«Να τρέχουν και να πέφτουν»

«Να τρέχουν και να πέφτουν»

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΟ ΠΩΓΩΝΙ

Του Θανάση ΜΠΟΛΟΥ

Τι πάει να πει «Μα τρέχουν και να πέφτουν; Είναι ευχή. Παλιά. Πολύ παλιά. Ευχή προς τους κυνηγούς. Έτσι χαιρετούσαν οι διαβά­τες και ξεπροβοδούσαν οι σπιτικοί τον κυνηγό σαν ξεκινούσε για το ευχάριστο κυνήγι του. Δεν του ’λεγαν «ώρα καλή». Δεν του ’λεγαν «καλό νύχτωμα». «Το «να τρέχουν και να πέφτουν» τα ’λεγε όλα.

Ποιος να τρέχει, ποιος να πέ­φτει; και γιατί;

Να τρέχουν τα αγρίμια. Τα κυ­νήγια. Και στο τρέξιμο, ο άξιος κυ­νηγός έπρεπε να πυροβολήσει. Και με τον πυροβολισμό το αγρίμι έ­πρεπε να σωριάζονταν καταγής νε­κρό. Αυτή ήταν η επιθυμία εκείνου που εύχονταν τον κυνηγό. Να ευ­στοχήσει. Χωρίς «καλό μάτι» δεν πέφτει το κυνήγι!…

Και οι κυνηγοί, με ένα καλόκαρ­δο «ευχαριστώ» τραβούσαν τον ανήφορο προς το πλάι του βουνού του χωριού τους, του Χλωμού. Ή και ακριβώς βορειότερα, προς το όμορφο δάσος της Σχωριαδίτικης Πάρας. Άλλες φορές τραβούσαν νότια, που βρίσκονται τα περίφημα Σιουμιά – έτσι έλεγαν οι κυνηγοί τα δάση του χωριού τους Κουσιουρί, Μεσιανήλιο, Μεγανήλιο, το Σιάρκοβο της Τσιάτιστας και τα Οψαδίτικα – και προς το Μαναστηριώτικο της Τσιάτιστας.

Τι ζητούσαν σ’ αυτά τα μέρη; Ζητούσαν το «χοντρό» κυνήγι. Και σ’ αυτό συμπεριλαβαίνονταν: το γουρούνι, το ζαρκάδι, το αγριόγιδο, ο λύκος.

Υπήρχε και «λιανό κυνήγι»; Ναι, υπήρχε και υπάρχει. Έτσι είναι καταχωρημένο στους καταλόγους «απογραφής» των κυνηγών το κυ­νήγι: Χοντρό και λιανό. Το δεύτε­ρο συμπεριλαβαίνει το λαγό, την αλεπού, την πέρδικα, τη μπεγκάτσα. Κι αν προχωρήσουμε στις αυξημένες απογραφές και καταγρα­φές των νέων κυνηγών, μπορούμε να προσθέσουμε -εδώ τα περιστέ­ρια, τα τρυγόνια, τον κότσιφα και, αν θέλεις και τα σπουργίτια (για­τί τα κακομοίρα, επειδή έχουν την «κακιά συνήθεια» να τρέφονται με σπόρους, αποκηρύχτηκαν από το γκουβέρνο των κυνηγών σαν «εχ­θροί της Πατρίς», γιατί καταναλώνουν πολύ στάρι (!), μαζί με τις σταχτοπράσινες κωλοσούσες, που η ζωολογία τις λέει σεισοπυγίδες!…

Σα να φύγαμε από το θέμα. Δεν υπερβάλω αν θα πω πως το κυνή­γι στο Χλωμό και γενικά στο Πωγώνι, αποτελούσε ένα ευγενέστατο σπορ για τους κυνηγούς, οι οποίοι το αισθάνονταν σαν άθλημα, σαν αγώνισμα, σαν κάτι που δεν απο­σκοπούσε την ικανοποίηση κάποι­ας ηδυπάθειας και πλεονεξίας τους. Ήταν καθαρά σπορ.

