Ο Καπετάνιος

Ο Καπετάνιος

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Από το βιβλίο: ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΟΥ

Πρώτο μέρος

Από την Κρανιά του Βούρκου του Δελβίνου, ένα φτωχό συνοικισμό τσιφτσήδων[1] χριστιανών ραγιάδων-κάπου τριάντα πέντε οικογέ­νειες-κρατούσε η γενιά του Θύμιου Λιώλη. Παιδί του Λιώλη Βασίλη, μικρός – μικρός μπήκε στην υπηρεσία του Αγά της Κρανιάς, του Μαχμούτ Σιαμέτη, φύλαγε τα υποστατικά του, ως τα δεκάξι του χρόνια ζώντας του ραγιά τη μαύρη ζωή και συχνά έβλαφτε και τους ομοπίστους για να συμβιβάσει τα καθήκοντά του προς τον τύραννο.

Η καλή του τόπου μοίρα όμως, θέλησε, από ένα απλό περιστατικό, ν’ αστράψει άπω φως η συνείδησή του και να βρει το δρόμο, που ακολουθούν οι ήρωες.

Κάποια μέρα, από τις πολλές, βλέποντας τα πράματα[2], που αμολούσαν οι τσιφτσήδες, να μπαίνουν στα κτήματα του Αγά του και να κάνουν ζημιά – στα 1911 – δε βάστηξε και του το ’πε.

– Να τα σκοτώσεις! – του υπέδειξε εκείνος.

– Μα θα πάω μέσα, Αγά μου, παρετήρησε ο Θύμιος.

– Μη σε νοιάζει, είμαι εγώ εδώ! – τον ενεθάρρυνε πάλι ο Αγάς.

Ξεθαρρεμένος ο Θύμιος από του Αγά την προστασία και την τρέλα των δεκάξι του χρόνων βάρεσε την πρώτη φοράδα ενός Κρανιώτη, που ξαναμπήκε στου αφεντικού του τα κτήματα.

Λόγο σε λόγο θύμωσε ο Κρανιώτης, τον πήγε στα δικαστήρια και η τουρκική δικαιοσύνη, σαν να μάντευε πως το όπλο στα χέρια του νεαρού ραγιά ήταν κακό προμάντεμα, του έκοψε τρεις μήνες φυλάκιση να του κοντύνει και τα χέρια και το όπλο.

Ο Αγάς φυσικά ούτε ρώτησε, ούτε πολύ περισσότερο ενδιαφέρθηκε για την τύχη του ραγιά του, ενός από τους πολλούς, που δεν τους είχε με­τρημένους.

Μέσα στης φυλακής το σκοτάδι ο ραγιάς κατάλαβε, πως δεν ήταν τίποτε άλλο έκτος από όργανο του τυράννου για να καταδυναστεύει τους άλλους σαν κι αυτόν ραγιάδες, ένα σκαλί παρακάτω από το σκαλί το δικό του, το σκαλί της ευνοίας, που είχε σαν αντάλλαγμα του Μαχμούτ Σιαμέτη και όλων των Μαχμούτηδων.

Σαν τέλειωσε τη φυλακή του ο Θύμιο Λιώληςς, μια και δυό πήγε αγανακτισμένος στον αφέντη του.

– Θα μου το πλήρωσης, Αγά! – του είπε.

– Χάι[3], μωρέ ντατς! – του απάντησε εκείνος περιφρονητικά.

Όμως ο Θύμιος του το φύλαξε, όπως φυλάει ο πιστός το τάμα του και ο αδικημένος την αδικία του.

Και η ώρα της πληρωμής δεν άργησε να ’ρθει.

