«Με φώτα τη βρήκα, με φώτα την άφησα την Αμέρικα»

«Με φώτα τη βρήκα, με φώτα την άφησα την Αμέρικα»

Ενώ κουραστήκαμε φωνάζοντας, για τη σκόπιμη συχνή διακοπή του ρεύματος στον τόπο μας και κανείς, μα κανείς δε μας ακούει, αλλά ούτε απαγορεύει την αντίδρασή μας, δε μας δένει τη γλώσσα, έρχεται στο νου μας ένα θλιβερό περιστατικό:

Το 1980 συνέβη.

Θα είχε περάσει τα 90 του χρόνια ο Φώτος Καραντζάς, ερχόμενος στον τόπο του από την ξενιτιά για μόνιμη διαμονή, που για έναν και μόνο λόγο του άσκησαν σφοδρή κριτική μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς του.

Η αιτία: Μια μέρα που ψιλόβρεχε, πίνοντας το ποτό του (κονιάκ με λουκούμι) στο καφενείο του χωριού, αναρωτήθηκε ο άνθρωπος του θεού:

– Γιατί συχνοφεύγουν τα φώτα; Ποιος ο λόγος;!

– Από τη βροχή, του απάντησε αστραπιαία ένας συγχωριανός.

– Μα, τι σχέση έχει η βροχή με το φως;!

– Στην Αμερική, που έμεινες αρκετά χρόνια, δεν κοβόταν;

– Να σας πω την αλήθεια, εγώ την Αμέρικα με φώτα τη βρήκα, με φώτα την άφησα.

Αυτά και άλλα «ξεστομίσματα», που τα «έσπερνε» πέρα – δώθε, σε λίγο, αν δεν ήταν σε προχωρημένη ηλικία τον παππο – Φώτο, οι αρχές θα τον οδηγούσαν στη φυλακή.

Η Άρτεμης, η εγγονή του, για να γνωρίσει ο αναγνώστης μας καλύτερα ποιος ήταν ο παππούς της, αλλά και ορισμένες συνέπειες, αναφέρει:

«… Έστελνε λεφτά, για να λυνόταν οι διαφορές στη «Μουσιαγιάδα», για την κατασκευή του υδραγωγείου της Δολιανής, για την εκκλησία…

Εννοείται, δεν του άρεσε όταν άφησε την πλούσια Αμερική και ήρθε στο φτωχό χωριό του και όλο του γλιστρούσε κανένα παράπονο. Εφόσον δεν είχε ούτε γάλα, ούτε κρέας, ούτε αβγά…, έλειπαν πολλά προϊόντα διατροφής από τα ράφια στο κατάστημα…

Οι σπιούνοι του χωριού μετέφεραν ζεστά και διογκωμένα τα λεγόμενα στην «πηγή». Αποφάσισαν να γίνει η αντιπαράθεση μπροστά στο χωριό, στη λέσχη με «αυτόπτες» μάρτυρες.

… Ήμουν σχεδόν 13 χρονών και με έστειλε ο πατέρας μου ανήσυχος, να κρυφακούσω…!

Κατάκριναν τον παππού αυτοί που, όταν ο γιος του, ο Χρήστος, πολεμούσε για λευτεριά, κρυβόταν κάτω από τη βελέντζα της μάνας τους.

Τότε, εγώ και η Ευφροσύνη, οι εγγονές του, μείναμε χωρίς Πανεπιστήμιο…».

Γιώργος Μύτιλης