Γι’ αυτό κι αν θα περιγράφουμε μια μέρα κυνηγιού, νομίζω θα ικα­νοποιηθούν οι κάποτε φωναχτάδες των παλιών κυνηγών, γιατί θα α­ναπολήσουν κάποιες ανεπανάλη­πτες κυνηγετικές επιτυχίες. Κι εί­μαι βέβαιος πως οι μάρτυρες εκεί­νων των κυνηγών έχουν να θυμη­θούν τόσα και τόσα!…

** *

…Αφού θα ’φεγγε η μέρα καλά, ο γέρο – Σταύρος θα ’ζωνε τη ζώστρα με τα φουσιέκια του, θα ’ριχνε το σακούλι στις δυό του πλά­τες και το μονό του καριοφίλι στο δεξί, και με το αριστερό θα κρα­τούσε το Μπαλιόνη του. Έτσι θα περνούσε από την Πηγαδιά, θα δέχονταν τα «να τρέχουν και να πέφτουν» των γειτόνων και μαχαλιωτών, θα ’βγαινε στη Μότσιολη κι εκεί πάνω, στα ίσια χωράφια, θα περίμενε τη συντροφιά.

Να κι ο γέρο – Γιάννης. Κι άλλος Γιάννης. Κι άλλοι τρεις κυνηγοί όπλα – στερναροντούφεκα. – Και τρία παιδιά που θα φώναζαν το Πλάι και τη Ζενενιά. Έγιναν έτσι εννιά. Μαζί και πέντε σκυλιά. Α­σπρόμαυρα σαν ο Μπαλιόνης του γέρο – Σταύρου, καφεδένια και μαύρα, κοκκινομούσουδα, σπαθάτα, μ’ αυτιά κρεμασμένα, φρόνιμα και γκρινιάρικα. Τα κρατούν τα παιδιά – οι φωναχτάδες.

Το Πλάι από ’δω απέχει ως πά­νω από μιάμισυ ώρα για το γεροντίστικο βήμα των ενήλικων κυνηγών. Γι’ αυτό τα παιδιά που θα το φώναζαν, σαν θα ’φταναν στις θέσεις τους θα περίμεναν σωστή μια ώρα, κι ύστερα θ’ άρχιζαν να προ­χωρούν δίπλα στην πλαγιά, ο ένας κοντά στην κορυφή του βουνού, ο άλλος στη μέση κι ο τρίτος πάνω από τους πρόποδες. Θα απόλαιναν τα σκυλιά και θα άρχιζαν να το φωνάζουν με τις διαρκείς φράσεις:

-Οπ, οπ, οπ! Οντέρααα!

Από καιρό σε καιρό θα υποκινούσαν τα σκυλιά, πάλι για βοή μέσα στο λόγγο και για ποικιλία στη μονοτονία των «καταδιωχτικών» επιφωνημάτων:

– Ου, μωρ’ Αίζα!

– Α, Φοινίκω!…

– Οντός, Πατούνη ! …

Κάποτε ακούγεται ένα γαύγισμα «στον τόπο». Δηλαδή το σκυλί βρήκε κάποιο αγρίμι από τα «χον­τρά» και «ειδοποιεί» πως «εδώ το ’χω!». Χωρίς άλλο γουρούνι, γιατί το γουρούνι έχει… γουρουνίσιο κε­φάλι και πείσμα και δεν το παρα­μελεί από το αλύχτημα του Μπαλιόνη και των άλλων «μπαλιόνηδων». Μένει στο γιατάκι του νομί­ζοντας ότι θα υποχωρήσει ο Μπαλιόνης.

Δε συμβαίνει όμως έτσι. Γύρω στο Μπαλιόνη συγκεντρώνεται όλη η… σκυλοπαρέα, πλησιάζουν κι οι φωναχτάδες και ο «γκορμπιάς» – μοναχοκυττάρικο ασχημομούρικο γουρούνι, με μια φουρκή τον κάτω χαυλιόδοντα, με πιθαμή τη χαίτη πάνω στο σβέρκο και τη ράχη του, ορμάει μια φορά καταπάνω στα σκυλιά, κι ύστερα παίρνει κάποιο μονοπάτι μέσα στο δάσος. Σαν να το γνώριζε από πρώτα. Μα, σα να ξέρει κι ο οργανωτής του κυνη­γιού πως εκείνο το μονοπάτι οδη­γεί στη Λιθαρόστανη, στον Κίσαρο, στο Σκέμπι, στης Ελιάς. Εκεί που εκείνος είχε τοποθετήσει τους καϊτερετάδες.