Γύρω από το Γεφυρομπίστριτσο, τη γέφυρα της Μπίστριτσας, του αρχαίου Σιμόεντος, του ορμητικού ποταμού, που το χειμώνα τα θολά του κύματα παράσερναν στο διάβα τους ό,τι βρισκόταν μπροστά: ανθρώπους, πρόβατα, άλογα, δένδρα, χωράφια, άλλη γη εξαφάνιζαν κι άλλη έφτιαχναν και λίπαιναν τη χώρα και την έκαναν εύφορη, κατέστρεφαν και δημιουργού­σαν κάθε χρόνο, γύρω λοιπόν από το Γεφυρομπίστριτσο ήταν ένα από τα πολλά του Αγά κτήματα. Εκατόν πενήντα Γκέγκηδες κι άλλοι τσιφτσήδες καταγίνονταν να σκάψουν, να τακτοποιήσουν της Μπίστριτσας την κοίτη για ν’ αποφύγει ο Αγάς τις ζημιές. Και εκείνος ανεβασμένος όρθιος στην ντάπια[4] της γεφύρας με το χρυσό ωρολόγι του, κρεμασμένο από τη χρυσή καδένα, στο χέρι, μέτραε τον κόπο των τσιφτσήδων και των εργατών του.

Ένα μπαμ! ακούστηκε και ο Μαχμούτ Σιαμέτης, ο ώμος του Δελβίνου τύραννος έπεφτε άλαλος, σαν το πουλί, που πέφτει από το δένδρο. Ο Θύ­μιος είχε πάρει το δίκιο του.

Οι Χριστιανοί Έλληνες πανηγύρισαν και αναθάρρησαν, ευχήθηκαν και στα ταίριά του, και οι μοιρολογίστρες μοιρολόγησαν με το μοιρολόγι της περιστάσεως, που εξυμνούσε τα προτερήματα του μερχούμη[5], προσθέτοντας:

Πέντε – πέντε την ημέρα κι εκατό την εβδομάδα ώ αγά, ω μπίρ [6] .

Από τότε ο Θύμιο – Λιόλιος βγήκε στην παρανομία. Φούντωσαν σε λίγο τα εθνικά κομιτάτα, έπεφτε το ωραίο κεφάλι του καπετάν Πουτέτση στην

Τσούκα κι έμεινε αυτός η ελπίδα κι απαντοχή του τυραννισμένου καχουριστάν[7] της περιοχής. Ψηλός, κατσαρομάλλης, οι βόστρυχοί του έπεφταν πίσω στο σβέρκο του σαν ο κομμένος με χαβάνι.[8], χρυσός μυρωδάτος της Σκόδρας καπνός. Ομορφάνθρωπος, καθαρός με άσπρη μπουραζάνα[9] το καλοκαίρι και τσόχινη το χειμώνα, με γερμανικό πιστόλι και κοντό μάνλιχερ, δόθηκε ολόψυχα στον εθνικό αγώνα και κράτησε ψηλά του Χρι­στιανισμού το φρόνημα.

Καμαρώναν οι Χριστιανοί Έλληνες για τη φήμη του Καπετάνιου του Βούρκου και τρέμαν οι Οθωμανοί στο πέρασμά του.

Ο κόσμος πλήρωνε τα βιολιά, όταν ο Θύμιος χόρευε. Στων ραγιάδων τα μάτια είχε γίνει ο Διγενής, ο λαϊκός ήρωας.

Με του βαλκανικού πολέμου την έκρηξη η καχυποψία ανάμεσα Χρι­στιανών κι Οθωμανών μεγάλωνε. Ένας φύλαρχος Τσάμης εσκότωσε τον παπά της Πλησίβιτσας, πατρίδας της Κυρα – Βασιλικής. Δε χάνει καιρό ο καπετάν – Θύμιος, για εκδίκηση, μέσα σε λίγες μέρες, σκοτώνει το Σέχη στο Ντερμίσι για να ισοφαρίσει ο λογαριασμός.

Ένα ουράνιο τόξο εφώτιζε τους φτωχούς ραγιάδες του Δελβίνου, η φήμη του Καπετάν – Θύμιου, ενώ οι εχθροί του αύξαιναν μέρα με την ημέρα και βάλθηκαν να τον εξοντώσουν.

Κάποτε στο καφενείο του Μίχο Κωστάκη, στο Δέλβινο, μαζευτήκαν και του ’καναν καρτέρι, περιμένοντάς τον σίγουρα να περάσει.

