Λάμπρος Νταλές: «Ο φόβος και ο τρόμος των κλεφτοσυμμοριτών»

Λάμπρος Νταλές: «Ο φόβος και ο τρόμος των κλεφτοσυμμοριτών»

Αλκιβιάδης ΝΤΑΛΕΣ

(Μικρές παλιές ιστορίες)  

Η μάστιγα των κλεφτοσυμμοριών, σε παλιότερες εποχές, ήταν μια ανοιχτή κοινωνική πληγή με οδυνηρές συνέπειες για τους κατοίκους των απροστάτευτων χωριών μας. Στήνανε καρτέρια σε καραβάνια εμπορευμάτων, καταληστεύανε τις περιουσίες των χωρικών και τους τρομοκρατούσαν. Πολλές φορές κατέληγαν και σε φόνους, όπως στην περίπτωση του Αντώνη Μπεντούλη από τη Σχωριάδες στη Γκρίκα της Σέλτσης, σε αυτή του Κίτσιου Σιούκα από την Τσιάτιστα στο βουνό του Λαμπόβου, του δάσκαλου Αλέξη Παππά στο βουνό της Τσιάτιστας …

Υπήρχαν περιπτώσεις που οι ντόπιοι κατέληγαν σε αιματηρές συγκρούσεις με τους κλεφτοσυμμορίτες, αναφέρουμε τη μάχη των Πολυτσανιτών με την συμμορία του Τάσιο Φετάνι ή και των Τσιατιστινών. Το 1853, ο αιμοσταγής Μπιρμπίλ Ρετζίνι, έφθασε στο σημείο να πουλήσει προστασία έναντι μεγάλης αμοιβής, υπογράφοντας συνδιαλλακτικό με τους κατοίκους του Χλωμού. (Άκουσον άκουσον, να με πληρώνεις για να μην σε κλέψω). Από τις πιο γνωστές κακόφημες κλεφτοσυμμορίες ήταν του Σάκιο Λάπα, του Τάσιο Φετάνι, του Μέρο Λιάμτσε, του Μπιρμπίλ και Ρεσούλ Ρετζίνι κ.α.

Ο Λάμπρος Νταλές ήταν ένας από τους λίγους άντρες που εκείνα τα χρόνια μένανε μόνιμα στο χωριό, οι περισσότεροι ξενιτεύανε. Είχε κοπάδι με γιδοπρόβατα και πολλές φορές χτυπούσε και τη δημοπρασία για το κοινοτικό κρεοπωλείο.

Ασκούσε και το επάγγελμα του τσαρουχά. Έφτιαχνε τσαρούχια, πόχες και έραβε μάλλινες κάπες. (Επαγγέλματα που τα έμαθε στο σύντομο πέρασμά του από την Πόλη). Επίσης έκανε και τον αγωγιάτη, συνοδεύοντας τα καραβάνια των ξενιτεμένων προς και από τους Άγιους Σαράντα (Σκάλωμα), όπου είχε ένα μικρό εστιατόριο ο γιος του Κώστας Νταλές. Ο οξύθυμος, ατρόμητος και δίκαιος Λάμπρος Νταλές, ήταν «ο φόβος και ο τρόμος των κλεφτών».

Την παρακάτω ιστορία, τη διηγούνταν και η γιαγιά μου, η Ολυμπία Μήτση. Το επεισόδιο συνέβη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Οι κλέφτες αργά τη νύχτα μπήκαν στο Ρούγα μαχαλά και στο Τζιάφο μαχαλά. Άνοιγαν τα κατώγεια και ξεσήκωναν τα ζώα. Με την απειλή των όπλων τρομοκρατούσαν γυναικόπαιδα. Σίγουρα, είχαν πληροφορίες για την απουσία των ανδρών από τις οικογένειες. Από τον απέναντι μαχαλά, μία γυναίκα που άκουσε φασαρία, φωνές μέσα στη νύχτα, αντιλήφθηκε τη συνέβη και έτρεξε στο σκοτάδι να ενημερώσει το μπάσιο Λάμπρο, που έμενε στην άλλη άκρη του χωριού, κάτω από τον Άγιο Νικόλα.  

Στο άκουσμα των κλεφτών, ο μπάσιο Λάμπρος αμέσως πετάχτηκε από το στρώμα του και χωρίς καν να φορέσει τα παντελόνια, με τα άσπρα μπαινεβρέκια του ύπνου, άρπαξε το ντουφέκι και έτρεξε να ταμπουρωθεί μέσα στο νεκροταφείο του Αγίου Νικόλα που ήταν στη κορυφή του χωριού. Προφανώς κατάλαβε πως οι κλέφτες θα οδηγούσαν τα ζώα σε αυτή την έξοδο προς το βουνό της Νεμέρτσικας. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και το μπουλούκι με τα κλοπιμαία ζώα, συνοδεία των λιστών, ερχόταν όσο και πιο κοντά του. Σηκώθηκε όρθιος πίσω από τον τοίχο του νεκροταφείου και βροντοφώναξε μέσα στο σκοτάδι «Λάμπρος Νταλές εδώ! Πίσω τα κλεμμένα, γιατί θα σας πάρω το δερμάτι!» Και πυροβόλησε στον αέρα. Οι κλέφτες, με το που άκουσαν το όνομά του και γνωρίζοντας καλά τον θαρραλέο χαρακτήρα του, χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Τα γιδοπρόβατα κατατρομαγμένα, σκορπιστήκανε στα σοκάκια του χωριού και στα γύρο χωράφια. Το πρωί βγήκαν οι νοικοκυραίοι να μαζέψει ο καθένας τα δικά του.

Έτσι απετράπη μία από τις πολλές κλοπές που γινόταν εκείνα τα χρόνια στα απροστάτευτα χωριά της περιοχής μας.

Γιώργος Μύτιλης