Ο Δροπολίτης

Ο Δροπολίτης

Του Φώτη Χρ. Γκίκα

Οι Δροπολίτες, όπως και όλοι οι άλλοι Ηπειρώτες, αγαπούν τα γράμματα. Το ποσοστό των αναλφάβητων άντρων στη Δρόπολη δεν είναι παραπάνω από 3/100 και των γυναικών 12/100. Σχεδόν όλα τα χωριά της Δρόπολης είχαν σχολειά από το 1750 και τα μεγάλα πολύ πριν. Στη μόρφωση των Δροπολιτών έπαιξαν μεγάλο ρόλο τα 12 Μοναστήρια που ιδρύθηκαν κοντά στα χωριά της Δρόπολης από τους πρώτους αιώνες του χριστιανι­σμού, όπως πολύ ορθά παρατηρεί ο κ. Αχιλλεύς Παπαδόπουλος σε σχετική μελέτη του.

Τα σχολεία, αυτά που στεγάζονταν στον νάρθηκα των εκκλησιών, και σε σπίτια, λειτουργούσαν υποτυπώδικα. Από το 1830 όμως και δώθε έχομε διδακτήρια που θα τα καμάρωναν και οι σημερινοί δάσκαλοι, όπως το διώροφο με τέσσερεις αίθουσες, γραφείο, κατοικία του δασκάλου, τζάκια για θέρμανση, σχολικό κτίριο του Βουλιαρατιού, που χτίστηκε το 1830.

Το μικρό αυτό ποσοστό των αναλφάβητων δεν παρατηρείται στις μετά το 1900 γενεές. Οι λίγοι αυτοί αναλφάβητοι είχαν γεννηθεί πριν από το 1900. Πολλοί Δροπολίτες συνέχισαν τη μόρφωσή τους και έγιναν διαπρεπείς επιστήμονες που σταδιοδρόμησαν και στον τόπο τους και στο εξωτερικό. Αλλά κι εκείνοι που περιορίστηκαν στην βασική του Δημοτικού μόρφωση μπήκαν και μπαίνουν στον σκληρό της βιοπάλης αγώνα με αυτοπεποίθηση είτε εργάζονται στην άτυχη πατρίδα είτε στην έρημη ξενιτειά.

Του αγρότης όμως η ζωή, ήταν η πιο στερημένη. Μιλώ για την πριν του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου εποχή, γιατί πληροφορίες για την, μετά την επικράτηση του Κομουνισμού, ζωή των εκεί Δροπολιτών δεν έχω. Βρίσκο­μαι μακριά από τον τόπο που γεννήθηκα, όπως και όλοι οι Δροπολίτες, που διασκορπίσθηκαν στα έρημα τα ξένα, σαράντα περίπου χρόνια.

Ο Δροπολίτης προπολεμικά δεν είχε μεγάλον γεωργικόν κλήρο. Λίγα ήταν τα ιδιόκτητα χωράφια του, γι’ αυτό αναγκάζονταν να ενοικιάσει χωράφια που άνηκαν σε μπέηδες και αγάδες του Αργυροκάστρου και του Λυμποχόβου. Μόνος του με το αλέτρι έχοντας πολλές φορές βοηθό τη γυναίκα του, όργωνε κι έσπερνε το φθινόπωρο το στάρι, το κριθάρι και την βρίζα (σίκαλη) γρήγορα – γρήγορα και βιαστικά, για να τελειώσει πριν έρθουν οι ασταμάτητες, για την Ήπειρο, φθινοπωρινές βροχές. Την ίδια σχεδόν περίοδο, μάζευε και το ποτιστικό αραποσίτι, το έκανε δέκα, ίσους σε όγκο, σωρούς μέσα στο χωράφι και περίμενε να ’ρθει ο δεκατιστής (ο εισπράκτορας της δεκάτης) και ο αγάς να πάρει το ήμορο. Καβάλα σε άλογα έρχονταν αργά – αργά και καμαρωτά. Ο δεκατιστής διάλεγε έναν σωρό από τους δέκα και ο αγάς, ιδιοκτήτης του χωραφιού, τρεις. Έμεναν για τον αγρότη Δροπολίτη μόνο τα 6/10 της παραγωγής, από τα οποία ήταν υποχρεωμένος ν’ αφαιρέσει τον σπόρο για να ξανασπείρει την ερχόμενη χρονιά. Το ίδιο γένονταν και για τα σιτηρά. Τα θέριζε, τα κουβαλούσε στ’ αλώνι, όπου τα αλώνιζε με το ποδοβολητό των άλογων, τα λίχνιζε και τα έβαζε στα σακιά. Στο λίχνισμα και στο μάζωμα ήταν παρόντες και ο δεκατιστής και ο αγάς ή ο αντιπρόσωπός του. Τα ζύγιζαν και έπαιρναν το 1/10 ο δεκατιστής, τα 3/10 ο αγάς και μόνο τα 6/10 ο καλλιεργητής γεωργός, από τα όποια έπρεπε ν’ αφαιρέσει τον σπόρο για να ξανασπείρει τά χωράφια.

Αυτές ήταν οι συνθήκες της εργασίας και της ζωής των Δροπολιτών από το 1430 που υποδουλώθηκαν στους Τούρκους. Δουλειά και πιέσεις στον τόπο τους, δουλειά και νοσταλγία στην ξενιτειά. Και όμως άντεξαν. Διατήρησαν την εθνικότητά τους και τις Ελληνικές τους παραδόσεις. Και όχι μόνο τούτο, αλλά παρακολούθη­σαν και την πολιτιστική εξέλιξη κατά δημιουργικό τρόπο, ώστε να μη υστερούν σε τίποτε από τους άλλους πληθυσμούς του Ηπειρωτικού χώρου.

Στη φωτογραφία εξωφύλλου: Λογγιώτικη οικογένεια: Αθανάσιος, Θεόδωρος και Γεώργιος Ντέμης. Όρθιο: Νικόλαος και Κώστας Ντέμης. (Φωτογραφία Γιώργου Μπέη από Σωτήρα, 1932).

Από το λεύκωμα Β’ Η ΔΡΟΠΟΛΙΣ Βορείου Ηπείρου, έκδοση της Ενώσεως Δροπολιτών Ο ΔΡΙΝΟΣ, Αθήναι 1980.

Γιώργος Μύτιλης