Ξεχωριστή ομορφιά στην κατάλευκη Σωτήρα

Ξεχωριστή ομορφιά στην κατάλευκη Σωτήρα

Βαγγέλης ΣΕΦΕΡΗΣ

Ο χειμώνας στη Σωτήρα, εκείνα τα χρόνια, ήταν βαρύς και μακρύς. Όταν έβρεχε, μερικές φορές κρατούσε δύο συνεχόμενες μέρες και παραπάνω αυτή η κατάσταση κι έκανε τη ζωή των κατοίκων δύσκολη.

Οι Σωτηριώτες προετοιμαζόταν από το φθινόπωρο, για να έχουν στα κατώγια τους τα απαραίτητα, όπως χορτάρι «καβαλαριά» που το μάζευαν οι γυναίκες πάνω στην «Τσάτσικα», στις «Ρεπετίνες» και στις  «Δόγιες» και το άπλωναν στις αυλές των σπιτιών, για να ξεραθεί και να το αποθηκεύσουν μετά. Το ίδιο έπρατταν και με τα φύλλα συκιάς. Αγοράζανε από άλλα χωριά καλαμπόκι και «πίτουρα», για να θρέφανε και με αυτά τα γιδοπρόβατα. Επίσης στα κηπάκια γινόταν πολλά κολοκύθια, τα κατατεμαχίζανε και τα έδιναν στο βιο το χειμώνα.

Σωτηρα α

Οι γυναίκες έκοβαν, επίσης, στο βουνό κλάρες από έλατο, τις στοίβαζαν και τις τραβούσαν με την τριχιά. Οι πιο τολμηρές σκαρφάλωναν πάνω στα ψηλά έλατα που φύτρωνε ο όξιος και τον κόβανε για να τον έχουν για το χειμώνα για να θρέψουν τα κατσικάκια και τα αρνιά.

Οι μέρες το χειμώνα ήταν μικρές και νύχτωνε νωρίς, ο κόσμος χαζευότανε στο σπίτι και καθόταν γύρω από το αναμμένο τζάκι, που έκαιγε ακατάπαυστα. Λίγοι είχαν ξυλόσομπες, που ζέσταιναν καλά το χώρο που ξεχειμώνιαζε η οικογένεια.

Οι άντρες που δούλευαν στο βουνό, κουβαλούσαν και κανένα ξύλο όταν γύριζαν από τη δουλειά  ή καμιά «σκίζα». Ξανά οι γυναίκες πήγαιναν στην «Τσάτσικα», δεξιά από το «Χάβο» στο «Γκορτσάλι» και ως τις «Δόγες». Μάζευαν μεγάλες κλάρες από έλατα που τις είχαν κόψει οι άντρες, τις λιάνιζαν, τις έδεναν μπροστά και πίσω με σύρμα και τις τραβούσαν σβάρνα ως τη «Γράβα» και τη «Συκιά», όπου θα τις φόρτωναν μετά πάνω στο «ΖΙΣ» του Βασίλη Νίκου. Στο σπίτι τις κλάρες τις έκοβαν με το μπρατσόλι πάνω στην «γαϊδάρα» και τις στοίβαζαν μέσα στο κατώι σε θεμωνιά, σε «φουρίσια».  

…Όποιος πετύχαινε και κάνα πλατάνι ξερό, το έκοβε. Το πουρνάρι ήταν γερό ξύλο, έκανε καλή φωτιά και καίγονταν σιγά. Κόβαμε κανένα κρυφά και το αφήναμε να στεγνώσει για την άλλη χρονιά. Μερικοί ήταν τυχεροί, μέσω γνωριμιών κατάφερναν κι έκοβαν ξύλα μέσα από τα συρματοπλέγματα, στα Ζωνάρια κουμαριές, κανένα πουρνάρι και άλλα άγρια δέντρα. Οι εργάτες, τα κομμένα ξύλα τα στοίβαζαν και με αυτοκίνητα το κράτος τα μετέφερε στο Αργυρόκαστρο για θέρμανση, για τα εστιατόρια και για το στρατό.

Σωτήρα β

…Το τζάκι δεν θέρμαινε καλά, από μπροστά ζεσταινόμασταν και από πίσω κρυώναμε. Ο παππο – Βάσσος είχε εφεύρει μια πατέντα: με μια λαμαρίνα έκλεινε μέσω ενός χερουλιού μερικώς την καμινάδα, ώστε να μην βγαίνει όλη η ζέστη έξω.

Στο τζάκι που καθόμασταν, παίζαμε την  «κολοκυθιά» και λέγαμε διάφορες «γκουγκουβάστρες», μέχρι να μας έπαιρνε ο ύπνος.

Τα απογεύματα, που ήμασταν κάτω στο Μεσοχώρι, στο καφενείο ή στη Σάλα κατέβαινε ο «Μπάρδος» (Σπύρος Τέρπος), πήγαινε έξω στη βεράντα του σχολείου, «μετρούσε» τη θερμοκρασία και μας έλεγε την πρόβλεψή του, τι καιρός θα κάνει…, τις περισσότερες φορές το πετύχαινε.