Και πραγματικά. Το τόσο άγριο στην ουσία και στην όψη γουρούνι, οδηγήθηκε σιγά – σιγά σε ένα απ’ αυτά τα καϊτερια. Το οδήγησαν ε­κεί τα σκυλιά ή για κει τράβηξε μόνο του, αυτό είναι αρκετά σκο­τεινό σημείο. Μα θα πρέπει να ’ναι το δεύτερο. Η φύση έχει προικίσει έτσι τα όντα της ώστε να υπακούουν στις «οδηγίες» της και να εφαρμόζουν τους κανονισμούς της. Το μονοπάτι που ακολούθησε το γου­ρούνι μας, το διάλεξε μόνο του. Του το υπόδειξε η Φύση. Αυτό ήταν το πιο ομαλό μονοπάτι, όπως και τρία – τέσσερα άλλα. Έτσι… «ξέ­ρει» το γουρούνι που πάει.

Κυνηγοί Πωγωνίου
Κυνηγετική ομάδα Πωγωνίου.

Δυστυχώς, όμως, για κείνο ο άν­θρωπος ξέρει πολύ περισσότερα. Έμαθε πολλούς από τους διακα­νονισμούς της φύσης και μπορεί να φέρει στο βρόχι του το ατίθασο ε­κείνο ζώο, που δε λογαριάζει τίπο­τε. Έτσι γίνεται στο κυνήγι. Το αγριογούρουνο ανυποψίαστο βγαί­νει στο καϊτέρι. Είκοσι μέτρα μακριά από τον κυνηγό είναι πολλά. Γι’ αυτό φθάνει μονάχα ένα «μπαμ». Όλος εκείνος ο όγκος έγινε στο λεφτό σωρός!

Η ικανοποίηση του κυνηγού δεν περιγράφεται. Η χαρά του μεγάλη. Περιμένει όσο να πλησιάσουν οι φωναχτάδες και καμαρώνει στο με­ταξύ τα σκυλιά που ξεθυμαίνουν δαγκάνοντας τη λεία τους στα αυ­τιά, στα πόδια, κι όπου μπορούν. Μπορούν μήπως να ανοίξουν εύκο­λα το δέρμα του μοναχοκοιτάρικου; Πολύ δύσκολο…

Η ώρα θα ’χει πάει τώρα έντεκα. Οι πιο νέοι ετοιμάζουν ένα καλό περαστάρι δρένιο, δένουν χώρια τα δυό μπροστινά από τα δυό πι­σινά πόδια του ζώου με τις αλυσίδες, περνούν ανάμεσα το περα­στάρι, σηκώνουν το γουρούνι και το μπήγουν στον πλάτη τους. Φλούδι τους φαντάζει από τη χαρά τους όλο εκείνο το βάρος των ο­γδόντα οκάδων. Στο δρόμο συναλλάζονται, αστειεύονται, πειράζονται και όλο κατεβαίνουν στα χω­ριά.

«ΚΑΙ ΣΤΑ ΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ»!

Σαν έφθανε στο χωριό ή κυνηγε­τική παρέα με όλο της το σαλτανάτι: σκυλιά, καριοφίλια, φουσεκαριές, γουρούνι στον πλάτη, χαρού­μενες φωνές με παινέματα και πει­ράγματα, διάλεγε τον πιό μακρύ δρόμο για το σπίτι του γέρο – Γι­άννη. Έτσι, για να ιδούν το κυνή­γι τους και οι άλλοι χωριανοί και να τους ευχηθούν πάλι αγνά και καλόκαρδα:

– Και στα ταίρια του, μπαρμπα- Γιάννη ! Και στα ταίρια του, πα­ρέα I

Εύχονται σ’ αυτούς να ’χουν κι άλλες επιτυχίες σκοτώνοντας τα «ταίρια» του, δηλαδή άλλα συντρό­φια του γουρουνιού, που δεν τα πέτυχαν σήμερα.

