Ο ΕΝΑΣ ΤΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΤΟ ΠΕΤΑΛΟ

Ο ΕΝΑΣ ΤΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ  Ο ΑΛΛΟΣ  ΤΟ  ΠΕΤΑΛΟ

Ένα κείμενο γραμμένο στις 6/2/2002 σε χαρτί Α4 και κολλημένο, στο όνομα της εφημερίδας τοίχου «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ», σε διάφορα σημεία των χωριών της Δρόπολης. Αργότερα το συμπερίλαβα στο πρώτο βιβλίο μου «Εγκατάλειψη». Αρκετοί βολεμένοι φίλοι μου τότε, αυτό το αγωνιστικό φύλλο, αφού τους χαλούσε δουλειά, ξυπνούσε κόσμο, με τις αλήθειες που έλεγε, το αποκαλούσαν, σε κείμενά τους και σε εκφωνήσεις τους, «Ντατσιμπάο». Τώρα, μετά από σχεδόν 18 – 19 χρόνια, θέλω να πιστεύω, αν είναι άνθρωποι, θα αισθάνονται, σίγουρα, τύψεις. Διαβάστε, σας παρακαλώ, το κείμενο και κάνετε και τη σύγκριση με την σημερινή κατάσταση στον τόπο μας κι όπου σκορπιστήκαμε.

Μείναμε  λίγοι. Παρατημένοι  εντελώς. Κι έχουμε τώρα  ανάγκη, όσο ποτέ άλλοτε, να ρίξουμε το χέρι  ο  ένας στην πλάτη του  άλλου, αδερφικά κι αγαπημένα. Να κοιταχτούμε κατάματα. Να αγωνιστούμε μαζί. Να σωθούμε μαζί.

Όλοι είμαστε γέννημα – θρέμμα αυτού του τόπου. Τον αγαπάμε το ίδιο. Έμπρακτα το δείχνουμε σε κρίσιμες στιγμές, που σαν ένα σώμα ριχνόμαστε να αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα. Όλοι είμαστε το ίδιο Έλληνες. Συνάμα  και το ίδιο πατριώτες. Γιατί  η  επιλογή είναι ίδια: μείναμε στον τόπο ή επιστρέψαμε στον τόπο και, μέσα σε μεγάλες δυσκολίες, το παλεύουμε σαν θεριά. Κρίμα  που κι εμείς έχουμε την τύχη του Αλβανού πολίτη.

Ούτε ο Μπερίσια, ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε ο Μέτα, ούτε ο Σημίτης προσπάθησαν να μας σώσουν. Μάλλον, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν μας έχουν γραμμένους στα δικά τους τεφτέρια. Μόνοι μας θα σωθούμε. Όταν, όμως, θα είμαστε ενωμένοι. Με τον κοινό αγώνα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων  μας.

Η Ελλάδα, σαν μητέρα, μας χρωστάει πολλά. Λίγα μας πρόσφερε μέχρι στιγμής. Η Αλβανία, σαν μητριά,  όλο τάζει και  δεν  δίνει.  Αφού δεν  υπάρχουμε, δεν έχουμε φωνή, επειδή είμαστε διχασμένοι, όλοι μας  παράτησαν στη μοίρα μας. Μας άφησαν στα κρύα του λουτρού.

Άλλοι μας χώρισαν. Είναι αυτονόητο. Το χειρότερο κακό είναι ότι εμείς λειτουργούμε πάνω στο σύστημα της  αυτοκαταστροφής μας. Μέχρι εδώ κι  όχι πιο πέρα. Γιατί φτάσαμε στην κόχη  του γκρεμού. Την αυτοκαταστροφή τη βλέπουν και  οι δύο ηγέτες μας, τα δύο παλιά φιλαράκια κι όμως, συνεχίζουν με μανία τον εγωιστικό και άμυαλο παιδιακίστικο πετροπόλεμο. Πίσω ο καθένας τραβάει καλά  το οργανωμένο ασκέρι του.  Ξεκινώντας από «αρχές» ή από καπρίτσια οι δύο, ποιος ολίγο,  ποιος πολύ, σκάβουν δυστυχώς, περισσότερο το λάκκο μας. Ο τόπος μας, δεν αντέχει πια.

Ο ένας, ο Ντούλες, βρίσκεται  στο τιμόνι της οργάνωσης, που χρόνια τώρα  υπολειτουργεί. Ο άλλος, ο Τάβος, βρίσκεται στην κορυφή της παράταξης των δυσαρεστημένων της Ομόνοιας που,  για  γινάτι του μυλωνά, το παλεύουν και  τον βγάζουν  συνέχεια  βουλευτή. Μετά  από κάθε  νίκη για μακρύ χρονικό  διάστημα  ο βουλευτής της Δρόπολης πέφτει σε ληθαργικό ύπνο.

Για πού το πάμε έτσι;! Για πού μας οδηγάτε φιλαράκια κι εμείς σας καμαρώνουμε; Εδώ χανόμαστε. Δεν υπάρχει πια χρόνος ώστε ο ένας να χτυπάει το καρφί και ο άλλος το πέταλο.

Εδώ και  τώρα ο κόσμος ζητάει να δώσετε τα χέρια. Να βγείτε μπροστά του, να ηγηθείτε του μεγάλου αγώνα για επιβίωση. Διαφορετικά παραιτηθείτε. Ανοίξτε το δρόμο που χορτάριασε.

Ο τόπος ζητάει λύσεις επιβίωσης. Μαζικές κινητοποιήσεις κι όχι  ύπνο. Δεν τον  σώζουν  τα  όμορφα  λόγια. Όχι  πια  αντιπολίτευση σε εφημερίδες που έχουν φωνή δεσμευμένων δημοσιογράφων, μα ανοιχτή αντιπολίτευση πολιτικών μπροστά στον κόσμο για ύπαρξη. Για κοινό στόχο.

Ελάτε να προλάβουμε όλοι μαζί το μεγάλο κακό που μας χτυπάει δυνατά την πόρτα. Για να μην είμαστε αύριο η ένοχη γενιά. Η γενιά που παρέδωσε, χωρίς καμιά αντίσταση, τα άρματα για να χαθεί η Εθνική Ελληνική Μειονότητα    

Σχετικά άρθρα: