα μάτια καρφωμένα πάνω μου, αρχίζει τις γνωστές ερωτήσεις: «Πούθε είσαι εσύ», «ποιανού είσαι» κλπ.

Τελικά πείστηκε να μπει στο αμάξι, αφού της παρουσίασα το γενεαλογικό μου δέντρο…

«Σε είχα ακουή, αλλά δεν σε ήξερα σα πρόσωπο, τον πατέρα σου τον ξέρω πολλά χρόνια, πριν γίνει παπάς…. Έρημα χρόνια …»

Επέμενα να την πάω στο χωριό, όχι μόνο γιατί ο δρόμος μου ήταν προς τα ’κει, ούτε για το «κρίμα», αλλά για την κουβέντα που θα με αποζημίωνε. Όχι μόνο για το περιεχόμενο, αλλά πιο πολύ για το λεξιλόγιο και την έκφραση που χρησιμοποιούν. Τούτες οι μαλέκες, οι ηπειρώτισσες, «τα ξαφνιάσματα της φύσης», είναι από ίδιο καλούπι. Όποια και να βρεις στο διάβα σου, δε σε αφήνει αδιάφορο, είναι σα να βλέπεις κάθε φορά τη δική σου γιαγιά.

Δε χρειάστηκε να κάνω πολλές ερωτήσεις, γιατί η μαλέκω Κατέρω δε σταματούσε να μιλάει. Κάποια στιγμή τη διέκοψα:

– Είσαι από το ίδιο χωριό με το γέρο ή είσαι φερμένη στην Κρανιά;

– Όχι μο, εγώ είμαι κοπέλα από την Πλάκα!

– Με αγάπη τον παντρεύτηκες ή στον προξενέψανε;

– Α μωρέ μαύρο μου παιδί, που ήξεραμε εμείς από αγάπες και τέτοια; Εγώ, δεν τόνε γνώριζα. Με χαλέψανε, συμφώνησε ο πατέρας μου και τελείωσε ….

Λίγο πριν φτάσουμε, μου πετάει τη «βόμβα»:

– Εγώ τώρα, με το τελεβιζόρι, κατάλαβα τι είναι έρωτας.

– Τι είναι; Ρώτησα και επιβράδυνα την ταχύτητα, γιατί σκέφτηκα ότι τώρα θα είχε «ζουμί» η κουβέντα μας.

– Ε, αυτό που κολλάει το σπυρί και δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο (γέλιο).

– Πες την αλήθεια μαλέκο Κατέρω, εσύ ερωτεύτηκες;

– (ξεκαρδιστικό γέλιο) Δυο φορές!

– Έλα πες μου και σου υπόσχομαι, θα μείνει μεταξύ μας.

Η Κατέρω διηγείται τον πρώτο της έρωτα:

«Όταν παντρεύτηκα, μέναμε στο σπίτι του πεθερού, δεν είχαμε κάνει ακόμα το δικό μας. Τρία αδέρφια παντρεμένα στο ίδιο σπίτι. Εμείς οι νυφάδες κάναμε τις δουλειές του σπιτιού, αυτοί πηγαίνανε μακριά για δουλειές και γύριζαν το βράδυ. Κάθε φορά που έκανε ‘κρακ’ το τσουβί της πόρτας, γυρίζαμε όλες το κεφάλι για να δούμε ποιος ήρθε. Όταν έβλεπα τον δικό μου στην πόρτα, έλαμπε όλο το σπίτι. Αυτή η εικόνα του Νάσου μετά το ‘κρακ’ της πόρτας ήταν τι να σου πω» (παρατεταμένο γέλιο) ….

Η διήγηση, από την ίδια, του δεύτερου έρωτα:

«Ε, πέρασαν τα χρόνια, κάναμε τέσσερα παιδιά, είχαμε κάνει και δικό μας σπίτι. Αλήθεια σου λέω, είχα ρίξει όλη τη βουλή μου στα παιδιά και δεν σκεφτόμουνα για αυτόν. Μεγάλωσαν τα παιδιά, κάνανε δική τους οικογένεια, φύγανε ένα – ένα, μείναμε μόνοι μας. Εγώ παιδεύομαι στους κήπους, αυτός πάει στο καφενείο και γυρίζει το βράδυ. Φοβάμαι μόνη μου στο σπίτι. Όταν κάνει ‘κράκ’ το τσουβί της πόρτας και τον βλέπω, μου λάμπει το σπίτι. Αυτός είναι ο δεύτερος έρωτας …

Γυναίκες Ηπειρώτισσες,

ξαφνιάσματα της φύσης,

……………….

θεέ μου τι τις πότισες

και δεν αγκομαχάνε.

Σημείωση:

Η ιστοριούλα είναι αληθινή, με αλλαγμένα τα ονόματα των χωριών, όπως και του ζευγαριού. Η γιαγιά (μαλέκω) είναι από ένα μικρό χωριό του Βούρκου.

Γιώργος Μύτιλης