Ιδιαίτερες οι ευχές των κυνηγών, λιγότερο ακουσμένες αλλού ίσως, κι αυτό όχι γιατί οι κυνηγοί ήταν λιγότεροι στο χωριό. Σε άλλα χω­ριά δεν είχαν καθόλου τέτοιες ευ­χές. Γι’ αυτό όμως δε φταίει ο κό­σμος που δε μιλάει στους κυνηγούς ή που δεν ξέρει τι ευχή να τους δώσει. Η παρέα των κυνηγών είναι εκείνη που θα επιβάλλει τέτοιους άγραφους κοινωνικούς θεσμούς με την καλή συμπεριφορά της. Ακρι­βώς αυτό είχε κατορθώσει η κυνη­γετική ομάδα του Χλωμού, τουλά­χιστο από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Από τον καιρό του γέρο – Σταύρου Στρατού, του γέρο – Γιάν­νη Μπολλά, κι από γρηγορότερα. Με το σοβαρό της κυνήγι, με το σεβασμό των άγριων ζώων. Ναι, «σεβασμό» θα πούμε προς τα κυνή­για όταν δεν τα κυνηγούσαν την άνοιξη και το καλοκαίρι, σεβόμε­νοι τη χαρά της ζωής τους αυτές τις εποχές, χωρίς να τους επιβάλ­λει κανένας κρατικός νόμος δε­σμούς και κυρώσεις. Και ποιο κρά­τος ήταν τότε; Μόνοι τους ήταν νοικοκυραίοι  σε αυτά τα απροστάτευτα ζώα. Κι επειδή έβλεπαν πως οι κυνηγοί διάλεγαν μέρες αργίας για να κυνηγήσουν κι όχι μέρες ευνοϊκές για τη γεωργία, επειδή έβλεπαν πως οι κυνηγοί με το κυ­νήγι τους ευχαριστούσαν κι αυτούς τους συγχωριανούς τους και δεν έκρυβαν ποτέ το κυνήγι από τα μάτια εκείνων, γι’ αυτό όλο το χω­ριό αισθάνονταν ικανοποίηση για τις επιτυχίες των κυνηγών, γιατί ήταν βέβαιοι πως η κυνηγετική τους δράση ήταν τίμια, άσπιλη, ειλικρι­νής και βασισμένη σε βιολογικούς νόμους των άγριων ζώων.

Η παρέα των κυνηγών κατευθύνονταν προς το σπίτι του γέρο – Γιάννη, γιατί αυτός ήταν ο τυχε­ρός που με το «μπαμ» του, σώρια­σε νεκρό το ογκώδικο εκείνο ζώο, το οποίο δεν υπολόγιζε σκυλιά και καριοφίλια. Γι’ αυτό το σπίτι του τυχερού κυνηγού θα ήταν σήμερα, βράδυ κι αύριο το κέντρο του χω­ριού.

Στο αταβάνωτο χαγιάτι του σπιτιού του εκτίθονταν το πελώριο γουρούνι δεμένο με τριχιά από τα πισινά του και κρεμασμένο στη με­σιανή κολώνα. Η μούρη του λες κι ακουμπούσε στο πάτωμα.

Οι μεγάλοι τζιουβέδες – όπως λέγαμε στο χωριό τα δοχεία που φκιάνουμε τον καφέ – σε παράταξη, για να ζεστάνουν το ρακί με τη ζάχαρη και να προσφέρει ο νοικο­κύρης το περιβόητο πόντζι – εθνι­κό πιοτό του χωριού και της πε­ριοχής – στην παρέα του και σε μερικούς χωριανούς που ήρθαν να πουν από κοντά το «και στα ταί­ρια του, μπαρμπα – Γιάννη».

Όση αξία έχει ο χρόνος από τό­τε που ακούγονταν το γαύγισμα «στον τόπο» πάνω στο γουρούνι, ως που ακούγονταν το «,μπαμ» του κυ­νηγού πάλι πάνω στο γουρούνι και το σώριασμά του καταγής νεκρό, άλλη τόση ευχαρίστηση κι απόλαυ­ση είχε το βράδυ αυτής της μέρας.

Όλοι οι κυνηγοί (με από ένα μπουκαλάκι με λάδι και 5-6 κρεμ­μύδια, μαζεύονταν στο σπίτι του τυχερού κυνηγού. Τα κρεμμύδια, το λάδι και τα εντόσθια του γου­ρουνιού αποτελούσαν το επίσημο κοινό φαγητό όλης της παρέας αυ­τό το βράδυ, ενώ το πιοτό ήταν συ­νήθως του νοικοκύρη. Εύγιεστο ρα­κί και νόστιμο κρασί. Σ’ αυτό το απροετοίμαστο δείπνο μπορούσαν να ’τανε κι ως άλλοι τόσοι χωρια­νοί καλεσμένοι.

Κι άκουγες εδώ συζητήσεις οστό τις πιο διάφορες. Προτεραιότητα όμως είχαν τα κυνηγετικά ανέκδο­τα, τα κατορθώματα της Μπαλίκως και των άλλων κυνηγόσκυλων, η ευστοχία ή η αστοχία των κυνηγάδων, οι «μαλωμοί», οι κριτικές και τα καλόκαρδα αλληλοπειράγματα. Και τραγούδι περιοδικά. Κι όλ’ αυτά διαρκούσαν ως πέρ’ απ’ τα μεσάνυχτα. Χειμώνας και­ρός! Η νύχτα είναι τόσο μεγάλη…

Αύριο από το πρωί οι κυνηγοί πάλι στο σπίτι του μπαρμπα – Γιάννη. Κατέβαζαν το ζώο από την κο­λόνα κι άρχιζαν το γδάρσιμο. Το σώμα του ζώου χωρίζεται πρώτα στα συνθετικά του μέρη: πλάτες, λαιμός, νεφραμιά, πλευρά και πι­σινά πόδια. Απ’ όλα αυτά, ο πιο ει­δικός λιανιστής έβγαζε τόσες με­ρίδες όσοι ήταν οι κυνηγοί, όμως και κάποια περίσσια κομμάτια για το νοικοκύρη των σκύλων, ο οποί­ος δεν ήταν χθες στο κυνήγι.

Το λιανισμένο κρέας χωρίζονταν σε μοιράδια ισάριθμα του αριθμού των κυνηγών και μοιράζονταν με κλήρο. Οι κυνηγοί έπαιρναν εκείνο που τους παραχωρούσε ο κλήρος και χωρίζονταν πάλι με την ευχή: «Και στα ταίρια του!»

Το κεφάλι και το δέρμα του ζώ­ου ανήκαν στον κυνηγό που το σκό­τωσε.

Ως εδώ το διασκεδαστικό μέρος του κυνηγιού. Μένει το πιο σοβα­ρό: Οργάνωση και κανονισμοί.

    Είναι γεγονός πως η μορφολο­γία του εδάφους στο Πωγώνι είναι πολύ ανώμαλη, δύσβατη, δασωμέ­νη. Μαζί με τις περίσσιες ομορφι­ές του το έδαφος κρύβει για τους κυνηγούς και πολλούς, πάρα πολ­λούς κινδύνους. Ένας άπειρος κι απρόσεχτος κυνηγός εύκολα μπο­ρεί να πάθει δυστύχημα ή να κά­μει άλλους δυστυχείς, αν δεν θα ’χει υπ’ όψη του τους κανονισμούς του κυνηγιού. Υπάρχουν δυστυχώς τέτοια αρνητικά παραδείγματα και στο Χλωμό και στην Τσιάτιστα και αλλού, γιατί οι κυνηγοί εκείνοι ή­ταν όχι σαν αυτούς που περιγρά­φουμε. Ήταν σε εισαγωγικά κυνηγοί, ατζαμήδες, περήφανοι κι απρόσεχτοι. Γι’ αυτό και τέτοιους η καλή παρέα τους εξοστρακίζει.

Τους κανονισμούς του κυνηγιού μάθαιναν στους νέους κυνηγούς οι πιο ηλικιωμένοι.

– Ακούστε, παιδιά: Δε θα ντου­φεκίζετε αν δεν γνωρίσετε καλά το «ζουλαπικό». Δεύτερο, όταν πυροβολάτε το όπλο σας να «τρώει χώμα», να το στρώνετε χαμηλά, να σημαδεύετε κάτω από το κορμί του ζώου, στην ίγκλα! Και τρίτο, μην ντουφεκίζετε το κυνήγι όταν εκείνο τρέχει στο κουρίζι της ράχης-

Σοβαρές συμβουλές, όπως και άλλες παρόμοιες. Τα όπλα θα ’πρεπε να γιομίζονταν μονάχα όταν ο κυνηγός θα περίμενε κυνήγι. Κατά το βάδισμα, ιδιαίτερα στις ανήφο­ρος και τις κατηφοριές, τα όπλα όλα αδειανά. Κανένας κυνηγός δεν πρέπει να κινείται από το καϊτέρι του χωρίς εντολή του αρχικυνηγού…

Κι αυτοί οι κανονισμοί λέγονταν στους νέους κυνηγούς από τότε, α­πό τον καιρό που ο γέρο – Γιάννης κι ο γέρο – Σταύρος ήταν παιδιά. Και κείνοι τα ’λεγαν αργότερα στους μετέπειτα νέους κυνηγούς. Στο Χριστόφορο, λόγου χάρη, το γιό του γέρο – Γιάννη. Κι η παρέα αυτή του Χριστόφορου Μπελλά κα­τά τις δεκαετίες 1920, 1930, 1940 δε θα υπερβάλω αν πω πως ήταν η πιο τέλεια σε αρχές, σε κανονι­σμούς, σε συνείδηση, σε επιτυχίες, σε κυνηγετικό μεράκι.

Δεν καταδέχονταν οι κυνηγοί αυ­τοί – μαθητές και απόγονοι των γερόντων που αναφέραμε – να πυροβολήσουν το κυνήγι στη φωλιά του.

– Μας μάλωνε ο Αλέξης, διηγούνταν ο μικρότερος του Σταύρος Ζέρβας, για τον Αλέξη Μπόλα, να ντουφεκίσουμε το λαγό στη φωλιά του. «Είναι δολοφονία» μας έλεγε. «Ρίξ’ του λιθάρι να σηκωθεί, κι αν είσαι άξιος χτύπα τον στην αρέντα!»

Και σε συνέχεια διηγούνταν το βρισίδι που έφαγε από τον ίδιο, γιατί σκότωσε ένα ζαρκαδάκι στη φωλιά του. Ήταν Ιούνιος του 1921. Κυνηγούσαν λύκους στο Δεύτερο. Απόκρημνο μέρος το Δεύτερο, υψώνεται στην αριστερή πλευρά του ποταμιού της Σούχας, απέναντι στη Σέλτση. Εκεί κάπου, σαν σκαρφάλωναν στα βράχια, ο νέος κυνηγός τότε Σταύρος, είδε να κινείται κάτι αντίκρυ του. Χωρίς να σεβαστεί συμβουλές και κανονισμούς, σκοπεύει πατάει τη σκανδάλη και το άκακο ζαρκαδάκι νεκρό…

Δακέξι χρονών παιδί, βλέπεις, δικαιολογείται για την πράξη του. Την ευθύνη είχαν οι μεγαλύτεροι, που του ’δωσαν όπλο. Μα κι ο Α­λέξης μόλις ήταν στα εικοσιπέντε του. Μ’ όλη τη ζημιά, πήρε στην αγκαλιά του το δεύτερο ζαρκαδάκι (γιατί η ζαρκάδα γεννάει πάν­τοτε ζευγαράκια) και σκαρφαλώ­νοντας τα βράχια ανέβηκαν στο ί­σιωμα του βουνού και πήραν το δρόμο του χωριού. Το ζαρκαδάκι μεγάλωσε, ημέρωσε κι έζησε αρ­κετά. Είναι αποθανατισμένο σε μια φωτογραφία της εποχής του μαζί με τον προστάτη του.