… Όταν ξυπνούσαμε το πρωί και ανοίγαμε τα κουρτινάκια στο παράθυρο, βλέπαμε το χιόνι να είχε ασπρίσει τα πάντα. Η μητέρα είχε σηκωθεί νωρίς και έχει ανάψει τη φωτιά στο τζάκι, σηκωνόμασταν και εμείς πυρώναμε το ψωμί και το τρώγαμε με τυρί και με ζεστό τσάι. Το τυρί, η μητέρα το έφερνε από τη μπούντενα, που ήταν δίπλα από τον τσάρκο των κατσικιών και στο βάθος ήταν τη θεμονιά με τις πέτσες. (Όταν έκαιγαν την ασβεσταριά και κουβαλούσαν τα γκουτζιούπια  από τα έλατα με το αυτοκίνητο και τα ξεφορτώνανε, εγώ έπαιρνα το τσεκούρι και έβγαζα τις πέτσες, για να τις έχουμε να ψήνουμε τα φαγητά στη γάστρα).

Μετά το πρωινό, παίρναμε ένα φτυάρι για να καθαρίσουμε το χιόνι και να ανοίξουμε το δρόμο στο σοκάκι μέχρι το Λάκκο. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία εξαετίας του χιονιού. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα κοτσύφια που πήγαιναν από πλατάνι σε πλατάνι για να βρούνε τροφή. Ο Μπάρδος από το πρωί είχε στηθεί κάτω από τον πλάτανό μου που είχε έναν μεγάλο καίσαρα σε σχήμα χωνιού, όπου πήγαιναν τα κοτσύφια και έτρωγαν σπόρους. Περίμενε υπομονετικά για να σκοτώσει κανένα κοτσύφι με το «λάστιχο» (σφεντόνα).

Κατεβαίναμε στο Μεσοχώρι και παίζαμε χιονοπόλεμο ώρες ατελείωτες και μόνο όταν μας έπαιρνε η πείνα, πηγαίναμε στο σπίτι. Στη Γράβα γινότανε οι «Τσίγκροι» πολύ μεγάλοι, γυάλιζαν και ήταν διάφανοι. Πηγαίναμε τους σπάγαμε με πέτρα παίρναμε στο χέρι και κατεβαίναμε κάτω να παίξουμε και να δούμε ποιος είχε κόψει τον μεγαλύτερο. Στήναμε πλάκες στον κήπο, για να πιάσουμε κάνα πουλί. Μόνο κοκκινολαίμηδες πιάναμε, αραιά και που και καμία τσόνα, φτιάχναμε και χιονάνθρωπους.

Πολλές φορές το χιόνι πάγωνε και έμενε για αρκετές μέρες στο χωριό. Μόλις έλιωνε στην Καραμανιά, που ήταν προσήλιο, βγάζαμε τα γίδια σαν μαχαλάς και τα πηγαίναμε στο Καστρί να φάνε καμιά ντούφα.

Οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο και έπιναν κάνα κονιάκ, αν υπήρχε, κάνα πόντσι, για να ζεσταθούν και μετά έπαιρναν το δρόμο για το προσήλιο στο Καστρί.

Άλλοι με τα πανωφόρια τους, άλλοι με τα δίμιτα, με σκούφο, με τραγιάσκες και κάποιοι με εκείνα τα χοντρά ρώσικα καπέλα, που σου προστάτευαν καλά τα αυτιά  και το λαιμό από το κρύο, με τις μπότες και με τα ψηλά χειμωνιάτικα παπούτσια, πήγαιναν για το Καστρί, όπου καθότανε ωσότου έφευγε ο ήλιος. Το χειμώνα ήταν λίγες οι ώρες στο χωριό με ήλιο, έβγαινε στης 9 πμ και έφευγε στις 13.30 μμ. Οι άντρες έπαιζαν χαρτιά και τάβλι πίσω από το σχολείο, σε προσήλιο και απανεμιά.

Η φασολάδα για το κρύο και το χιόνι ήταν το καλύτερο φαγητό. Θυμάμαι μια φορά είχε έρθει με τον πατέρα μου στο σπίτι ο θείος Σταύρος του Καράσσα και κάθισαν δίπλα στο τζάκι για να ποιούνε κάνα τσίπουρο. Η μητέρα μου έβραζε τη φασολάδα στο μπραγκάτσι. Ο πατέρας μου την ανακάτευε τακτικά για να γίνει πηχτή. Κάποια στιγμή η μητέρα μου έριξε μέσα και μια πιπεριά, κόκκινη, στεγνή, καυτερή, για νοστιμιά στη φασολάδα. Τους έστρωσε στο σοφρά για να φάνε. Η φασολάδα είχε πήξει και ήταν πεντανόστιμη. Ήταν καλοί φίλοι και πολύ δεμένοι οι δύο τους. Μεγάλη φυσιογνωμία ο θείος Σταύρος, τον αγαπούσα και τον εκτιμούσα πολύ, ήταν από μία σπουδαία οικογένεια.

… Το χιόνι σε έκλεινε μέσα στο σπίτι, δε μπορούσες να δουλέψεις, τα νερά, τα πάντα παγωμένα, τα ζώα κλεισμένα μέσα … εμείς να παίζουμε ξέγνοιαστα μέσα στο τσουχτερό κρύο … και να γίνονται χιονίστρες στα παγωμένα χέρια και πόδια μας!

…Πέρα από τις δυσκολίες, το χιόνι έδινε στην κατάλευκη Σωτήρα ξεχωριστή ομορφιά και όλο το τοπίο έμοιαζε σαν μια μεγάλη χειμωνιάτικη ζωγραφιά!

Σχετικά άρθρα: