«Σαν να κορφολογείς ανθούς»

«Σαν να κορφολογείς ανθούς»

(Σκέψεις για την ποιητική συλλογή «Θέλω να γράψω με καημό» του λαϊκού ποιητή, Δημοσθένη Στ. Πάσχου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ελίκρανον)

Όπως ο διψασμένος πεζοπόρος, που σαν βρει πηγή, σκύβει και πίνει λαίμαργα νερό, δροσίζεται ακατάπαυτα, το ίδιο έπαθα κι εγώ, σαν έπεσα πάνω στα ποιήματα του Δημοσθένη Πάσχου. Με άγγιξε βαθιά, με συγκίνησε αρκετά, με εγκλώβισε η μούσα του σεμνού λαϊκού ποιητή. Σου λέει:

«Θέλω να γράψω με καημό,/για τα δικά μας πάθη./Ότι επάθαμε εμείς,/κανένας μην τα πάθει».

εξώφυλλο Δ Π τελικό για εκτύπωση Δημητρης αυτο α1

Λύθηκε η δεμένη γλώσσα του, απεγκλωβίστηκε η εκφοβισμένη ψυχή του, ανάσανε ελεύθερα μετά την πτώση του δικτατορικού συστήματος:

 «Αυτό ήταν το σύστημα /και η  «ελευθερία»./Γέμιζαν τα στρατόπεδα,/χωρίς καμία αιτία.

Πολλοί μπήκαν σε φυλακές,/ζωντανοί λίγοι βγήκαν./θάνατο σε κελί φρικτό,/στο σκότος μέσα, βρήκαν».

Στο ίδιο ποίημα ξεσπά για τα βάσανα, για τις πληγές που προκάλεσε σε ανθρώπινες ψυχές εκείνη η βάρβαρη εποχή του πανικού, του εκβιασμού του χαφιεδισμού, του διχασμού, της πάλης των τάξεων, της υποκρισίας, του αποκλεισμού, την πλήρης απομόνωσης της χώρας των «αετών»:

«Αχ, ρε συ, μαύρο καθεστώς,/που ήσουν μόνο θλίψη./Πολλές αλήθειες των γενεών,/εσύ μας είχες κρύψει». 

Στα «Καταραμένα χρόνια», που κατ’ εμέ αποκορυφώνεται η επιτυχία της συλλογής, ο λαϊκός ποιητής αναφέρεται σε ορισμένες βασικές μαύρες ημερομηνίες, τα ψέλνει στο σύστημα της καταστροφής και ξαλαφρώνει η ψυχή του.

Επιλέγω στροφές από το εκλεχτό ποίημα – σαν να κορφολογώ ανθούς:

«Σαράντα επτά, σαράντα οκτώ,/πάθανε χάλι οι εμπόροι./Αφού τους κατασχέθηκε,/η περιουσία τους όλη.

Πενήντα έξι και μετά,/άρχισε άλλη φάρσα./Δεν πρόλαβαν οι χωρικοί,/να πάρουνε ανάσα.

Εξήντα επτά, εξήντα οκτώ,/καταραμένα χρόνια./Γκρεμίσανε τις εκκλησιές,/θρησκεία και ζακόνια.

Ογδόντα ένα, ογδόντα δυο,/να μ’ είχαν βρει το δρόμο!/Έβγαλε η Κυβέρνηση,/έναν καινούργιο νόμο.»

Περνάει, τον πόνο και τον καημό του κατατρεγμένου, του θιγμένου, του ανεπιθύμητου, του κηρυγμένου ως «κουλιάκο», από το απάνθρωπο καθεστώς, με τον τρόπο του, και στον αναγνώστη:  

«Σταύρο μου, λεβεντόπαιδο,/με τ’ όνομα του πάππου!/Που τότε σε φωνάζανε,/«εγγόνι του κουλιάκου».