Εννοείται πως κανένας απ’ ό­λους τους καλούς κυνηγούς στο Χλωμό δεν ήταν επαγγελματίας κυνηγός. Είχαν το κυνήγι μέσο ξε­κούρασης από τη μονοτονία της τοτεσινής ζωής. Το κυνήγι κατατάσ­σονταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις της εποχής. Και τι άλλο είχαν να ιδούν οι άνθρωποι; Απομονωμένοι στις ατομικές τους εργασίες είχαν ανάγκη από κάποια κοινή εκδήλω­ση. Γι’ αυτό και το πέρασμα των κυνηγάδων ανάμεσα στο χωριό α­ποτελούσε έκτακτο γεγονός και α­ραίωνε προσωρινά τη συννεφιά και την αντάρα…

Γι’ αυτό καμιά φορά ο Χριστό­φορος θα ’βαζε κλειδί στο τσαγ­κάρικό του. Γι’ αυτό κάποτε ο μαστορο-Ντώνης ο Μέτσιος, ο σιδεράς θα ’ριχνε στον πλάτη το μονό με τη μακριά του κάννη, όπου μπορού­σαν «να κουρνιάσουν εφτά ζευγά­ρια κότες», όπως τον πείραζαν αστειευόμενοι οι φίλοι του κυνηγοί, και θα τραβούσε κι αυτός με την παρέα. Γι’ αυτό κι ο Νικόλα Πάλλας θα ’κανε το ίδιο, αψηφώντας την κούραση που του ’δινε το σύρε- έλα δυό φορές την εβδομάδα στο Κάστρο σαν αγωγιάτης που ήταν. Γι’ αυτό και πολλοί ταξιδεμένοι γύ­ριζαν στο χωριό τα χινοπώρια, για να ’ναι εδώ το χειμώνα να κυνηγή­σουν στη Σκαπέρδα…

Σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋ­ποθέσεις για ένα πιο οργανωμένο ερασιτεχνικό κυνήγι. Αν τότε κά­ποιος λαθροκυνηγός χτυπούσε κι έκρυβε το κυνήγι από την παρέα ή κυνηγούσε σε απαγορευμένη εποχή θα κέρδιζε την απέχθεια και την αποστύγηση της παρέας, σήμερα έ­χει να «κερδίσει» και τις κυρώσεις του νόμου. Τιμωρείται ποινικά. Τη στιγμή μάλιστα που το κυνήγι έγι­νε τόσο αραιό όσο ποτέ ίσαμε τώ­ρα.

Ο νόμος, μαζί κι η τόσο θετική παράδοση των προγόνων μας προς την κατεύθυνση κυνηγιού, δε μπο­ρεί παρά να γίνουν οδηγοί ευγενι­κής και συνειδητής συμπεριφοράς των νέων Κυνηγών στο χωριό μας, στην περιοχή μας και γενικότερα. Για ένα κυνήγι με αρχές. Κυνήγι με λογικευμένη εκτίμηση των δι­καιωμάτων μας σαν κυνηγοί. Κυ­νήγι με σεβασμό των δικαιωμάτων αυτών των άγριων ζώων σαν υ­πάρξεις της φύσης για την κατα­στροφή των οποίων θα είναι υπόλογη η γενιά η οποία θα γίνει υ­παίτιος.

Στο εξώφυλλο: Κυνηγετικός θρίαμβος με δύο αγριογούρουνα στο Χλωμό (1931). (Αρχείο Αλέξη Μπόλου)

(Δημοσιευμένο στο «Λ. Βήμα» Αργυροκάστρου, Δεκεμβρίου 1987 και Γενάρη 1988.

Γιώργος Μύτιλης