Μια «Σούδα» στην Αυλώνα θέλει ο Ράμα

Μια «Σούδα» στην Αυλώνα θέλει ο Ράμα

Του Σταύρου Τζίμα

Ο Εντι Ράμα έκανε πρόσφατα μια ελκυστική προσφορά στον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ.

Του πρότεινε «σε αυτούς τους επικίνδυνους καιρούς να εξετάσει το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Συμμαχία μια ναυτική βάση στην Αλβανία…».

Και όχι οποιαδήποτε βάση, αλλά τη βάση του Πασά Λιμάνι στον κόλπο του Αυλώνα, ναυτικό ορμητήριο αυτοκρατοριών για τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων της Μεσογείου και της Αδριατικής.

Ο Ράμα τού επισήμανε ακόμα ότι το «δωράκι» θα μπορούσε να αποτελέσει «προστιθέμενη αξία για τη Συμμαχία» και ότι οι αλβανικές αρχές έχουν ετοιμάσει ήδη σχέδιο για την ανακαίνισή της.

Ο Αλβανός ηγέτης δίνει «γη και ύδωρ» για να δέσει τη χώρα του ακόμα πιο γερά στο άρμα του ΝΑΤΟ και μελλοντικά της Ε.Ε.

Ισως και ο ίδιος να κρυφοκοιτάζει προς τη διαδοχή του Στόλτενμπεργκ, σενάριο που διακινείται τελευταία στην αλβανική δημόσια σφαίρα, χωρίς να διαψευσθεί από το λαλίστατο κατά τα άλλα πρωθυπουργικό γραφείο του, ούτε όμως και από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον.

Ο Στόλτενμπεργκ δεν φαίνεται να έχει απαντήσει ακόμα, επισήμως τουλάχιστον. Ποιος, όμως, δεν θα ήθελε να «παντρευτεί» μια τέτοια πολύφερνη «νύφη» σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικοί παίκτες παίρνουν θέσεις, ενόψει μιας νέας αναδυόμενης πραγματικότητας στη ΝΑ Ευρώπη και τη Μεσόγειο;

Εξάλλου, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι επενδύουν ήδη στρατιωτικά στη γεωγραφική θέση της Αλβανίας και πολιτικά έχουν βάλει όλα τα «αυγά» στο καλάθι του κομματικού επιγόνου του Ενβέρ Χότζα (σ.σ. το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι η μετεξέλιξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Εργασίας), σοσιαλιστή Ράμα, τον οποίο έχουν αναγορεύσει, ελλείψει εναλλακτικής, σε προνομιακό συνομιλητή τους στα ανατολικά παράλια της Αδριατικής.

Η «χώρα των αετών» προορίζεται, στο πλαίσιο των γενικότερων σχεδιασμών των Δυτικών στην περιοχή, για ισχυρό νατοϊκό στρατιωτικό παρατηρητήριο και προγεφύρωμα με «θέα» την Αδριατική και τη βαλκανική ενδοχώρα.

Επελέγη, ταυτόχρονα, και για τερματικός σταθμός (λιμάνι του Αυλώνα, κατά τα πρότυπα της Αλεξανδρούπολης) για τη μεταφορά και προώθηση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, μέσω του δυτικού άκρου της χερσονήσου, στα Δυτικά Βαλκάνια και στην καρδιά της Ευρώπης.

Το λιμάνι του Δυρραχίου χρησιμοποιείται ήδη για τη μεταφορά στρατευμάτων και οπλισμού προς την καυτή περιοχή στα σύνορα της Ουκρανίας.

Το ΝΑΤΟ εκσυγχρονίζει μια παλιά αεροπορική βάση στην πόλη Κουτσόβα για να σταθμεύει εκεί τα υπερσύγχρονα πολεμικά αεροσκάφη του, η χώρα εξοπλίζεται με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και οι Αμερικανοί εγκατέστησαν στα Τίρανα τη διοίκηση των ειδικών επιχειρήσεών τους στα Βαλκάνια.

Στο πολιτικό πεδίο έχουν επιδοθεί σε προσπάθεια εκκαθάρισης της δημόσιας ζωής από το οργανωμένο έγκλημα και την εκτεταμένη διαφθορά, αποπέμποντας από κυβερνητικά, κομματικά αξιώματα, και απαγορεύοντας την είσοδό τους στις ΗΠΑ, ισχυρά πρόσωπα, με κορυφαίο τον ιστορικό ηγέτη (πρωθυπουργό και πρόεδρο) της μεταχοτζικής Αλβανίας, Σαλί Μπερίσα). Αυτή την περίοδο, και το ομολογούν οι πάντες στην Αλβανία, ο Εντι Ράμα μπορεί να ηγεμονεύει πολιτικά, όμως καταλυτική είναι η παρουσία της υπερδραστήριας πρέσβειρας των ΗΠΑ στα Τίρανα, Γιούρι Κιμ, ο λόγος της οποίας είναι «νόμος» για την ντόπια ηγεσία, σε όλα τα επίπεδα.

Συν τοις άλλοις, η Κιμ φέρεται να βρίσκεται πίσω από τη σθεναρή(;) αντίσταση του Ράμα στις πιέσεις του «αδελφού» Ερντογάν να κλείσει τα τουρκικά σχολεία του Φετουλάχ Γκιουλέν στην Αλβανία και να του παραδώσει τους «τρομοκράτες» δασκάλους τους, που έχει ψυχράνει τις μεταξύ τους σχέσεις.

Τώρα, ο Ράμα προξενεύει και τη ναυτική βάση του Αυλώνα που μαζί με τον τερματικό σταθμό του LNG καθιστούν την πόλη «Αλεξανδρούπολη της νότιας Αδριατικής».

Προστιθέμενη στρατηγική αξία Για όσους τυχόν έχουν αμφιβολίες για την αξία του «προξενιού» του Εντι Ράμα στον Γενς Στόλτενμπεργκ, η Ιστορία και η γεωγραφία δίνουν τις απαντήσεις.

Χτισμένο πλάι στην αρχαία ελληνική πόλη του Ωρικού, στον κόλπο του Αυλώνα, λόγω της πλεονεκτικής γεωγραφικής του θέσης, το σημερινό Πασά Λιμάνι χρησίμευε ως φυσική πολεμική κρυψώνα και προαιώνιο «μάτι» στα στενά της Κέρκυρας, του Οτράντο και γενικότερα για την επιτήρηση του ποιος μπαινοβγαίνει στην Αδριατική. Ο Ιούλιος Καίσαρ το αξιοποίησε στις εκστρατείες του εναντίον των Ιλλυριών και των Μακεδόνων, αλλά και κατά την εκστρατεία του εναντίον του Πομπηίου. Οι Βυζαντινοί το διαμόρφωσαν σε κανονικό για την εποχή λιμάνι και το ονόμασαν Γέρικο, ενώ οι Οθωμανοί, αργότερα, το μετονόμασαν σε Πασά Λιμάνι, όνομα με το οποίο αναγνωρίζεται έως σήμερα.

Ωστόσο, η ύψιστη σπουδαιότητά του αναδείχθηκε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με την υπογραφή, τον Σεπτέμβριο του 1957, από τους Νικίτα Χρουστσόφ και Ενβέρ Χότζα δεκαετούς στρατιωτικής συμφωνίας, η οποία προέβλεπε τον ελλιμενισμό στον κόλπο του Αυλώνα τεσσάρων σοβιετικών υποβρυχίων και πολεμικών πλοίων. Η Μόσχα είχε πετύχει με αυτήν τη συμφωνία να σπάσει τη Συνθήκη του Moντρέ, η οποία έθετε περιορισμούς στον πολεμικό της στόλο στη Μαύρη Θάλασσα και, το σημαντικότερο, θα μπορούσε, με ορμητήριο το λιμάνι του Αυλώνα, να γίνει ιδιαίτερα ενοχλητική στον αμερικανικό 6ο Στόλο, ο οποίος τότε αλώνιζε στη Μεσόγειο.

Το πιο εφιαλτικό στοιχείο για τους Δυτικούς ήταν ο σχεδιασμός της Μόσχας, τον οποίο αποδέχθηκε ο Χότζα, να αναπτύξει, το 1962, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας πέριξ της ναυτικής βάσης πυραύλους με ακτίνα δράσης 400 χιλιομέτρων και να εγκατασταθούν στο λιμάνι του Αυλώνα και άλλα υποβρύχια με πυρηνικές κεφαλές. Η προσφορά του Χότζα «τρέλανε» τον παρορμητικό Χρουστσόφ, ο οποίος αισθάνθηκε ότι ανατρέπει τις ισορροπίες ισχύος στη Μεσόγειο. Ήταν τέτοια η ικανοποίησή του που όπως αφηγήθηκε στον υπογράφοντα η χήρα του Χότζα, Νεσμιγέ, όταν το φθινόπωρο του 1959 ο Σοβιετικός ηγέτης επισκέφθηκε τον Αυλώνα, στη θέα της βάσης, αναφώνησε περιχαρής ενώπιον πλήθους επισήμων: «Τώρα έχω πιασμένους από τ’ α…α τους Αμερικανούς».

Η ίδια είχε υποστηρίξει στη μεταξύ μας συζήτηση ότι ο Χρουστσόφ πίεζε τον σύζυγό της να του δώσει και δεύτερη βάση, στο Ιόνιο (Βουθρωτό), στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πλην όμως εκείνος αρνήθηκε για να μη στραφούν εναντίον μας οι «φίλοι Έλληνες». Στη σκέψη ότι η Σοβιετική Ένωση αποκτά μόνιμη παρουσία στη Μεσόγειο, και μάλιστα με πυρηνικά υποβρύχια στη Δύση, δημιουργήθηκε πανικός. Ο λόγος ήταν προφανής: η Αλβανία γινόταν το πρώτο κράτος στη Μεσόγειο που θα λειτουργούσε ως αβύθιστο αεροπλανοφόρο των Ρώσων και του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Ο ρωσοαλβανικός «γάμος» του Πασά Λιμάνι, όμως, δεν ευτύχησε. Έναν χρόνο μετά (Ιούνιος 1960), ο Ενβέρ Χότζα στη διάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων στη Μόσχα ανακοίνωσε το διαζύγιο με τους «χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές», που καίγονταν για τη ναυτική βάση. Έξαλλος τότε ο Χρουστσόφ απείλησε, όπως μου είπε η Νεσμιγέ Χότζα, ότι θα τους τιμωρήσει κόβοντας την τροφοδοσία σιτηρών ώστε να πεινάσουν, για να εισπράξει τη γενναία απάντηση του Ενβέρ προς αυτόν τον «τσαρλατάνο» (σ.σ. έτσι απεκάλεσε τον Χρουστσόφ) «ότι χορτάρι θα φάμε, αλλά δεν θα γονατίσουμε». Η αλβανική ηγεσία δεν «γονάτισε» μεν μετά το διαζύγιο με τον Χρουστσόφ, αλλά έσπευσε να προσδεθεί στο άρμα της μαοϊκής Κίνας, που ναι μεν έστελνε όπλα και οικονομική βοήθεια στη λιλιπούτεια «σύντροφο», όμως ακόμα δεν είχε αρχίσει η κίτρινη ιμπεριαλιστική επέλαση στον πλανήτη, και έτσι καμία σημασία δεν είχε για το Πεκίνο μια στρατιωτική βάση στη Μεσόγειο. Όταν ο Χότζα τα έσπασε και με τους Κινέζους, το 1976, και βυθίστηκε στην απομόνωση, η βάση του Πασά Λιμάνι περιέπεσε σε αχρηστία, με «αμανάτι» γύρω στα οκτώ παλιά σοβιετικά υποβρύχια, τα οποία σκούριαζαν στις προβλήτες, για να λεηλατηθούν το 1997 από τους εξεγερμένους Αλβανούς που πούλησαν κάποια εξ αυτών για σκραπ.

Έρημη και απαξιωμένη, με άφθαρτη όμως τη γεωστρατηγική σημασία της φυσικής της θέσης, βγήκε το 1998 από την τότε κυβέρνηση σε πλειστηριασμό, με στόχο την ανακαίνιση, ενοικίαση και χρήση της από τον πάροχο, και κατέληξε στους Τούρκους, οι οποίοι αποκτούσαν έτσι ναυτική πρόσβαση στην Αδριατική. Σύμφωνα με όσα είχε αποκαλύψει ο τότε στρατιωτικός ακόλουθος της Αλβανίας στην Άγκυρα, Χάιρο Λιμάι, η παραχώρηση της βάσης στους Τούρκους είχε σκοτεινές προεκτάσεις, χρήμα, πολιτικές περιπέτειες και ελληνική πτυχή, καθώς η αλβανική κυβέρνηση φέρεται να την παζάρεψε πρώτα με την Ελλάδα, αλλά οι Τούρκοι έδωσαν γερό μπαξίσι κάτω από το τραπέζι και την πήραν. Παρότι, όμως, την επισκεύασαν, δεν τη λειτούργησαν ουσιαστικά ποτέ.

Τώρα που η Αλβανία εξοπλίζεται από τους Δυτικούς για να αποτελέσει μαζί με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία το στρατιωτικό αμυντικό «τείχος» αποτροπής της ρωσικής καθόδου στη Μεσόγειο, μέσω της βαλκανικής χερσονήσου, και της κινεζικής και τουρκικής επέλασης προς την Ευρώπη, ο ρόλος της ναυτικής βάσης του Αυλώνα αναδεικνύεται από τον πανέξυπνο και διορατικό Εντι Ράμα, ο οποίος τη βάζει ως προστιθέμενη αξία στο τραπέζι της γεωπολιτικής αναβάθμισης της χώρας του ως τη «Σούδα της Αδριατικής».

kathimerini.gr

Γιώργος Μύτιλης