Ο Έλληνας φαντάρος του 1940, με αριθμό 328

Ο Έλληνας φαντάρος του 1940, με αριθμό 328

Πολλές φορές στον άνθρωπο ο αυθορμητισμός και το πείσμα ενσαρκώθηκαν με την γενναιότητα και την πίστη, για την επιτακτική ανάγκη να λευτερωθεί η πατρίδα, αγνοώντας την ηλικία, τον τόπο ή το χρόνο, τα πλούτη ή τη δόξα και πάνω απ’ όλα τα ατομικά συμφέροντα, μην περιμένοντας ποτέ διακρίσεις και μετάλλια. Μην περιμένοντας τη δόξα να τους κυνηγά, αλλά απλά, γιατί το θεώρησαν χρέος υπέρ πίστεως και πατρίδος να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για τα ιερά αυτά χώματα.

«Γεύτηκε» και εκείνος το 1936 την πικρή μάστιγα της ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω την αγαπημένη του Δερβιτσάνη, τους γονείς και φίλους του, και μαζί με τη σύζυγό του, Μάρθα, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, εκεί στο φάρο της ορθοδοξίας να βρουν μια καλύτερη τύχη, μια πιο άνετη ζωή. Και εκεί που τα λέμε, η τύχη τον ευνόησε τον Ηλία Κορκάρη. Στο Μπαλουκπαζάρ (ψαραγορά), απέναντι από το Πατριαρχείο, άνοιξε το δικό του μαγαζί κι έβαλε έτσι τα θεμέλια των νεανικών του ονείρων. Όμως, μόνο για ελάχιστα χρόνια. Μέχρι που η Ιταλία έλαβε στην καταχτητική της πράξη ως απάντηση το «ΌΧΙ» των Ελλήνων.

Επηρεασμένος και ο Ηλίας από την πατριωτική λαύρα, πέταξε την ποδιά του τσαγκάρη, έκλεισε το μαγαζί του, πήρε τη Μάρθα και το μικρό του Βαγγέλη απ’ το χέρι και πήγε και γράφτηκε στα μητρώα του Πατριαρ­χείου.

Το Νοέμβρη του 1940 βγήκε εθελοντής. Πρώτος σταθμός η Δράμα. Εκεί τον έντυσαν φαντάρο. Μεραρχία 9η, Σύνταγμα 65, προσωπικός αριθμός 328.

Είχα γνωρίσει τον άνθρωπο αυτό στα χρόνια της αλβανικής δικτατορίας. Όταν τα χείλη ήταν σφραγισμένα κι έστω και μια λέξη να «λιποταχτούσε» από τη γλώσσα σου, μπορούσε να σε στείλει για πολλά χρόνια στα κάτεργα. Ήταν όμως, ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τίποτε. Μπορούσε να σου μιλήσει ολόκληρα με­ρόνυχτα για εκείνο το ιστορικό Έπος, αλλά ποτέ δεν σου μιλούσε για τον εαυτό του.

Ίσως να είμαι ο τυχερός, το μοναδικό άτομο που μπόρεσα να του «κλέψω» το ελάχιστο από τη δική του προσωπική πορεία σ’ αυτό το Έπος.

Ήταν παλικάρι! -Θυμάμαι- μου είπε τότε στη συνάντησή μας- πως τη δεύ­τερη μέρα μας κάνανε λίγες ασκήσεις. Την τρίτη, κατευθείαν στην Κορυτσά, στη μάχη του Μαλίκι.

… Ένα πρωί του Δεκέμβρη του 1940, ήμασταν 242 Έλληνες και γυρίσαμε πίσω μόνον 43, ενώ οι Ιταλοί χιλιάδες… αμέτρητοι. Πολεμού­σαμε σώμα με σώμα. Οι ξιφολόγχες κατακόκκινες. Από τη λύσσα μου δεν ξέρω πόσους είχα ρίξει χάμω. Για μια στιγμή με περικύ­κλωσαν τέσσερις-πέντε Ιταλοί, με έριξαν κάτω και με χτυπού­σαν με γροθιές και κλωτσιές. Με σβάρνιζαν σαν νεκρό. Ένας Ιτα­λός σήκωσε το χέρι του να μου έμπηγε την ξιφολόγχη. Εκείνη τη στιγμή λοχίας με όνομα Νικηφόρος, του έπιασε το χέρι στον αέ­ρα και ο Ιταλός με άφησε … Οι Ιταλοί φαντάροι ίσως να νόμιζαν ότι ήμουν νε­κρός και ασχοληθήκαν με το λοχία. Βλέπω με μισάνοικτα μάτια να ρίχνουν το λοχία κάτω… πριν ακόμα προλάβει να πέσει τον πυροβόλησαν, τον σκότωσαν. Έμεινα έτσι μέσα στα αίματα για πολύ ώρα, αναίσθητος σε ένα χαντάκι μέχρι που πέρασε η φουρτούνα… Όταν οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν, καμιά 600-800 μέτρα, τότε ήρθαν οι δικοί μας και μας μάζεψαν. Είχα χάσει το φως. Με είχε χτυπήσει πριν ακόμα αρχίσει η μάχη σώμα με σώμα, η λάσπη που πετάχτηκε όταν ένας όλμος έπεσε κοντά μας και σκότωσε αρκετούς φαντάρους μας.

Αποτέλεσμα: Από τότε με έβγαλαν εκτός μάχης. Η αλήθεια είναι πως τότε λυπήθηκα, γιατί ξεκομμένος από τον Ελλαδικό χώ­ρο σκέφτηκα, όπως και πάρα πολλά άλλα παιδιά της Δρόπολης, των Αγίων Σαράντα ή της Χιμάρας που δεν μπόρεσαν να γευτούν έστω και στο ελάχιστο τον αέρα αυτής της νίκης. Να ιδούν στο στήθος τους κάποιο παράσημο ανδρείας, να λάβουν κάποιο τιμητικό έγγραφο ή να δακτυλοδεικτούν απ’ τις αρχές ως ήρωες του έθνους.

Ίσως σήμερα μετά θάνατον, σε ευνοϊκές συνθήκες, κάποιος μορφωτικός ακόλουθος προξενείου, οι κάποιοι αρμόδιοι, θα θυμηθούν να ανεβάσουν εκείνους τους αγωνιστές στη θέση που τους αξίζει. Ας περιμένουμε λοιπόν!

Στο εξώφυλλο: Ο Ηλίας Κορκάρης. Εθελοντής στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940.

Γεώργιος Σ. ΣΟΥΚΟΥΡΑΣ

Γιώργος Μύτιλης