ΟΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΑΣ

ΟΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΑΣ
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Αυτά τα πανέμορφα βουνά: η Μουργκάνα και η Στουγάρα, με τα πανύψηλα έλατα, κρύβουν μέσα τους πολλές ιστορίες. Άνθρωποι του μόχθου τα περπάτησαν, έκοψαν ξύλα, μάζεψαν το τσάι που μοσχοβολάει και δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο στον κόσμο, το τζιρόκο, το σαλέπι και πολλά άλλα.

Σε αυτά τα βουνά βοσκούσαν οι συγχωριανοί μας τα γίδια και τα πρόβατά τους. Οι γυναίκες μάζευαν χορτάρι και καβαλαριά, για να ξεχείμαζαν το βιο. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στα ψηλά έλατα και μάζευαν τον «οξιο», που είχε μεγάλες θρεπτικές αξίες για τα ζώα.

Αυτά τα πανύψηλα έλατα, ήταν ο θησαυρός, η αστείρευτη πηγή εισοδήματος για τους συγχωριανούς. Πάρα πολλά είναι τα χρόνια της εκμετάλλευσης της ξυλείας και πολλές είναι οι γενιές που δούλεψαν σκληρά, σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, χειμώνα – καλοκαίρι, για να εξασφαλίσουν το μεροκάματο, την πόρεψη των οικογενειών τους.

Από τα χαράματα, θυμάμαι, να φεύγουν οι άντρες του χωριού για το βουνό, για να κόψουν τα ξερά έλατα και να τα μεταφέρουν, τραβώντας τα με το «ρεζέ», για το χώρο αποθήκευσης  στην «Γράβα» και στη «Συκιά».

Περνούσαν στο σοκάκι μας κι έβαζαν μια φωνή στον πατέρα μου και στο μπαρμπα – Λάζο του Τζίγκου: «Φύγαμε εμείς…, σας περιμένουμε στη «Μάνα».

Συχνά, με ξυπνούσε το σφύριγμα τού Θωμά Γκόγκα, που ήταν το σινιάλο για ξεκίνημα.

σωτηρα 1

Και… σαν μαζευόταν όλοι στη «Μάνα», προχωρούσαν μπουλούκι προς την «Τρύπα». Εκεί χωρίζονταν σε μικρές ομάδες, που σχηματιζόταν βάσει της συμπάθειας και τραβούσαν προς τα σημεία με τα ξερά έλατα.

Το βουνό αχούσε από τις τσεκουριές και τις φωνές των αντρών. Συνήθως… και από το τραγούδι του Θωμά Γκόγκα και του Νίκου Κρόκου.

Όταν τελείωναν, όλοι μαζί, στην επιστροφή, έκαναν μια στάση για μιαν ανάσα, για λίγη ξεκούραση, σε δροσερή πηγή με τα κρυστάλλινα νερά, στη «Μάνα».

Ακούγοντας φωνές τα απογέυματα, έβγαινα στον κήπο μου και έβλεπα τους ξυλοκόπους να περνάνε στο δρόμο, με τους ρεζέδες, με τα τσεκούρια και με τις κόφτρες στον ώμο. Να επιστρέφουν, μετά από σκληρή δουλειά, την εκτέλεση και υπέρ εκτέλεση της ημερησίας νόρμας, στα σπίτια τους για ξεκούραση.

σωτήρα 3

Αργά το απόγευμα, καθαροί, καλοντυμένοι, κατέβαιναν στο καφενείο του χωριού, για κανένα τσίπουρο και καθαρή κουβέντα.

Η ποιοτική ξυλεία των Σωτηριωτών ήταν περιζήτητη. Τα τριάρια, τα ντόρτια, οι πεντάρες αγοράζονταν παντού. Οι πελάτες, που ήταν από τα γειτονικά χωριά κι όχι μόνον, τους ευγνωμονούσαν για τη δύσκολη, κουραστική κι επικίνδυνη δουλειά που έκαναν.

Ας είναι αυτό το απλό κείμενο ένα φόρο τιμής σε όλους τους άντρες της Σωτήρας που δούλεψαν στο βουνό, τους ακούραστους ξυλοκόπους που κρατήσανε ζωντανό το χωριό στα δύσκολα χρόνια και πρόσφεραν ότι καλύτερο στις οικογένειες τους.

Πάντα, τους ξυλοκόπους του χωριού μου, τους θυμάμαι από παιδί με σεβασμό, με εκτίμηση και αγάπη!

Πάντα!

Βαγγέλης ΣΕΦΕΡΗΣ

Γιώργος Μύτιλης