«Χριστουγεννιάτικο όνειρο πιστικού»

«Χριστουγεννιάτικο όνειρο πιστικού»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Χρ. Χρηστοβασίλη 1898.

… μέσα σ’ εκείνο το αγριοκαίρι άρχισε να χτυπάει η καμπάνα της εκκλησιάς του χωριού βαρειά – βαρειά και δυνατά – δυνατά. Στον ήχο της καμπάνας ανανταριάστηκαν τα σκυλιά, κι ο πιστικός του κοπαδιού ο Γιάννος, που κοιμόταν βαρειά στην ανθρωποκαλύβα, παρεστιάς κουκουλλωμένος με την κάππα του, κι αλλαγμένος από βραδύς, έτοιμος για την εκκλησιά με μια αφάνταστη κι απελπισμένη αγάπη στην καρδιά του για την μοναχοθυγατέρα του τσιέλεγκά του, ξύπνησε από τα βαρυαλυχτήματα των σκυλιών, και με μεγάλο κόπο άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε γύρα γύρα στα σκοτεινά, σαν να μην πίστευε ότι ήταν αυτός. Δεν είχε περάσει ακόμα ούτε μια στιγμή που ήταν πρωτομαγιά, μ’ όλα τα κατάλαμπρα κάλλη, δεν είχε περάσει ούτε μιά στιγμή που ανηφορούσε με δώδεκα χιλιάδες γιδοπρόβατα για το ξεκαλοκαιριό με τους πιστικούς του, με τα σκυλιά του, με τα φορτώματα του νοικοκυρειού, του τυροκομειού και του βουτηροκομειού, δεν είχε περάσει ούτε μια στιγμή ακόμα που είχε γείρει, ύστερα απωνα λαμπρό φαγοπότι, στην χρυσοκέντητη ποδιά της Μάρως της πεντάμορφης, που είχε τις δέκα δούλες και παραδούλες, της Μάρως που αγαπούσε και λαχταρούσε, της Μάρως της χιλιοπαινεμένης και χιλιοζηλεμένης, της ασύγκριτης Μάρως, της μοναχοκόρης του τσιέλεγκά του που την γύρευαν ονομαστά τσελιγκόπουλα και αρχοντόπουλα. Ό,τι έβλεπε, ό,τι είχε, κι ό,τι  λίγες στιγμές πρίν, τσιέλιγκας πρωτοτσιέλιγκας με δώδεκα χιλιάδες γιδοπρόβατα, κι άντρας της Μάρως της πεντάμορφης δεν ήταν άλλο παρά μια πικρή ειρωνεία της φτώχειας του, ένα … χριστουγεννιάτικο όνειρο, που είχε πλάσει ο πόθος της Αγάπης του.

 «Ο μπιστικός»  

ξυλογραφία του Σπ.Βασιλείου για το περιοδικό «Νέα Εστία» 1η Ιανουαρίου 1942.

… χρονιάρες μέρες …

Γιώργος Μύτιλης