«…κι εμείς ξεροκέφαλοι και οι δικοί σας παλικάρια…»

«…κι εμείς ξεροκέφαλοι και οι δικοί σας παλικάρια…»

             Του Πέτρου ΜΠΕΡΕΤΗ

Αντιμέτωποι στον πόλεμο…

Μια μέρα του 1966, ο Νικόλας Μπερέτης βρέθηκε στο Αργυρόκαστρο. Δεν μπόρεσε να τελειώσει δουλειά και υποχρεωτικά το βράδυ έμεινε στο ξενοδοχείο της πόλης. Πλήρωσε, όπως ήταν ο κανονισμός του ξενοδοχείου και μπήκε στο δωμάτιο που θα διανυκτέρευε. Στο ίδιο δωμάτιο διανυκτέρευε και ένας γέρος από την Λιαμπουριά, με την γνωστή παραδοσιακή φορεσιά, με το σκούφο στο κεφάλι και το βαρύ ταλαγάνι, ριγμένο πάνω του. Αφού καλησπέρισαν ο ένας τον άλλο, πήρε το λόγο ο γέρος:

-Από πούθε σ’ έχομε, νεαρέ;

-Από τους Αγίους Σαράντα.

-Από ποιο μέρος;

-Πού να ξέρεις εσύ! Από το Θεολόγο, αν το έχεις ακούσει.

Ο γέρος, όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακούμπησε στον αγκώνα, ανασηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι.

-Μάλιστα – είπε συλλογισμένος – και μετά από λίγο τον ρωτάει:

-Ζει ο Βασίλη Μίνος;

-Όχι, – του απάντησε ο Νικόλας, βλέποντάς τον με απορία. – Έχει πεθάνει.

-Ο Θύμιο Κασσιάρας;

-Ο Θύμιος ζει. Γέρος τώρα, – αλλά μπορείς να μου πεις από πού τους γνωρίζεις; Μήπως ήσουν βοσκός στα μέρη μας;

-Όχι, – του απαντάει ο γέρος. – Δεν ήμουν βοσκός. Είμαι από τη Μπέντσια, από το Τεπελένι.

-Πώς τους ξέρεις τότε;

-Το 1914 ήμουν 9 χρονών. Ήρθαν στο χωριό μας. Ήταν καμιά τριανταριά άνδρες οπλισμένοι. Ήρθαν στο σπίτι μας και με την απειλή των όπλων μας έβαλαν όλους και μεταφέραμε τα καυσόξυλα από την αυλή, μέσα στο σπίτι και μετά αυτοί το πυρπόλησαν. Ήταν και Διβριώτες, γιατί κάποιοι δικοί μας το 1912 άρπαξαν τα ζωντανά και έκαψαν τη Δίβρη κι άλλα χωριά. Τι να πεις, κι εμείς ξεροκέφαλοι και οι δικοί σας παλικάρια. Σαν τώρα, βλέπω μπροστά στα μάτια μου, τις φλόγες του σπιτιού μου…
Είπε αυτά ο γέρος και σταμάτησε. Μετά συνέχισε:

-Μου είπες τους γνωρίζεις, ή όχι;

-Ναι, – του απάντησε ο Νικόλας. – Ο Βασίλης ήταν πατέρας μου.

Ο γέρος του έριξε μια ματιά από τα πόδια στο κεφάλι, και του λέει:

-Αλήθεια είσαι παιδί του! Του μοιάζεις. Αν ήταν κάποιος άλλος, θα φοβόταν να το πει.

Σηκώθηκε στο πόδι, έριξε στους ώμους το ταλαγάνι του και λέει στο Νικόλα:

-Έλα, σήκω, πάμε κάτω στην ταβέρνα να πιούμε ένα κρασάκι, να γνωριστούμε!

Έτσι κι έγινε. Κατέβηκαν στην ταβέρνα, ήπιαν κρασί και κουβέντιασαν μέχρι αργά για τους πολέμους, τους ανθρώπινους πόνους που προκαλούν οι πόλεμοι, για τις γνωριμίες, τις φιλίες, την ειλικρίνεια και την ειρηνική συνύπαρξη.

Γιώργος Μύτιλης