Για το φονικό γεγονός της Κλεισούρας, που χάθηκαν δέκα ζωές, έκλεισαν δέκα πόρτες σπιτιών, που πόνεσαν ντόπιοι και μακρινοί, βγήκε από μέσα του μοιρολόι: 

«Γλίστρησε τ’ αυτοκίνητο,/έφυγε προς τα κάτω./Κι έστειλε σε οικογένειες,/κακό, μαύρο μαντάτο».

Τα λίγα ποιήματα του Δήμου Λεσνιτσιώτη, είναι σαν οι ώριμοι καρποί, πάνω σε οπορωφόρο δέντρο. Μοσχοβολούν αγάπη, άρωμα πατρίδας, έχουν μέσα τους και νοσταλγία, για το χωριό, για την εκκλησία, για τη βρύση, για το μονοπάτι, για τον πλάτανο, για το χορό, για το τραγούδι, για το βοσκό… 

Αηδιάζει με τους νοσταλγούς του πρώην συστήματος:

«Λένε καμπόσοι, μα τι λεν,/καλύτερα ήταν πρώτα./Σαν να ξέχασαν το ψωμί,/που λέγονταν μπομπότα».

Γνήσια ποίηση, είναι οι στίχοι του Δήμου. Βιωμένη. Δεν ταράζεις εύκολα, από τον τόπο, ούτε λέξη.

Χλευάζει την ανυπόφορη χθεσινή κατάσταση. Αναφέρει με ειλικρίνεια την πικρή αλήθεια:

«Μας έδωσαν το λόγο,/Πως θα μας δίνουν γάλα./Στηθήκαμε σε ουρές,/όλοι με μια μπουκάλα.

Μα και τι γάλα ήταν αυτό;/Το γάλα νερωνόταν./Κι αφού υπήρχε πλάνο./Το νέρωνε ο πωλητής,/στη στάνη κι ο τσομπάνος.

Πέραν, όμως, από τα χάλια και τα βάσανα της ζωής, ο Δήμος έβρισκε στιγμές που ως αναλαμπές, έβλεπε μέσα στα άσχημα των μίζερων εκείνων χρόνων και τα «ωραία» της ιδιαίτερης Πατρίδας του:  

«Ο κότσυφας απ’ το πρωί,/πετά πάνω από τα σπίτια. /Κάθε εποχή κι άλλη φωνή,/με την περίσσια γλύκα.

Και το αηδόνι κελαηδεί,/γύρω από τα σπιτικά μας./Σαν να μας λέει κλαψιάρικα,/«ρήμαξαν τα χωριά μας»!

Σε κάθε τόπο, όπου κι αν πας,/θα βρεις μια κρύα βρύση./Θα πιείς κρυστάλλινο νερό,/τη δίψα σου θα σβήσεις».

Στο ποίημα «Πανέμορφή μου εσύ Καργιά» εκφράζει τον πόνο για την εγκατάλειψη του χωριού, αλλά τρέφει και την κρυφή ελπίδα της επιστροφής στον άγιο τόπο που γεννήθηκαν. 

«Μας έφυγανε τα παιδιά,/μας ρήμαξαν τον τόπο./Κι εμείς, εδώ, που μείναμε,/με άγχος και με κόπο.

Πανέμορφη μου εσύ Καργιά,/με τα κρύα νερά σου./Μην τα στερέψεις, κράτα τα,/μπας έρθουν τα παιδιά σου!».

Τα 20 ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Θέλω να γράψω με καημό», του Δημοσθένη Πάσχου, που τη θεωρώ ως ένα «αυτοβιογραφικό σημείωμα» του λαϊκού ποιητή, είναι σαν 20 μεγάλα ανοιχτά παράθυρα, για να μπαίνει άφθονο φως, ο ήλιος και να σου ζεσταίνει με τις ηλιαχτίδες του την ευαίσθητη ψυχή σου.

Οι ελάχιστοι στίχοι του, η σεμνή μικρή προσπάθεια που κατέληξε σε ποιητική συλλογή, κουβαλάει στη ράχη της πολύ πόνο, καημό, αλλά και μεγάλη αγανάχτηση για το πικρό παρελθόν.

Γιώργος Μύτιλης