«…κι εμείς, όλοι, σαν αμέτοχοι θεατές…»

«…κι εμείς, όλοι, σαν αμέτοχοι θεατές…»

Κατερίνα ΚΑΡΑΝΤΖΑ

Γέροντας πάνω στα βουνά της Ηπείρου ακούμπησε το σώμα του πάνω από τα κόκκαλα των ηρώων, αναπολώντας ένδοξες εποχές. Τη γλίτσα του κρατάει σαν αποκούμπι και βγάζει τη ντουντούκα του να ακουστεί ο λογισμός του και η πικρία του, μπας και ξυπνήσει έναν τόπο που χάνεται σιγά – σιγά.

Έχουν πάρει φωτιά τα μέσα του. Μπορείς να τον αφουγκραστείς αν βάλεις το χέρι στην καρδιά σου κι ας είσαι μακριά.

«Καιγόμαστε!!! Άνθρωπε αυτού του τόπου, σε λίγο θα ψάχνεις μέσα στις στάχτες σου να βρεις ότι απέμεινε από το χθες.

Αυτό το χθες που σε ξυπνάει πού και πού εκεί που βρίσκεσαι για να σου θυμίσει παλιές εποχές. Που σε σκουντάει να ταξιδέψεις πάνω από τη σκεπή του σπιτιού σου και να ρίξεις ένα δάκρυ σαν σταγόνα βροχής, έτσι για να μη μαραθεί ο τόπος.

Όλα μοιάζουν ίδια σ’ έναν κόσμο διαφορετικό, χωρίς εσένα, όμως, παρόν.

Θυμήσου, ήσουν κι εσύ παιδάκι κάποτε. Αυτός εδώ ο τόπος σε γαλούχησε. Έζησες τη φτώχεια, την ανέχεια, το κρύο, τη βροχή, την αδικία, τα «πρέπει» τα «μη» στο πετσί σου.

Διάβασες σ’ ένα δωμάτιο, κάτω από μια λάμπα πετρελαίου. Ζεστάθηκες δίπλα σ’ ένα τζάκι, που περισσότερο κάπνιζε πάρα ζέσταινε. Μοιράστηκες ένα καρβέλι ψωμί και ένα ποτήρι γάλα και δεν σε πείραζε. Φόρεσες μπαλωμένο παντελόνι, έμεινες για ώρες με τα πόδια σου βρεγμένα μέσα στα τρύπια παπούτσια σου. Κρυφάκουγες για να μαθαίνεις όσα συνέβαιναν γύρω σου, όμως δε μίλαγες, απλά κρατούσες μια κρυφή ελπίδα αναμμένη. Την κράτησες για χρόνια στο στέρνο σου σαν γιαταγάνι μαζί με το σφραγισμένο στόμα σου για να απολαύσεις αυτό που σου επιφύλαξε το μέλλον, την ελευθερία σου. Τα κατάφερες, αν και λαβωμένος όρθωσες ανάστημα και γέλασε για λίγο το χειλάκι σου. Ερωτεύτηκες, όμως, σαν πρωτάρης τον ύπνο σου σε στρώμα πουπουλένιο. Απόλαυσες χαρές μακριά σε ξένα μέρη. Ξεχάστηκες μέσα στην καλοπέραση. Έδωσες δικαιώματα να ποδοπατήσουν όσα άφησες πίσω σου με την αδιαφορία σου. Δε νοιάστηκες, απλά βολεύτηκες στην ήρεμη ζωή σου, ξέχασες, άργησες.

Και τώρα;

Σε κόβουν σιγά – σιγά και σε τραβολογούν. Άλλος ζητάει το χέρι σου, άλλος το πόδι σου. Άλλωστε κι εσύ χρειάζεσαι και τα δύο σου πόδια και τα χέρια σου φυσικά να επιβιώσεις.

Κανείς πια δεν βλέπει την ψυχή σου. Απλά, την μετρούν σαν φασόλι μέσα σε έναν τορβά. Αδιαφορούν αν πονάς, αν έχεις τύψεις, αν λυπάσαι για την κατάντια του τόπου σου. Το φιτίλι έχει φτάσει στο τέλος πια. Κι εμείς, όλοι, σαν αμέτοχοι θεατές, θα βλέπουμε και την τελευταία σπίθα του και θα είμαστε συνένοχοι της καθοριστικής ταφής του».

Γιώργος Μύτιλης