Μπήκε σαν σίφουνας και μόλις τους αντίκρισε, χωρίς να χάσει καιρό – νόμισαν πως θα τον παραπλανήσουν – τρέχει στο τεζάχι [10], που ήταν οι κα­ράφες του ρακιού, βγάζει το πιστόλι και τους λέει.

-Γυρίστε τις πλάτες! γιατί σάς έφαγα!

Ο κόσμος – οι Χριστιανοί – γεμάτο το παζάρι, καμάρωναν, σαν έβλεπαν μέρα μεσημέρι να βγαίνουν ένας – ένας ντροπιασμένοι με το κεφάλι σκυμμένο και να σκορπίζονται οι Οθωμανοί! Και δεν ήταν φιλήσυχοι αυτοί, μα κακοποιοί και εγκληματικά στοιχεία της περιοχής με τις κου­μπούρες τους κρεμασμένες στη ζώνη, ενώ ό καπετάν – Θύμιος με το πιστόλι στο χέρι έβγαλε και τον τελευταίο, βάζοντάς τους μπρος, όπως ο μυθικός Αχιλλεύς τους Τρώες! Ο έρημος ο φόβος, ο ξαφνικός, τι δεν κάνει!

Στα 1912 ο Νιμέτ Αμπάζης από το Δέλβινο, βλαστός των Αμπαζαίων, του άλλου μεγάλου κλάδου των τσιφλικούχων Οθωμανών ήταν αρχηγός

κοσιάδας[11] για την επιτήρηση της περιοχής, ενώ ο καπετάν – Θύμιος στα αντάρτικα κομιτάτα. Αντιμετρήθηκαν, όπως οι ήρωες του τρωικού πολέμου, όπως οι βασιλιάδες των παραμυθιών. Μονομάχησαν προσωπικά, χωρίς τα παλληκάρια τους, στο χωριό Άλικο παλληκαρήσια, έξω από τους βάτους του χωριού. Μια σφαίρα από το μάλινχερ του καπετάν – Θύμιου πήρε τη σκούφια του ωραίου Νιμέτη. Η τύχη ευνόησε την αδερφωμένη παλληκαριά. Στάθηκαν ο ένας απέναντι του άλλου, όπως ο Πειρίθους με το Θησέα και αλληλοθαυμάζονταν. Θανάσιμοι εχθροί ήρθαν σε κουβέντα:

– Γινόμαστε φίλοι, ωρέ Θύμιο;

– Γινόμαστε, ωρέ Νιμέτη!

Κι έδωκαν τα χέρια τους, ενώ ο Χάρος έφευγε από τους βάτους καγ­χάζοντας για την αλλόκοτη συμφιλίωση.

Όμως η φιλία του Νιμέτη δεν ασφάλιζε πάντα τον καπετάν – Θύμιο. Απ’ όλα έπρεπε να φυλάγεται, σε μια χώρα γεμάτη από εχθρούς. Το μυαλό του, η προσοχή του, έπρεπε να είναι πάντοτε ακονισμένα. Ένα αλύχτημα σκύλου, ένα θρόισμα φύλλου μπορεί να ’ταν κι ένας ανεπάντεχος εχθρός.

Συνεχίζεται…


[1] Τσιφτσήδες = γεωργοί, καλλιεργηταί με γεώμορο.

[2] Πράματα = άλογα, μουλάρια.

[3] Χάι, μωρέ ντά τς! = Άντε μωρέ τιποτένιε, ουτιδανέ.

[4] Ντάπια = έπαλξις του φρουρίου, εδώ το στηθαίο τής γέφυρας.

[5] Μερχούμης = λ. τ. μακαρίτης.

[6] Μπΐρ = υιέ μου.

[7] Καχούρ, καχουριστάν = καχούρ, καούρ, γκιαούρ, κιαφίρ = άπιστος, ζαχουριστάν = χριστιανισμός. Γιουνανιστάν = Ελληνισμός (Ελλάς).

[8] Χαβάνι- μηχανή κοπής καπνού.

[9] Μπουραζάνα – παντελόνι μάλλινο, υφαντό του αργαλειού.

[10] Τεζάχι = το ταμείο.

[11] Κοσιάδα = εικοσάδα, απόσπασμα καταδιωκτικό.

Γιώργος Μύτιλης