«Με μισή καρδιά φεύγει η θεια – Τούλα από το χωριό»

«Με μισή καρδιά φεύγει η θεια – Τούλα από το χωριό»

Έφυγε η θεία – Τούλα, απεβίωσε… Καλό παράδεισο να έχει και να μας προσέχει από κει ψηλά! Θυμάμαι σήμερα την επίσκεψή μου το 2017 στο σπίτι της, στο Μεσοχώρι:

«Από την πόρτα δεν μπόρεσα να πάω στου Πούλη. Μού έκοψε το δρόμο αδέσποτος σκύλος της γειτονιάς. Για να μπω στο σπίτι, να δω τη θεια – Τούλα, την ξαδέλφη της μάνας μου, μπήκα από τη θυροπούλα.

Τη βρήκα καλά, αλλά ολομόναχη. Η εγγονή της, η Ιωάννα, δεν ήρθε αυτό το Σαββατοκύριακο, όπως συνήθως από τα Γιάννενα, και η θεια – Τούλα ανησυχεί…

Με χιούμορ αντιμετωπίζει τη ζωή:

«Κλείνω την πόρτα τη νύχτα πριν πέσω – μου λέει – και βάζω το κλειδί στο παραθύρι, για να το βρουν εύκολα οι δικοί μου και να ανοίξουν την πόρτα αν αποκοιμηθώ, πεθάνω (γελάει). Να μη μου τη σπάσουν …».

Ενώ μού αναφέρει τη συμβουλή της επτάγνωμης θειας – Ευθαλίας, της μάνας της: «Τη Βίτα να μην μου την ξεχνάτε, να την αγκαλιάζετε. Είναι μοναχή, ένα κλωνί, εσείς πολλές αδελφές» – στο νου μου έρχεται η «θυμωμένη» αφήγηση της μάνας μου:

«Παλιά μου έβγαζε η Τούλα την ψυχή. Με σήκωνε από τα χαράματα και πηγαίναμε για ασφάκες και για ξύλα στον Πέσιακο. Ένα τροπάρι, μας έπιασε ο φύλακας και μας πήρε τις τριχιές… όλο εκείνο το σικλέτι υποφέρω τώρα στα βαθιά γεράματα».

Όλο το καλοκαίρι η θεια – Τούλα είναι στο χωριό. Τώρα, με μισή καρδιά, πριν πιάσουν τα κρύα, ετοιμάζεται να φύγει. Θα πάει στην Αθήνα, να ξεχειμωνιάσει στα παιδιά».

Γιώργος Μύτιλης